Στους πόσους φόρους εξαντλείται η αν(τ)οχή των Ελλήνων;

Στους πόσους φόρους εξαντλείται η αν(τ)οχή των Ελλήνων;

Ποια μέτρα είναι ικανά να καταφέρουν να τους σηκώσουν από τους καναπέδες;


Διανύουμε ήδη τον έβδομο χρόνο των μνημονίων που άλλαξαν προς το χειρότερο τη ζωή μας και θα περίμενε κανείς να έχουμε γίνει σοφότεροι με όσα έχουμε βιώσει μέχρι σήμερα.
Σ’ αυτά τα χρόνια, όλοι μας έχουμε πολλά να πούμε για τους πολιτικούς που μας παραπλάνησαν, που μεταλλάχτηκαν και μας πούλησαν. Είναι παραπάνω από σαφές πως σ’ αυτά τα μαύρα χρόνια
η Ελλάδα δεν ευτύχησε να διαθέτει μεγάλους πολιτικούς ηγέτες, από αυτούς που θα μπορούσαν να την βγάλουν από το αδιέξοδο, στο οποίο έχει περιέλθει. Το αντίθετο, μάλιστα! Απεδείχθη ότι αυτοί που διαθέτουμε, μάς έριξαν ακόμα πιο βαθιά στην ύφεση και τη λιτότητα, μάς έκαναν τον περίγελο της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου, μάς στέρησαν το χαμόγελο και την αξιοπρέπεια.
To αναμενόμενο, όμως, είναι να ασχοληθούμε για μια ακόμα φορά με τους πολιτικούς και να τούς ρίξουμε το ανάθεμα. Είναι, άλλωστε, αυτό που συνηθίζουμε να κάνουμε εδώ και… 40 χρόνια. Ομως, απ’ όποια πλευρά κι αν το δει κανείς, καταλήγουμε τελικά να κυνηγάμε την… ουρά μας, αφού αυτοί που επιτρέπουμε να μας παραπλανούν καθ’ έξιν είναι αυτοί που ψηφίζουμε ή… δεν ψηφίζουμε, προτιμώντας την αποχή, επιτρέποντας με τον τρόπο αυτό να μάς κυβερνούν μειοψηφίες.
Αν λοιπόν θα πρέπει κάποιον να ψέξουμε, είναι πρωτίστως τον εαυτό μας. Τον εαυτό μας και τις επιλογές μας, αφού εμείς τους στέλνουμε (και τους ξαναστέλνουμε) στη Βουλή.
Και μετά… υπομένουμε αγόγγυστα τους φόρους που μας επιβάλλουν, αφού μας έχουν πείσει ότι είναι ειδικές οι συνθήκες και πως δεν υπάρχει εναλλακτική, πως η… σπατάλη αγοράς ενός επιπλέον ενδύματος ή ενός ακριβού κινητού που κάποτε λαχταρήσαμε να αποκτήσουμε, έχει την ίδια αξία στο χρηματιστήριο της ενοχής με τις μίζες των πολιτικών και των παρατρεχάμενών τους, που είχαν πρόσβαση στο… βάζο με το μέλι, ή με τα θαλασσοδάνεια και τα τεράστια σκάνδαλα, και πως, επομένως, αν δεν υπομείνουμε όσα μας επιβάλλουν, θα έρθει η χρεοκοπία.
Και με την πλύση εγκεφάλου που γίνεται έχουμε φτάσει να «ξεχνάμε» πως οι φόροι, οι όποιοι φόροι, οφείλουν να είναι ανταποδοτικοί. Ενας πολίτης πληρώνει τους φόρους του προς την Πολιτεία, για να έχει ως αντάλλαγμα πρόσβαση σε σωστές υπηρεσίες υγείας, ποιοτική παιδεία για τα παιδιά του και ασφάλεια για την οικογένειά του.
Τι από αυτά απολαμβάνει ο σύγχρονος Ελληνας;
Ποια υγεία; Με τα νοσοκομεία όπου πρέπει να πάει ο ίδιος σεντόνια και γάζες; Με τα ραντεβού που κλείνονται μετά από έξι μήνες (στην καλύτερη περίπτωση), όταν ίσως είναι πια πολύ αργά για τον αδιάγνωστο ασθενή, ή με τα φάρμακα που είναι σε συνεχή έλλειψη; Με το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό που δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες των ασθενών; ′Η μήπως με τα ασθενοφόρα που βρίσκονται… παρκαρισμένα, λόγω βλάβης και έλλειψης ανταλλακτικών και μάταια πολλές φορές περιμένει κάποιος που τα χρειάζεται να φτάσουν;
Ποια παιδεία, όταν οι εκπαιδευτικοί δεν επαρκούν, όταν το εκπαιδευτικό σύστημα ολοένα και αποψιλώνεται από όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να κρατήσουν ψηλά το επίπεδο της γνώσης, όταν τα μαθήματα γίνονται μέσα σε άθλια κτίρια, χωρίς τις κατάλληλες σύγχρονες υποδομές και με την παραπαιδεία  να έχει γίνει απαραίτητο βοήθημα, αν κάποιος θέλει να εισαχθεί σε κάποια ανώτατη σχολή; ′Η μήπως με την κατάργηση των ολοήμερων σχολείων και την έλλειψη παιδικών σταθμών, όπου θα μπορούσε ο εργαζόμενος γονιός (όποιος τέλος πάντων δουλεύει ακόμα) να αφήσει τα παιδιά του;
Μήπως όμως αισθάνεται κανείς ασφάλεια; Η εγκληματικότητα έχει χτυπήσει κόκκινο, ο Ελληνας που κάποτε άφηνε το κλειδί πάνω στην πόρτα ή κάτω από το χαλάκι, δεν αισθάνεται προστατευμένος ούτε με… δέκα συναγερμούς, η ατελείωτη λαμπερή ελληνική νύχτα με τις βόλτες κάτω από τα αστέρια, έγινε ξαφνικά σκοτεινή και επικίνδυνη για τους τολμηρούς που θέλουν να την απολαύσουν.
Και όλα τα παραπάνω, χωρίς να ανοίξουμε καν τα θέματα της δικαιοσύνης, της εξυπηρέτησης από τις δημόσιες υπηρεσίες, των συγκοινωνιών και τα εργασιακά, για τα οποία… έρχεται ο λογαριασμός τον Σεπτέμβρη!
Οπότε προκύπτουν μια σειρά από ερωτήματα:
Πόσο ακόμα θα ανέχεται ο Ελληνας πολίτης να υποτιμάται η νοημοσύνη του, να εξευτελίζεται σε ατομικό, αλλά και εθνικό επίπεδο, να πληρώνει συνεχώς χωρίς αντίκρισμα σε παροχές και σε βελτίωση των συνθηκών που του έχουν υποσχεθεί ότι θα έλθει;
Πόσο ακόμα, άραγε, θα δέχεται αδιαμαρτύρητα να πληρώνει φόρους για να ξεπληρώσει δάνεια το 95% των οποίων πήγε στη διάσωση των ευρωπαϊκών τραπεζών, σε τόκους και σε ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών; 
Πόσο ακόμα θα βρίσκεται ξαπλωμένος στους καναπέδες, βυθισμένος στην αποχαύνωση πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών ενός παράλληλου σύμπαντος που συνεχίζει να ευημερεί, σε πείσμα της δικής μας ζοφερής πραγματικότητας, μουσικών ριάλιτι με ταλέντα που θεωρούν εαυτόν ταγμένο να υπηρετήσει το τραγούδι (πόσους τραγουδιστές πια αντέχει αυτή η μικρή χώρα;) και μαγειρικών εκπομπών που χορταίνουν τα μάτια του, αφού δεν μπορούν να χορτάσουν το στομάχι του;
Πόσο θα ανέχεται να τον παραπλανούν με ψέματα αισχίστου είδους και θα λειτουργεί με… χρονοκαθυστέρηση (όταν είναι πια πολύ αργά…), σε κάθε μέτρο-φόρο που τού επιβάλλεται, γιατί δεν κινητοποιήθηκε να μάθει, να διαβάσει τι επιπτώσεις θα έχουν στη ζωή του τα νομοσχέδια που πηγαίνουν στη Βουλή για να ψηφισθούν;
Πώς είναι δυνατόν να μαθαίνει ότι η κυβέρνηση εκχώρησε τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια στους δανειστές και να μην ανασηκώνει ούτε το βλέφαρο;
Πώς γίνεται, όταν στη Γαλλία ο κόσμος ξεσηκώνεται για τα εργασιακά, όταν το Βέλγιο, η Αγγλία η Ιταλία, ολόκληρη η Ευρώπη βρίσκεται σε αναβρασμό, εκείνος είτε να μην ενδιαφέρεται, είτε να αγνοεί τον Αρμαγεδδώνα που έρχεται;
Πώς μπορεί να ανέχεται τα κροκοδείλια δάκρυα των βουλευτών, που… θρηνούν μεν, ψηφίζουν δε, τα αντιλαϊκά μέτρα που βάζουν ταφόπλακα στις ζωές μας, χωρίς να εξοργίζεται;
Πώς αντέχει τη συνειδητοποίηση ότι όχι μόνο θα πεθάνει υποτελής στους ξένους, ως πολίτης μιας χώρας-προτεκτοράτου, που τελεί υπό εποπτεία, αλλά και ότι θα κληροδοτήσει αυτή την υποτέλεια και στα παιδιά του και να μην εξανίσταται;
Τελικά στους πόσους φόρους και επαχθή μέτρα, στις πόσες προδοσίες και στις πόσες ταπεινώσεις θα λειτουργήσουν τα αντανακλαστικά του και θα αποφασίσει πως ήρθε η ώρα να μιλήσει η δική του οργή;