Ο ληστής ... τρελάθηκε, του Νίκου Μαραντζίδη

Ε​​νας ανθρωπολογικός μύθος αποδίδει την ίδρυση του κράτους στη στιγμή που ένας περιπλανώμενος ληστής αποφάσισε να αλλάξει τρόπο ζωής και ζήτησε από τους κατοίκους μιας κοινότητας να επιτρέψουν σ’ αυτόν και στους άντρες του να εγκατασταθούν μόνιμα και νόμιμα στο χωριό τους αναλαμβάνοντας τη συντήρησή του. Αυτός, ως αντάλλαγμα, θα τους παρείχε προστασία από τους άλλους ληστές, που με τη δράση τους μάστιζαν τη περιοχή.
«Γιατί όχι;» σκέφτηκαν οι κάτοικοι. Κουρασμένοι καθώς ήταν από την προσπάθεια να υπερασπιστούν το βιος τους από τους διψασμένους, για λεία, εισβολείς, βρήκαν την ιδέα πρακτική. «Αντί να αγωνιούμε και να ανησυχούμε διαρκώς για την περιουσία μας, είναι καλύτερα να πληρώνουμε σταθερά από κάτι ο καθένας μας σε ένα ληστή που θα αναλάβει να μας προστατεύει από τους εξωτερικούς κινδύνους», φέρεται πως είπαν. «Στο κάτω κάτω, αυτός ο ληστής θα είναι ένας από εμάς, θα συντηρείται από εμάς και άρα θα έχει κάθε συμφέρον να μας φέρεται καλά ώστε να ευημερούμε για να μπορεί να ευημερεί κι εκείνος. Αν εμείς πεινάμε, θα δυστυχήσει και αυτός», πρόσθεσαν οι πιο ορθολογικοί.
Σύμφωνα με τον μύθο, η ιδέα αποδείχτηκε λειτουργική και ενθουσίασε τους κατοίκους. Και στη συνέχεια όχι μόνο τους ανθρώπους εκείνου του χωριού αλλά και των υπολοίπων χωριών της περιοχής, ώσπου κάθε χωριό αναζητούσε ένα ληστή προκειμένου να τον «υιοθετήσει». Από εκείνη τη στιγμή, και έπειτα, οι άνθρωποι ήξεραν πού θα έπρεπε να απευθύνονται κάθε φορά που κάποιοι απειλούσαν τη ζωή τους ή την περιουσία τους.
Και ο ληστής όμως δεν βγήκε χαμένος. Από τη σκληρή, γεμάτη κινδύνους και αβεβαιότητα, ζωή της παρανομίας που διήγε τώρα μπορούσε να κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους και να απολαμβάνει τη φιλοξενία τους. Του έδιναν τα χρήματά τους, του ζητούσαν τη γνώμη του για θέματα ευταξίας και κοινωνικής ειρήνης, κατέδιδαν σε αυτόν, και στους άνδρες του, τον κακοήθη γείτονα που έκλεβε από την περιουσία τους. Σταδιακά ξεχάστηκε το παρελθόν του ληστή, και αυτός απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη και κύρος από οποιονδήποτε άλλον πολίτη. Ο πρώην ληστής έγινε, χωρίς να αντιληφθεί κανείς πώς ακριβώς, ανώτερος όλων και οι άνδρες του «μονιμοποιήθηκαν». Με τα χρόνια, αποφάσισε να αναμειχθεί περισσότερο στη ζωή των ανθρώπων. Δεν περιοριζόταν στα θέματα της τάξης αλλά ρύθμιζε σχεδόν ολόκληρη την κοινωνική ζωή: την οικονομία και το εμπόριο, την εκπαίδευση, τις μεταφορές. Βέβαια ο πολυπράγμων πρώην ληστής, που τώρα ονομαζόταν κράτος, απαιτούσε ολοένα και περισσότερους πόρους από τους κατοίκους.
Με τα χρόνια, τα πράγματα εξελίχθηκαν. Κάποιες κοινωνίες κατάφεραν να ευημερήσουν, ενώ κάποιες άλλες δεινοπαθούσαν από αυταρχικούς ή σπάταλους πρώην ληστές που τους είχαν επιβληθεί ολοκληρωτικά και δεν μπορούσαν να απαλλαγούν από αυτούς. Οι κοινωνίες πλέον δεν ήξεραν να ζήσουν χωρίς τον ρόλο των πρώην ληστών. Ενιωθαν συχνά πως είχαν γίνει δούλοι μιας κατάστασης από την οποία δεν μπορούσαν να απεγκλωβιστούν ή δεν ήθελαν να βγουν. Αραιά και πού, μόνο, οι άνθρωποι όταν ήταν πολύ δυσαρεστημένοι εξεγείρονταν, απαιτώντας να πληρώνουν λιγότερους φόρους ή να τους φέρονται καλύτερα.
Ακόμη κι αν είναι απολύτως φανταστική αυτή η ερμηνεία της καταγωγής του κράτους, μας βοηθάει να βρούμε αναλογίες με τις συνθήκες στη χώρα μας. Δεν υπάρχει μάλιστα αμφιβολία πως ο δικός μας ληστής έχει αποτρελαθεί τελείως. Αφού έκανε για δεκαετίες μια σπάταλη και διεφθαρμένη ζωή, τώρα που του τελείωσαν τα δανεικά, ξεζουμίζει τους κατοίκους με φόρους.
Ολοι αντιλαμβανόμαστε πως είναι τέτοια η έκρηξη των φόρων που οι πολίτες  βρίσκονται  σε  μια κατάσταση οιονεί δουλείας και σίγουρης απελπισίας. Ιδιαίτερα η μεσαία τάξη, που διέθετε κάποιας μορφής περιουσία, είναι τώρα δέσμια και ταπεινωμένη σε  μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα σε  δύο  προβληματικές  επιλογές: είτε να αρνείται να ανταποκριθεί στους φόρους επιδεικνύοντας μια ασυνήθιστη,  για  τη  διαπαιδαγώγησή της, ανυπακοή – είτε ρυθμίζοντας τη ζωή της  με δόσεις  να απασχολείται  διαρκώς με το εφιαλτικό ερώτημα: «Τι πρέπει να πληρώσω αυτόν τον μήνα;».
Είναι προφανές πως αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν. Ανθρωποι και επιχειρήσεις αναχωρούν κάθε μέρα από τη χώρα μας για να ζήσουν σε κράτη με μεγαλύτερο σεβασμό στον φορολογούμενο πολίτη ή, έστω, με μεγαλύτερη ευφυΐα για το δικό τους καλό. Καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει αδιαμαρτύρητα τη φορολογική της εξόντωση εν ονόματι της σωτηρίας του κράτους. Πολύ περισσότερο, δε, αν αυτό το κράτος συμπεριφέρεται σαν ένας σπάταλος εκβιαστής, ο οποίος κάθε φορά που του λείπουν τα ποσά που έχει αυθαίρετα ορίσει ως απαραίτητα για τη διαβίωσή του, επιβάλλει φόρους και απειλεί τους πολίτες με φυλακίσεις, κατασχέσεις και δημόσια διαπόμπευση σε περίπτωση που αυτοί φανούν ασυνεπείς στις οικονομικές τους «υποχρεώσεις» προς το κράτος.
*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ