Ότι δώσει η ψυχή σου, θα στο γυρίσει η ζωή σου

Περασμένη η ώρα. Πώς τα κατάφερα πάλι και καθυστέρησα!.
Θα χάσω το λεωφορείο και δίνω και το τελευταίο μου μάθημα για το πτυχίο σήμερα.
Κάθε φορά το ίδιο πράγμα, κι εγώ δεν βάζω μυαλό, αφού δύο λεπτά πριν φύγω βάζω να παίζει στη διαπασών το αγαπημένο μου τραγούδι και τότε πως φεύγεις;

Περιμένεις αναγκαστικά να τελειώσει το τραγούδι και μετά τρέχεις και δεν φτάνεις! Είχα λαχανιάσει, μα όταν είδα το πλήθος των φοιτητών να περιμένει στη στάση ηρέμησα και σταμάτησα να πάρω μια ανάσα λίγο πιο κάτω από το περίπτερο. Και να σου μια τσιγγάνα με ένα μικρό παιδάκι δίπλα της.
Κρατούσαν και οι δυο χαρτομάντιλα και με παρακαλούσαν με μια φωνή να τους δώσω λίγα χρήματα για να εξασφαλίσουν το φαγητό τους.
Έτσι αυθόρμητα άνοιξα την τσάντα μου και τους έδωσα ο, τι ψιλά είχα μέσα στο πορτοφόλι.
Ήταν το βλέμμα που μου έριξε το μικρό κοριτσάκι, για εκείνο το έκανα πιο πολύ.
Φεύγουν και με κοιτούν με βλέμμα ευγνωμοσύνης και οι δύο και μου εύχονται υγεία κι εγώ χαμογελούσα αφηρημένα και να σου το λεωφορείο περνά μπροστά από τα μάτια μου.
Τρέχω γρήγορα και βρίσκομαι μπροστά στην πόρτα, μα εισιτήρια δεν έχω αγοράσει και το συνειδητοποιώ την τελευταία στιγμή. Ανοίγω το πορτοφόλι, μπορεί να έχω εκεί κάποιο ξεχασμένο, μα δεν έχω ούτε χρήματα για ν’ αγοράσω, τα έδωσα όλα όσα κρατούσα μαζί μου.

Μα πώς είχε γίνει αυτό;
Πώς έφυγα εγώ με τόσο λίγα χρήματα; Και να που έγινε!
Λίγο η βιασύνη λίγο το αγαπημένο τραγουδάκι, λίγο τα μυαλά μου πάνω από το κεφάλι μου. Αχ Χριστέ μου είναι το τελευταίο μάθημα και η ώρα είναι περασμένη.
Ανοίγει η πόρτα του λεωφορείου και ο οδηγός βγαίνει έξω. « Εσύ!» Κοιτούσε εμένα, ναι! Μα πώς ήξερε ότι δεν είχα εισιτήριο πάνω μου; Μάλλον το μαρτυρούσε το βλέμμα μου. «Εσύ ναι! Θέλω μια χάρη από εσένα!»
Μα τι χάρη μπορεί να ήθελε από εμένα ο οδηγός; « Να, στάσου εδώ μπροστά στην πόρτα και κόβε εισιτήρια και μέχρι να γυρίσω να έχει γεμίσει το λεωφορείο, το καλό που σου θέλω!»

Άλλο πάλι και τούτο σήμερα! Τι να κάνω; Στάθηκα μπροστά στην πόρτα και έκοβα άτσαλα τα εισιτήρια του κόσμου που με κοιτούσε με απορία στο βλέμμα, ενώ δυο συμφοιτητές μου που με παρακολουθούσαν κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια.
Έβαλα κι εγώ τα γέλια και καλημέριζα όποιον έμπαινε μέσα στο λεωφορείο. Το είχα πάρει πολύ θερμά το πόστο μου, βεβαίως. Και ξάφνου, να σου και ο οδηγός μετά από λίγα λεπτά.
Κρίμα και είχα αρχίσει να περνάω τόσο ωραία. «Το γέμισες το λεωφορείο βλέπω!»

Πώς να του πεις τώρα πως δεν έχεις εισιτήριο! Και βγάζει από την τσέπη του ένα πάκο από καμιά δεκαριά εισιτήρια και μου τα δίνει. Υπολόγισα τα χρήματα που κόστιζαν αυτά τα εισιτήρια και ήταν ακριβώς όσα είχα δώσει λίγο πριν στην τσιγγάνα και το κοριτσάκι.

Ό, τι δώσεις στη ζωή θα σου χαριστεί απλόχερα.
Όταν κάνεις κάτι καλό , κι αυτό βγαίνει μέσα από την ψυχή σου, εσύ χαίρεσαι πιο πολύ από αυτόν που δέχεται το καλό σου.
Νιώθεις ηρεμία και γαλήνη μέσα σου και το χαμόγελο ευγνωμοσύνης του άλλου σου δίνει δύναμη να συνεχίσεις. Να συνεχίσεις και να καταφέρεις μεγάλα και σπουδαία.

Εκείνη τη μέρα το πέρασα το μάθημά μου. Πήρα όμως ένα ακόμα μεγαλύτερο.
Γωγώ Παττάκου
 http://www.i-diadromi.gr