Οι δημοσιογράφοι της CIA

Οι δημοσιογράφοι της CIA
Του Κώστα Μπετινάκη

«Το κοινό στις ΗΠΑ είναι ΠΑΝΤΑ εντελώς αθώο. Πιστεύει ότι τουλάχιστον ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΦΟΡΑ η κυβέρνηση του λέει την αλήθεια, όπως τη μεταδίδουν τα ΜΜΕ» έλεγε ο Sydney Schanberg (*), πρώην πολεμικός ανταποκριτής των «New York Times».


Όταν το 1953, o Joseph Alsop, ένας από τους πλέον φημισμένους Αμερικάνους αρθρογράφους
της εποχής, πήγε στις Φιλιππίνες να καλύψει τις εκλογές, δεν ήταν απεσταλμένος της εφημερίδας του, αλλά είχε εντολή από τη CIA.

«Είμαι υπερήφανος που μου το ζήτησαν και υπερήφανος που το έκανα» είχε δηλώσει ο Joseph Alsop, για να προσθέσει: «Αρμόζει σ’ έναν εφημεριδάνθρωπο να υπηρετεί την πατρίδα του».

O Alsop συγκαταλεγόταν (όπως και ο αδελφός του Stewart) ανάμεσα στους 400 και πλέον Αμερικάνους δημοσιογράφους που μυστικά συνεργάζονταν και εκτελούσαν αποστολές για την Κεντρική Υπηρεσία των ΗΠΑ.

E.E.: Ρωσικά μίντια; Μακριά…


Αλλά πριν μιλήσουμε για τις κατασκευασμένες ειδήσεις στις ΗΠΑ, ας ρίξουμε μια ματιά στο κοντινό μας περιβάλλον.

Εδώ και δεκαετίες οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί της Ε.Ε., σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα αμερικανικά ειδησεογραφικά ΜΜΕ, καλλιεργούσαν την ατμόσφαιρα ότι η Ρωσία ήταν εκείνη που εμποδίζει την ελευθερία της έκφρασης, υπενθυμίζει η αρχισυντάκτρια του «Russia Today» Margarita Simonyan.

Η Ρωσίδα δημοσιογράφος εκφράζει τον αποτροπιασμό της για την «αντιρωσική προπαγάνδα» που καλλιεργείται από τα ευρωπαϊκά Μέσα, αλλά και αντικατοπτρίζεται από την πρόσφατη απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο, την οποία υπερψήφισαν 304 ευρωβουλευτές, καταψήφισαν 179, ενώ 208 απείχαν.

Η απόφαση που έχει συνταχθεί από την Πολωνή συντηρητική ευρωβουλευτή Anna Fotyga υποστηρίζει πως τα ρωσικά Μέσα «παραποιούν την αλήθεια προσπαθώντας να προκαλέσουν αμφιβολίες και διχασμό ανάμεσα στην Ευρώπη και τον υπερατλαντικό σύμμαχο, παραλύοντας την αποφασιστικότητα στα ιδρύματα της Ε.Ε.».

H Simonyan επίσης επέκρινε τους «Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα» (Reporters Without Borders - Reporters Sans Frontieres, or RSF), μη κυβερνητικό -υποτίθεται- οργανισμό που «επιλεκτικά προστατεύει δημοσιογράφους αποκλειστικά από τον μικρόκοσμό του», ενώ υποστηρίζει πως αγωνίζεται υπέρ της ελευθερίας του Τύπου.

Νωρίτερα ο επικεφαλής των γερμανικών υπηρεσιών του πρακτορείου Sputnik, Christoph Dreyer, απευθυνόμενος στους RSF, τους ρώτησε «αν συμμετέχουν κι αυτοί στον πόλεμο πληροφοριών εναντίον της Ρωσίας και δεν αντιδρούν στην απόφαση του Ευρωκοινοβουλίου».

Το ρωσικό πρακτορείο Sputnik προσέφυγε εναντίον της απόφασης του Ευρωκοινοβουλίου, σε πολλούς διεθνείς οργανισμούς, όπως ο ΟΗΕ, ο Οργανισμός για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία και Ασφάλεια (OSCE) και πολλούς διεθνώς αναγνωρισμένους δημοσιογραφικούς οργανισμούς και ΜΚΟ, «για προφανή ανάμειξη στην ελευθερία της πληροφόρησης στην Ε.Ε.».

Το αντιρωσικό αυτό ντοκουμέντο παρομοιάζει τα ρωσικά Μέσα με «τρομοκρατικές οργανώσεις όπως το Ισλαμικό Χαλιφάτο» κι έχει στόχο να σταματήσει τη λειτουργία ρωσικών Μέσων, όπως το Sputnik, στην Ευρώπη.

Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, η απόφαση αυτή «αποτελεί παρέκκλιση στην ιδέα της Δημοκρατίας».

«Πρόκειται για μονόπλευρη άδικη και μη αντικειμενική αντιμετώπιση» δήλωσε στο Russia Today ο ανεξάρτητος ευρωβουλευτής Νότης Μαριάς αναφερόμενος στην απόφαση, ενώ υποστήριξε ότι «το σύνολο των ευρωβουλευτών που καταψήφισαν ή απείχαν δείχνει πως η πλειοψηφία των μελών του Ευρωκοινοβουλίου δεν την αποδέχεται».

Χαρακτηριστικό είναι ότι η πλειοψηφία των ευρωβουλευτών που υπερψήφισαν ανήκει σε πρώην ανατολικοευρωπαϊκά κράτη, ενώ όσοι καταψήφισαν ή απείχαν ανήκαν σε νοτιο-ευρωπαϊκά.

«Οι ρωσικές Αρχές πάντοτε δείχνουν σεβασμό στους εργαζομένους των ξένων Μέσων στη Ρωσία και ουδέποτε έχουν δείξει διακρίσεις εναντίον δημοσιογράφων από άλλες χώρες» δήλωσε η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα σε συνέντευξή της στο κανάλι «Rossiya 1 TV».

Κατασκευασμένες ειδήσεις «Made in USA»


Αλλά ας περάσουμε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Για να δούμε πως οι πλέον διάσημοι δημοσιογράφοι των ΗΠΑ ήταν «χέρι-γάντι» συνεργαζόμενοι με τη CIA.

Αυτό είχε αποκαλύψει με το άρθρο του («The CIA and the Media») 25.000 λέξεων που δημοσιεύτηκε στις 10 Οκτωβρίου 1977 στο περιοδικό «Rolling Stone» ο Carl Bernstein, ο δημοσιογράφος που μαζί με τον Bob Woodward είχε αποκαλύψει από τη «Washington Post» το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, το οποίο είχε οδηγήσει σε παραίτηση τον τότε πρόεδρο Νίξον.

Την έρευνα τη δημοσίευσε αφού είχε εγκαταλείψει πια τη θέση του στη «Washington Post», υποστηρίζοντας πως τον Αύγουστο του 1964 οι μεγαλύτερες αμερικάνικες εφημερίδες -συμπεριλαμβανομένων των «Washington Post» και «ΝΥΤ»- είχαν υιοθετήσει τον προβοκατόρικο ισχυρισμό του τότε προέδρου Λύντον Μπ. Τζόνσον, ότι «το Βόρειο Βιετνάμ είχε εκτοξεύσει επίθεση εναντίον αμερικάνικων αντιτορπιλικών στον Κόλπο του Τονκίνο», παρόλο που γνώριζαν ότι παρόμοια επίθεση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Κι έτσι είχε ξεκινήσει ο αιματηρός πόλεμος στο Βιετνάμ.

Στο άρθρο εκείνο αναφέρεται πως «περισσότεροι από 400 Αμερικάνοι δημοσιογράφοι τα τελευταία 25 χρόνια είχαν αναλάβει μυστικές αποστολές της CIA. Σε πολλούς από αυτούς έχει απονεμηθεί το δημοσιογραφικό βραβείο Pulitzer, παρόλο που είχαν παραδώσει το σημειωματάριό τους στις μυστικές υπηρεσίες». Και ο ρόλος του ήταν γνωστός στους μεγάλους αμερικάνικους οργανισμούς.

Όπως αποκαλύπτει ο δημοσιογράφος, στελέχη του CBS, των New York Times, του Associated Press, United Press International, Reuters, Hearst Newspapers, Scripps Howard, του περιοδικού Newsweek, του Mutual Broadcasting System, της Miami Herald, της παλιάς Saturday Evening Post, της New York Herald Tribune και του περιοδικού Time συνεργάζονταν στενά με τη CIA.

Έρευνα που είχε διενεργηθεί το 1976 για τις δραστηριότητες αυτές της CIA από επιτροπή της Γερουσίας (Senate Intelligence Committee), υπό την προεδρία του γερουσιαστή Frank Church, και αφορούσε στις διαστάσεις της ανάμειξης της μυστικής υπηρεσίας με τον Τύπο κατέδειξε πως υπήρξε έντονη παρέμβαση στα μέλη της επιτροπής και μάλιστα με υπόδειξη δύο πρώην διευθυντών της υπηρεσίας, των William Colby και George Bush (μετέπειτα προέδρου ΗΠΑ). Τελικά τα συμπεράσματα από τις δραστηριότητες εκείνες ουδέποτε έγιναν γνωστά. Γαργάρα που λένε χυδαία!

 «H CIA έχει στην ιδιοκτησία της όποιον έχει σημασία στα ΜΕΓΑΛΑ MEDIA» είχε δηλώσει ο διατελέσας διευθυντής της υπηρεσίας William Colby
«H CIA έχει στην ιδιοκτησία της όποιον έχει σημασία στα ΜΕΓΑΛΑ MEDIA» είχε δηλώσει ο διατελέσας διευθυντής της υπηρεσίας William Colby
Αν σπρώξουμε τον χρόνο, αμέσως μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, παρά την παντελή έλλειψη αξιόπιστων αποδείξεων, τα αμερικάνικα αλλά και τα άλλα δυτικά Μέσα είχαν υιοθετήσει την άποψη της ύπαρξης «όπλων μαζικής καταστροφής» στο Ιράκ για να δικαιολογηθεί ο πόλεμος -στην πραγματικότητα- εναντίον του Σαντάμ Χουσεΐν.

Η χρήση της προπαγάνδας μεταμορφωμένης σε δημοσιογραφική ύλη αποτελεί αυτό που ο Δημοσιογράφος (με κεφαλαίο Δ) John Pilger αποκαλεί «αόρατη διακυβέρνηση, η πραγματική δύναμη που επηρεάζει τα δρώμενα» όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και σε όλον τον κόσμo
Ο John Walcott (**), όταν ήταν επικεφαλής του γραφείου στην Ουάσινγκτον του Knight Ridder, του μόνου ειδησεογραφικού οργανισμού που δεν είχε συνεργασθεί με την προβοκάτσια της διακυβέρνησης Μπους, είχε υποστηρίξει πως στην πλειονότητά τους οι δημοσιογράφοι είχαν παραδώσει την ανεξαρτησία τους προκειμένου να συνεργασθούν με την «άρχουσα τάξη».

Κι έτσι είχαμε και τους «παρακοιμώμενους δημοσιογράφους» (embeded) που μαζί με τα στρατεύματα εισβολής συμμετείχαν στην επιχείρηση εναντίον του Ιράκ.

Οι «άλλοι» είχαν δεχθεί κατακέφαλα τις αμερικάνικες βόμβες στο ξενοδοχείο «Βαγδάτη».

---------------------------------------------------------
(*) Ο Sydney Hillel Schanberg (1934-2016) ήταν δημοσιογράφος που είχε γίνει γνωστός όταν κάλυπτε τον πόλεμο στην Καμπότζη. Βραβευμένος με Πούλιτζερ και δύο George Polk είχε γίνει γνωστός διεθνώς με την κινηματογραφική ταινία του 1984 The Killing Fields, όπου τον ρόλο του υποδυόταν ο Sam Waterston και το σενάριο ήταν βασισμένο στις εμπειρίες του ίδιου αλλά και του Καμποτζιανού δημοσιογράφου.



(**) Ο βετεράνος δημοσιογράφος John Walcott σήμερα εργάζεται ως αρχισυντάκτης ρεπορτάζ εθνικής ασφάλειας και διεθνών σχέσεων του Reuters, στην Ουάσινγκτον.


(***) O John Pilger (http://johnpilger.com/), αυστραλιανής καταγωγής δημοσιογράφος, (γεν. 1939), είναι σήμερα και παραγωγός ταινιών επικριτικών στην αμερικάνικη εξωτερική πολιτική.
zougla.gr