Το 4ο Μνημόνιο ψηφίστηκε. Και τώρα τι κάνουμε;


Ο καταφρονητικός τρόπος με τον οποίον συνηθίζουν να αναφέρονται μεταξύ τους τα πολιτικά κόμματα που ευθύνονται για την υπαγωγή και την διατήρηση της χώρας στην άγονη περιοχή των Μνημονίων, επισκίασε και τη συζήτηση της περασμένης Πέμπτης στη Βουλή για τα νέα βαρειά υφεσιακά μέτρα.

Θα ήταν μια ευκαιρία ίσως, διαπιστώνουν όσοι είχαν υπομονή να παρακολουθήσουν την διαδικασία, να συζητούσαν τουλάχιστον οι δυνάμεις του αστικού κορμού για θέματα, όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις, η τόνωση της αγοράς μέσω της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του Δημοσίου, αλλά και να αναζητηθεί μια ελάχιστη συμφωνία για τις αναγκαίες αλλαγές στο παραγωγικό πρότυπο, τη Διοίκηση, την Δικαιοσύνη και την Παιδεία.
Είναι αλήθεια- και σε αυτό συμφωνούσαν οι περισσότερες πλευρές στο Περιστύλιο- ότι η διαφαινόμενη Συμφωνία προσφέρει στην κυβέρνηση ένα «καθαρό» δημοσιονομικό και πολιτικό πεδίο προκειμένου να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν σε τόνωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, η οποία συνιστά περίπου το 70% του ΑΕΠ και θα μπορούσε συνεπώς να δώσει ανάσα στις επιχειρήσεις, μειώνοντας το επίπεδο της ανεργίας.
Όμως την ίδια ώρα η κατάσταση στο μέτωπο των επενδύσεων, παραμένει αβέβαιη και συγκεχυμένη. Πέρα από τις θεαματικές κυρίως κινήσεις του πρωθυπουργού Α. Τσίπρα που επιδιώκει να εμφανιστεί συμβολικά ως επικεφαλής μιας επενδυτικής έκρηξης, η διηνεκής ραθυμία πολλών υπουργών δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας αντίληψης για επίσπευση των αποφάσεων την στιγμή που η χώρα βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού.
Κοινή διαπίστωση σε πολλά κομματικά επιτελεία είναι ότι, παρόλο που η Ελλάδα μετά από 7 χρόνια σκληρής προσαρμογής προσφέρει ελκυστικές επενδυτικές ευκαιρίες, εντούτοις, επιχειρηματικά σχέδια αναστέλλονται εξαιτίας της διάχυτης αβεβαιότητας, της φορολογικής δυσμένειας και μιας άκαμπτης γραφειοκρατίας που διαμορφώνει συνθήκες αποθάρρυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Ο κ. Τσίπρας εμφανίστηκε βέβαιος από τη Βουλή για τη νέα επικείμενη υπεραπόδοση των στόχων, αλλά, ελάχιστοι πλην των βουλευτών του κόμματός του, συμμερίστηκαν εκείνη την ώρα την αισιοδοξία του για την επίτευξη προσεχώς μελλοντικών πλεονασμάτων, όταν αυτά δεν προκύπτουν από μεγέθυνση της Οικονομίας, αλλά από την υπερφορολόγηση πολιτών και επιχειρήσεων που έχουν υπερβεί τα όρια τους.
Υπό την προϋπόθεση ότι η επισφράγιση της Συμφωνίας συνομολογηθεί, όπως υπογραμμίζουν πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, θα ανοίξει μια βραχεία μεν, αλλά ελπιδοφόρα οδός για την εκταμίευση των 7 δισ, την ελάφρυνση του χρέους, την ένταξη στο QE ώστε να μπορέσουν οι Τράπεζες να στηρίξουν την Οικονομία και την απελευθέρωση μιας λανθάνουσας αναπτυξιακής δυναμικής μέσω αποκρατικοποιήσεων, επενδύσεων στην ενέργεια, τον τουρισμό, τον πρωτογενή τομέα και τις υποδομές, αλλά και μέσω της αξιοποίησης των λιμναζόντων πόρων του ΕΣΠΑ.
Στο κλίμα αυτό, έστω υπό αναιμικές προϋποθέσεις, η χώρα θα δυνηθεί να δοκιμάσει τις δυνάμεις της αναζητώντας αναχρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές και εγκαταλείποντας βαθμηδόν τον επίσημο τομέα, ως επιστέγασμα της ανάκτησης μέρους της χαμένης της αξιοπιστίας.
Φυσικά, όπως αναγνωρίζουν οι μετριοπαθείς φωνές στην πολιτική και οικονομική  αγορά, η προσπάθεια αυτή μόνο εύκολη δεν είναι. Επειδή, η ανάκαμψη, όπως παρατηρούν εμφατικά απαιτεί επίμονη προσπάθεια και συνέπεια και κυρίως συγκροτημένο σχέδιο για την αλλαγή του κλίματος, η εφαρμογή του οποίου δεν θα εναπόκειται στις διαθέσεις κάθε καραδοκούντος δασάρχη ή ονειροπαρμένου αρχαιολόγου που ανακαλύπτουν κατάφυτες εκτάσεις στο διάσπαρτο από αρχαιότητες ρημαγμένο Ελληνικό…
Γιώργος Χατζηδημητρίου
 .reporter.gr