βρώμα – μπόχα και δυσωδία

Η λέξη βρωμιά  είναι γενικότερα  η λέξη που αλλάζει πρόσημο στην  όποια έννοια . έχει δε τόσο  ευρεία χρήση που τη χρησιμοποιούμε σε πολλές περιπτώσεις   πχ από τα βρόμικα φαστφουντάδικα ως το βρόμικο ρόκ και τη βρόμικη ταινία ή το βρόμικο σέξ και εσχάτως συντάσσεται και με την εξής μορφή :  η βρώμικη δημοσιογραφία.

Η βρωμιά συνεπακολουθούμενη με την μπόχα και τη δυσωδία  δηλώνει πάντα συνθήκες υποκουλτούρας, που ο ομιλητής θεωρεί το αντίθετο  πιο ποιοτικό από το τυπικά αποδεκτό και αναγνωρισμένο, ή τέλος πάντων  από αυτό που θα περίμενες να είναι ποιοτικό , αγνό και καθαρό  χωρίς πολλή σκέψη.
Η βρομιά, θα έλεγα, είναι λέξη-κλειδί για την κατανόηση της υποκουλτούρας, της σύγχρονης τουλάχιστον, και της σαγήνης που αυτή ασκεί. Γιατί αντιδιαστέλλεται με την καθαρότητα (άλλη λέξη-κλειδί για τους……
κάθε λογής φασισμούς), με το αποστειρωμένο, με το εκ του ασφαλούς, το ακίνδυνο, το άτολμο, το αμέτοχο, και τελικά, με το υποκριτικό και ανειλικρινές.  Όποιος καταλαβαίνει τη βρομιά ως κάτι το φυσιολογικό , φαίνεται πράγματι να πατά στο ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του βρόμικος -τί σκατά; οτι η φύση η ίδια είναι βρόμικη-, και καλά θα κάνει να το παραδεχτεί αν είναι να πάει παραπέρα, να βιώσει οποιαδήποτε συγκινησούλα , οποιοδήποτε μικρούλι πάθος, να πάρει τέλος πάντων ένα μεροκαματάκι σε κάποιο καναλάκι  και με το μισθουλάκο του να κάνει και μια οικογενειούλα και να ψιλοζήσει μια ζωούλα ψιλοανθρώπινη.
Πηγή