Δεν τους καίγεται καρφί, θα τα διαλύσουν όλα!



Αθάνατο (δυστυχώς) ελληνικό κράτος.
Επί μήνες η κυβέρνηση διαβουλεύεται με τις τράπεζες για να διαμορφώσει τον νόμο για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό προκειμένου να ρυθμιστούν τα επιχειρηματικά δάνεια. Και τελικά καταλήγει σε ένα περίεργο νομοθέτημα που, όπως εκτιμούν οι τραπεζίτες, δεν πρόκειται να λειτουργήσει. 
Ας δούμε μερικά βασικά σημεία: 
πρώτον και κύριον, ενώ ο νόμος περιγράφει τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις για έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό, δηλαδή για μια συμφωνία που κλείνεται μεταξύ τράπεζας και οφειλέτη εκτός δικαστηρίου, ο νόμος που έφερε η κυβέρνηση ορίζει ότι η συμφωνία αυτή πρέπει να επικυρωθεί από δικαστήριο! Αυτομάτως, λοιπόν, ο εξωδικαστικός χαρακτήρας της συμφωνίας καταργείται. 
Οπως παρατηρεί ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών, Νίκος Καραμούζης, τα δικαστήρια είναι υπερφορτωμένα και οι επόμενες ελεύθερες δικάσιμοι είναι το νωρίτερο το 2025. Συνεπώς, η δικαστική επικύρωση αναβάλλει όλα τα αποτελέσματα των συμφωνιών αυτών για το 2025 και βλέπουμε.
Δεν θα χρειαζόταν να πούμε τίποτε άλλο, αυτό αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι πρόκειται περί νόμου-φάρσας. Παρ’ όλα αυτά, ο Καραμούζης ως εκπρόσωπος των ελληνικών τραπεζών επισημαίνει και αρκετές άλλες αδυναμίες του νόμου, τις οποίες οι τράπεζες είχαν θέσει στη διαβούλευση με την κυβέρνηση και αγνοήθηκαν.
Η ουσία όμως είναι ότι ο νόμος αυτός δεν θα λειτουργήσει, όπως λένε οι τραπεζίτες, άρα το πρόβλημα των κόκκινων δανείων δεν θα λυθεί αν δεν γίνουν δύο στοιχειώδη πράγματα: 
πρώτον, αν δεν καλυφθούν από ποινικές ευθύνες τα στελέχη των τραπεζών που θα αποφασίσουν να μειώσουν το ποσό του χρέους και να υπογράψουν τον συμβιβασμό. Κανείς δεν θα πάει φυλακή για να ρυθμίσει ένα δάνειο κάποιου άλλου. 
Δεύτερον, αν δεν οριστεί μια μέγιστη διάρκεια διαπραγμάτευσης για την επίτευξη του συμβιβασμού. Αν δεν οριστεί μέγιστη διάρκεια, οι διαπραγματεύσεις θα τραβάνε για πάντα. Πρέπει, λοιπόν, να μπει ένα χρονικό όριο, π.χ. τρεις ή έξι μήνες, ώστε, αν δεν έχει επιτευχθεί μέχρι τότε συμβιβασμός, να σταματάει η διαπραγμάτευση και να οδεύουν οι διαπραγματευόμενοι πλέον στα δικαστήρια για την επίλυση της διαφοράς τους.
Αυτά είναι απλά και κατανοητά και το ερώτημα είναι γιατί δεν γίνονται. Η απάντηση ποτέ δεν είναι εύκολη, αλλά οι εκτιμήσεις είναι ότι η κυβέρνηση (με την ευρεία έννοια του όρου, δηλαδή η κρατική γραφειοκρατία) και φοβάται, και θέλει να το εκμεταλλευτεί πολιτικά, και θέλει να εκβιάζει τους τραπεζικούς για να μη ρυθμίζουν χρέη «πολιτικών αντιπάλων» της. 
Με λίγα λόγια, ο νόμος αυτός δεν θα λειτουργήσει και όσοι ελπίζουν ότι μέσω αυτού θα διευκολυνθεί η επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων θα απογοητευτούν.
Η περίπτωση αυτή είναι μία από τις πολλές που δείχνουν ότι η ανικανότητα του ελληνικού κράτους εμποδίζει κάθε πρόοδο. Οποια κι αν είναι η πρόθεση, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν τρόποι τους οποίους θα σκαρφιστεί η αθάνατη ελληνική γραφειοκρατία για να βάλει εμπόδια. 
Ετσι φυσικά δεν πηγαίνουμε πουθενά, αλλά αυτό το ξέραμε πάντα. Το κακό είναι ότι αυτό δεν αλλάζει ποτέ. Ούτε μετά από επτά χρόνια κρίσης, ούτε με παγκόσμια πρωτιά στην ανεργία, ούτε με χαμένο το μισό εισόδημα, ούτε με παγκόσμια πρωτιά στα χρέη, ούτε με κλειστές τις επιχειρήσεις. Η ελληνική γραφειοκρατία, αυτός ο μηχανισμός οπισθοδρόμησης, θα κρατάει τη χώρα πίσω, θα καταδικάζει τους πολίτες σε φτώχεια και ανεργία, θα εμποδίζει την ανάπτυξη και την πρόοδο. Οπως έκανε πάντα, σε συνεργασία με τον πολιτικό κόσμο που το μόνο που επιθυμεί είναι η διατήρηση των πελατειακών σχέσεων για να κρατάει σε ομηρία τους πολίτες και τις επιχειρήσεις ώστε να εισπράττει χρήμα και εξουσία εις βάρος όλων.
Δεν είναι τυχαίο, ούτε αδυναμία των μνημονίων, το ότι μετά από επτά χρόνια κρίσης, ανεργίας, φτώχειας, αποεπένδυσης και ύφεσης η κυβέρνηση συζητά σήμερα τη λήψη μέτρων μετά από μια τριετία. 
Αυτό και μόνο αποδεικνύει ότι δεν θέλει να λύσει το πρόβλημα σήμερα. 
Προτιμά να μην κάνει τίποτα και να αναγκάσει μια μελλοντική κυβέρνηση να πάρει ξανά σκληρά μέτρα για να αντιμετωπίσει το ίδιο πρόβλημα, το οποίο αναμφίβολα θα συνεχίσει να υπάρχει και τότε. 
Η χώρα είναι καταδικασμένη από το πολιτικό της προσωπικό και τη δημόσια διοίκησή της. 
Φυσικά και οι μεν, δηλαδή οι πολιτικοί, και οι δε, δηλαδή η δημόσια διοίκηση, δεν κινδυνεύουν διότι απλούστατα αυτοί θα κρατήσουν και τις θέσεις τους και τους μισθούς τους και τα προνόμιά τους, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα διαλύονται. 
Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, επειδή αυτοί είναι στο απυρόβλητο, θα συνεχίσουν να διαλύουν τη χώρα. Δεν τους καίγεται καρφί! Γρ. Νικολόπουλος
protothema
Πηγή

 http://realpolitics.gr