"ΤΡΕΙΣ ΣΥΝΕΧΟΜΕΝΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ..."

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας

Δεν άντεχα άλλο φίλε μου αυτή την κατάσταση, ένας μόνιμος κόμπος έχει σταθεί στο λαιμό μου και πνίγει την αναπνοή μου. Δεν ζούμε πλέον στις μεγαλουπόλεις, περπατάς και βλέπεις ζωντανούς- νεκρούς, κάποιοι φρόντισαν και μας άνοιξαν τους τάφους μας. Έτσι πριν μπω... στο δικό μου τάφο... αποφάσισα ένα πρωινό να δραπετεύσω να πάω στη Αίγινα, να προσκυνήσω τον Τάφο του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ.
Άκουγα αποσβολωμένος τον φίλο μου που μας ένωναν καλές στιγμές από τον Στρατό. Πήγα να τον παρηγορήσω με τα... ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα...αλλά μάλλον με παρηγόρησε αυτός με τα παράδοξα που έζησε και άκουσε σε αυτό το μυροβόλο νησί του Αργοσαρωνικού.
Αγουροξυπνημένος μου  λέει βρέθηκα στο σαλόνι του πλοίου του πρώτου πρωινού δρομολογίου για την Αίγινα. Κουβαλούσα τους εφιάλτες τις προηγούμενης νύκτας και ούτε την ματιά μου άφηνα να κοιτάζει τα φωτεινά αιγαιοπελαγίτικα χρώματα της θάλασσας και του ουρανού, αλλά το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε ένα απλό γεροντάκι που μασουλούσε αμέριμνα  το παξιμαδάκι του. 
Και αυτός ακόμα ο θόρυβος με ενοχλούσε, το πλησίασα και πριν ακόμη το μιλήσω αυτό έβγαλε ένα παξιμάδι και μου το έδωσε...«κάνει καλό, θα σου χρειασθεί για την ναυτία που έχεις», μου είπε... που να εξηγήσω στο παππού ότι την μόνη ναυτία που είχα ήταν η αηδία που αισθανόμουν για αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. 
Εκείνο που με πλήγωνε περισσότερο ήταν τα μεγάλα πατριωτικά λόγια δίχως πράξη, ο ψευτοσυνδικαλισμός από τα κομματικά κουφάρια της μεταπολίτευσης και οι αγαπητικοί λόγοι εν μέσω κοινωνικής διάλυσης κάποιων δημοφιλών εκκλησιαστικών ταγών μας.
«...πάρε παλληκάρι μου το παξιμάδι θα το χρειασθείς, αυτό σε λίγο θα ικανοποιεί την πείνα μας!!»
Είπα ένα ξερό ευχαριστώ και ασυναίσθητα το πήρα και από τότε έγινε βάρος στην τσέπη μου. 
Το πλοίο έφτασε στην ώρα του και στην ανηφοριά του δρόμου για το μοναστήρι ΤΗΣ  ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ δίπλα στις καστροεκκλησιές της Παλαιοχώρας δεν περίμενα και άφησα το συγκινησιακό μου φορτίο να μετασχηματισθεί σε προετοιμασία παράκλησης και προσευχής στον ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ. 
Και τι δεν έλεγα μέσα μου... όμως ο λογισμός μου είχε επικεντρωθεί σε πονεμένες σκέψεις που έβγαιναν με τον αναστεναγμό μου...
Εσύ Άγιε μπορείς να καταλάβεις την αδικία , την εξαθλίωση και τον κατατρεγμό που συμβαίνει σε μένα, στην οικογένεια μου και στη πατρίδα μου, γιατί ΕΣΥ τα ένιωσες όλα αυτά μαζί με την αχαριστία και τον διωγμό που εξαπέλυσε το τότε κατεστημένο της εποχής γιατί δεν άντεχε την ταπεινή Αγιότητα ενός κατασυκοφαντημένου Ιεράρχη. Είναι τόση άραγε δυσβάστακτη η αμαρτία μας Άγιε που μας κατάντησε άνευρη κρεάτινη μάζα που δεν αντιδρά στα κελεύσματα ακόμη και αυτού του ένδοξου ηρωικού παρελθόντος μας; 
Που άλλοι το διαφημίζουν και άλλοι το πολεμούν φυσικά προς ίδιον όφελος, δίχωςνα τους ενδιαφέρει ότι η ΕΛΛΑΔΑ μας έγινε ένα απέραντο πνευματικό νεκροταφείο; Μήπως Άγιέ μου τα οικονομικά πακέτα τα εκπορευόμενα εκ της Ευρώπης ταπώσανε πνευματικά στόματα σε τέτοιες δύσκολες στιγμές που το Ορθόδοξο κατασκανδαλισμένο Ποίμνιο προσμένει με λαχτάρα να αντικρύσει αναστήματα σαν το δικό ΣΟΥ;
Και φυσικά ΑΓΙΕ μου δεν παρακαλάμε για συνηθισμένους Εθνοσωτήρες αλλά  για ζωντανούς Αγίους Ηγέτες που θα ξαναζεστάνουν το παγωμένο αίμα του ταλαιπωρημένου γένους μας.
Μέχρι να φτάσω στο Προσκύνημα και στον Τάφο του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ τα είχα πει σχεδόν όλα. Ήταν καθημερινή και ο κόσμος στην Ιερά Μονή ήταν λιγοστός. Από την είσοδο άρχισα να αισθάνομαι πιο ανάλαφρος, αν και με ενοχλούσε το παξιμάδι του παππού στην τσέπη μου. 
Πολλές φορές στο παρελθόν ζήτησα την βοήθεια του Αγίου και πολλές φορές τον επισκέφθηκα, όμως αυτή την φορά όταν πλησίασα στον μαρμάρινο τάφο του άνοιξα όσο δυνατόν τα χέρια μου και τον αγκάλιασα.
«Βρέ παλληκάρι μου πως κάνεις έτσι , σκέπτεσαι να μπεις μέσα;» Ακούσθηκε μια φωνή από πίσω μου, τρόμαξα και γύρισα να δω ποιος αθεόφοβος δεν υπολόγιζε την προσωπική μου αυτή στιγμή της κατάνυξης. 
Ποίον άραγε αντίκρισα; Τον παππού που μασουλούσε το πρωί τα παξιμάδια στο πλοίο. Τι να του πω από σεβασμό προς το χώρο του Προσκυνήματος, σιώπησα, αλλά δακρυσμένος του είπα...«παππού χάνεται η πατρίδα μας» ... έκανα τον Σταυρό μου και πήγα να φύγω. 
Ο παππούς κάθισε μπροστά μου και με εμπόδισε να απομακρυνθώ λέγοντας μου αυστηρά.
«Ποία Πατρίδα ρε χάνεται; 
Η βλακεία και η προδοσία μας θα χαθούν στο τέλος. 
Και αν χαθεί κάτι θα είναι αυτό το βρωμοσύστημα μέσα στο οποίο ζήσαμε όλοι μας και ήταν αυτό το σύστημα που κατηγόρησε άδικα αυτό τον ΑΓΙΟ που ήρθαμε σήμερα να προσκυνήσουμε. 
Άκου να σου πω, εγώ έχω ρίζα από την Αίγινα και η γιαγιά μου εξομολογιότανε στον ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ και γνώριζε καλά τους κατατρεγμούς του.
Όταν ήμουν παιδάκι αυτή η καλή γιαγιά μου έλεγε ότι θα έρθει καιρός που η πατρίδα μας θα περάσει αυτά που πέρασε αυτός ο Άγιος δηλ. την προδοσία, την συκοφαντία και την αδικία και μετά θα ζήσει τρείς συνεχόμενες ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ μέσα στην ίδια χρονιά.»
«Τι είναι αυτά που λες παππού του είπα έκπληκτος. Άντε για την συκοφαντία και την αδικία τα καταλαβαίνω αλλά που κολλάνε οι τρείς συνεχόμενες Πασχαλιές;»
«Άκου να δεις πρώτα θα κάνουμε Πασχαλιά στις Εκκλησιές μας, μετά θα κάνουμε Πασχαλιά στους δρόμους από την χαρά μας που θα ξεκουμπισθεί αυτό το βρωμοσύστημα που ταλαιπωρεί τις ζωές μας εδώ και χρόνια και μετά όταν λειτουργηθεί η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ θα αισθανόμασθε πάλι μέσα στις ψυχές μας Πασχαλιά.»
Φίλε μου έμεινα κάγκελο από αυτά που μου είπε ο παππούς και τα έλεγε μάλιστα αυστηρά. Μόλις πρόλαβα να τον ρωτήσω πως τον έλεγαν και μου απάντησε κοφτά «...Νεκτάριο με ονομάζουν και κοίτα κακομοίρη μου να μην πετάξεις το παξιμάδι που σου έδωσα, σε λίγο και αυτό θα είναι δυσεύρετο!!!»
Ο παππούς κατηφόρισε προς τον κάτω μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό προς τιμήν του ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ, εκεί τον έχασα. Στάθηκα και έβγαλα μια φωτογραφία με τα ανθισμένα λουλούδια για να θυμάμαι αυτό το θρύλο  που έμαθα με τις ΤΡΕΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ.
Με πνευματική ευθύνη και συνείδηση 
Δρ. Κωνσταντίνος Βαρδάκας