Η «δύναμη της Εκκλησίας» είναι ο ίδιος ο λαός

του Γεράσιμου Γ. Γερολυμάτου

Θα έχετε ακούσει κι εσείς φαντάζομαι την γνωστή έκφραση: «Έχει δύναμη η Εκκλησία», που ακούγεται κάθε φορά, έπειτα από μια σύγκρουση με την ενίοτε κυβέρνηση. Την ακούμε να ψιθυρίζεται με δέος στα πολιτικά πηγαδάκια, στις οθόνες των τηλεοράσεων, στις συναναστροφές μας. Ίσως να την λέμε και εμείς.


Στους κομματικούς σχεδιασμούς η δύναμη αυτή συνοδεύεται πάντα και από τις λέξεις: «πολιτικό κόστος», ή «πολιτικό όφελος» και γενικά είναι μια συνισταμένη της δημόσιας ζωής που θεωρείται επικίνδυνη για τις αυθαιρεσίες της πολιτικής εξουσίας.
Το γεγονός αυτό κάνει την πολιτική τάξη να βλέπει στην εκκλησία έναν ανταγωνιστή. Ποιο κόμμα, άλλωστε, δεν θα ήθελε να έχει την υποστήριξη του 90+% των πολιτών, όπως την έχει η Εκκλησία; Ποιο κόμμα θα μπορούσε να γεμίσει πλέον ακόμα και την πλατεία Συντάγματος, όπως μπορεί εκείνη;
Δεν είναι παράξενο αυτό, ούτε είναι κάτι καινούργιο. Καλώς ή κακώς η δύναμη των ιερατείων που εδράζεται στην θρησκευτική πίστη, είναι μια πραγματικότητα που ισχύει για χιλιάδες χρόνια και που θα συνεχίσει να ισχύει ανεξάρτητα από τις μορφές που παίρνει. Ο περιβόητος Φαραώ Ακενατόν νικήθηκε από το ιερατείο για τις θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις του, ενώ το πανίσχυρο Μαντείο των Δελφών υπήρξε ο ανώτατος ρυθμιστής των εξελίξεων ανάμεσα στις αντίπαλες ελληνικές πόλεις, μόνο με τη δύναμη των χρησμών του. Αρκεί να θυμηθούμε, ότι παραμονές της περσικής εισβολής ο Θεμιστοκλής και οι Αθηναίοι είχαν στείλει επανειλημμένα απεσταλμένους στο Μαντείο, μέχρι να τους δώσει σχεδόν εκβιαστικά τον θετικό χρησμό που ήθελαν. Με έναν χρησμό «ήξεις αφήξεις» που κάλυπτε όλες τις πιθανότητες και που ο καθένας τον ερμήνευε όπως ήθελε, η πολιτική εξουσία μπορούσε να πείσει τον λαό για την θεϊκή επίστεψη των ενεργειών της. Βέβαια, την εποχή εκείνη, που απέχει ως προς το περιεχόμενο πολύ από τη δική μας, η πολιτική εξουσία δεν αμφισβητούσε-όχι έντονα τουλάχιστον- την θεϊκή αυθεντία και προτεραιότητα, ούτε επεδίωκε τη σύγκρουση μαζί της και την υποκατάσταση της από την ανθρώπινη πολιτική εξουσία. Μάλλον δε επεδίωκε τη σύμπλευση μαζί της και το μοίρασμα της θεϊκής εξουσίας με τους επιφανέστερους των ανθρώπων, όπως βλέπουμε στην περίπτωση του Μ. Αλεξάνδρου και των μετά από αυτόν θεοποιημένων ρωμαίων αυτοκρατόρων.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ωστόσο, απέχει πολύ από όλα αυτά από την αρχή της ιδρύσεως της. Ποτέ δεν ανέπτυξε την φιλοδοξία να υποκαταστήσει την πολιτική εξουσία (δεν το επιτρέπουν οι αρχές της), εφόσον ο βυζαντινός αυτοκράτωρ ήταν τύπος βασιλέως «Χριστού» επί της γης. Αλλά και ποτέ δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να μην οδηγηθεί στο περιθώριο της δημόσιας ζωής. Σήμερα, ακόμα περισσότερο η Εκκλησία δεν έχει πολιτικές βλέψεις και θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι όχι μόνο η Εκκλησία είναι προσηλωμένη στον πνευματικό της ρόλο, αλλά και πως έχει σε κάποιο βαθμό υποταχθεί στην πολιτική εξουσία. Πράγμα που φαίνεται και από την ρέουσα πραγματικότητα και τη συνεχή υποτονική στάση της Εκκλησίας σε διάφορα ζητήματα, αιτία που την έφερε τελικά ενώπιον των πρόσφατων και δυσάρεστων αντιεκκλησιαστικών εξελίξεων.

Ωστόσο, αν και πρόκειται για δυο τελείως διαφορετικές συνειδησιακές σφαίρες και αφορούν δυο διαφορετικά επίπεδα της ζωής, η δημοφιλία της Εκκλησίας δημιουργεί μια μόνιμη δυσαρέσκεια στους πολιτικούς και μια σκόπιμη αντιπαλότητα πάντα από την πλευρά τους, ως μη όφειλαν, αφού οι ρόλοι είναι διακριτοί στο μυαλό του καθενός και το μόνο μπέρδεμα που γίνεται είναι με την υπαιτιότητα τους. Διότι οι πολιτικοί είναι που επεμβαίνουν διαρκώς στα της Εκκλησίας, κι όχι η Εκκλησία στα της πολιτείας. Η εξάρτηση δεν είναι μονόπλευρη καθώς λέγεται, αλλά αμφίπλευρη, αφού δεν είναι μόνοι οι πολιτικοί που έχουν ανάγκη τους δεσποτάδες, αλλά και οι δεσποτάδες τους πολιτικούς. Όμως, δεν έχω δει ποτέ την Εκκλησία να επιτίθεται, παρά μόνο να αμύνεται σε επιθέσεις και έχει κάνει πολλές υποχωρήσεις μέχρι σήμερα. Πρέπει επιτέλους οι πολιτικοί να καταλάβουν ότι αυτούς τους θέλουμε για να μας κυβερνούν και την Εκκλησία για να μας κοινωνεί. Να αποδεχθούν, ότι δεν πρόκειται ένα κόμμα, όσο καλό κι αν είναι, να πάρει ποτέ το 90+% της αποδοχής, διότι τέτοια ποσοστά είναι προορισμένα μόνο για τον Θεό, ή για έναν δικτάτορα που θα έβαζε να ψηφίσουν ακόμα και τα δέντρα.
Έτσι, η γενική συζήτηση για την δύναμη της Εκκλησίας γίνεται ακόμα πιο έντονη, έπειτα από την άτακτη υποχώρηση υπουργών, όπως ο αείμνηστος Τρίτσης, ή το πρόσφατο παράδειγμα του υπουργού Φίλη με τα θρησκευτικά, που θα το φάει το κεφάλι του, πάντα για το «πολιτικό κόστος» εννοείται. Κι αυτό προς μεγάλη λύπη φυσικά της άθεης αριστερής μειονότητας του «υπερανώτερου» 4%, που απέτυχε να επιβάλλει «δημοκρατικά» τη θέληση της στην «καθυστερημένη» πλειονότητα του ένθεου 90+%. Γιατί όμως; Μα επειδή λέει «έχει δύναμη η Εκκλησία!» και να σου κλάμα.
Κανείς όμως δεν εξηγεί, τι είναι τελικά αυτή η περιβόητη «δύναμη» και πού την βρήκε η Εκκλησία; Αφήνουν, δηλαδή, να αιωρείται η έννοια της δύναμης αυτής ως κάτι μεταφυσικό- που είναι, εφόσον η δύναμη της είναι ο ίδιος ο Χριστός-, όμως εκείνοι δεν νοιάζονται τόσο για την ουράνια δύναμη αφού δεν πιστεύουν. Ως πρακτικοί υλιστές που είναι, τους ενοχλεί περισσότερο η επίγεια δύναμη της Εκκλησίας που στέκεται εμπόδιο στα νεοταξικά σχέδια τους και δεν υποκύπτει. Η αοριστία της δύναμης έχει την αιτία της. Θέλει να αποκρύψει την αλήθεια.
Εκτός και αν η δύναμη που φοβούνται οι Φίληδες, είναι οι ογδοντάρηδες  καταδρομείς δεσπότες, τίποτα μποντυμπιλντεράδες παπάδες, κάτι πιστολέρος διάκονοι, ή κάνα σύνταγμα καλόγερων κομάντο μαζί με πυρπολητές καντηναλάπτες και πυροβολητές ψάλτες!

Η αλήθεια που δεν τολμούν να ομολογήσουν είναι, πως η «δύναμη της Εκκλησίας» είναι ο ίδιος ο λαός. Και το αποφεύγουν για να μην παραδεχθούν έτσι, πως στην ουσία στρέφονται εναντίον του. Διότι, μόνον αυτός επί της γης είναι η δύναμη της. Αυτόν και μόνο υπολογίζει το «πολιτικό κόστος»! Αυτόν φοβούνται, επειδή γνωρίζουν πως αυτός της δίνει τη δύναμη και πως για όσο ο λαός θα την υποστηρίζει η Εκκλησία θα παραμένει δυνατή. Για αυτό όμως, κτυπούν και τα ερείσματα της, τη θρησκευτική συνείδηση δηλαδή του λαού. Η επίθεση εναντίον της Εκκλησίας, που δεν είναι μόνο οι δεσποτάδες, αλλά όλοι εμείς, είναι στην ουσία μια επίθεση ενάντια στη θέληση και στη συνείδηση του λαού και μάλιστα χωρίς να ερωτηθεί. Είναι ένα πραξικόπημα ενάντια στη συνείδηση. Θέλουν να περάσουν το δικό τους, παρότι γνωρίζουν ότι οι περισσότεροι διαφωνούν. Για αυτό και η λέξη «δημοψήφισμα» ξορκίζεται με συριζαίικο λιβάνι.

Πίνακας: «Προσευχή πριν τη Θεία Μετάληψη στα Μέγαρα 1890»
Ράλλης Θεόδωρος
(1852 Κωνσταντινούπολη - 1909 Λωζάννη)