Λιτότητα δίχως ορατό τέλος

Λιτότητα δίχως ορατό τέλος - Media

Τα εμπόδια που θα βρει η κυβέρνηση στο νέο αφήγημα περί ανάπτυξης
Κυβέρνηση... μόνη, ψάχνει για πολιτικό αφήγημα. Αν δεν υπάρξει κάποια εντυπωσιακή μεταστροφή του κλίματος μέσα στα επόμενα εικοσιτετράωρα – θα φανεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη σημερινή συνεδρίαση του EuroWorking Group –, η απόφαση του Eurogroup της επόμενης Πέμπτης δεν
θα αφήνει πολλά περιθώρια στο επιτελείο του Μεγάρου Μαξίμου για επικοινωνιακή αξιοποίηση. 
Ασφαλώς το να εκταμιευτεί μια «παραφουσκωμένη» δόση της τάξεως των 9-10 δισ. ευρώ δεν είναι αμελητέα υπόθεση, καθώς από τον Ιούλιο, εκτός από την κάλυψη των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας – κάτι που ουσιαστικά αφήνει παγερά αδιάφορη την κοινή γνώμη –, θα αρχίσει και η μαζική αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου. Κάτι που με λίγα λόγια σημαίνει ότι «θα πέσει χρήμα στην αγορά». 
Και αυτό όμως δεν φαίνεται να είναι αρκετό για να βελτιώσει το κλίμα έστω και στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Δυστυχώς για την κυβέρνηση, ο πήχης τις τελευταίες εβδομάδες είχε ανέβει πολύ ψηλά: διευθέτηση του χρέους, συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, «καθαρός διάδρομος» για την ελληνική οικονομία, αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών και προοπτική εξόδου στις αγορές.
Μέχρι και... φωτογραφίες του πρωθυπουργού με γραβάτα είχαν αρχίσει να ονειρεύονται τα κυβερνητικά στελέχη πριν έρθει η «προσγείωση» από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έσπευσε προ ημερών να μιλήσει για τον κίνδυνο να «φορέσουμε φέσι».
Ανήφορος δεκαετιών
Το ποια θα είναι η τελική έκβαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου παραμένει άγνωστο. Τα μέχρι τώρα στοιχεία όμως που έχουν έρθει στο προσκήνιο, είτε μέσα από τις διαρροές εγγράφων είτε μέσα από τις δημόσιες δηλώσεις, δεν αφήνουν σοβαρά περιθώρια αισιοδοξίας. 
Το προσχέδιο της απόφασης του Eurogroup στις 22 Μαΐου περιείχε μια απογοητευτική για τους Έλληνες πολίτες πρόβλεψη: πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% μέχρι το 2022 και στη συνέχεια υποχρέωση παραγωγής έστω και μειωμένων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 2,2% μέχρι και το... 2060. Ποια φράση θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα μια τέτοια κατάσταση από το «αιώνια λιτότητα»; 
Ακόμη και αν αποφευχθεί μια τέτοια αναφορά στο κείμενο στο οποίο θα καταλήξει το Eurogroup στις 15 Ιουνίου, οι Έλληνες πολίτες έχουν... πιάσει το νόημα. 
Οι όποιες αποφάσεις ληφθούν για το χρέος – κατά πάσα πιθανότητα μετά τις γερμανικές εκλογές, ενδεχομένως και μετά τη λήξη της τρίτης δανειακής σύμβασης –, είτε είναι περισσότερο είτε λιγότερο ευνοϊκές, δεν θα ληφθούν χωρίς «αντάλλαγμα». Όπου «αντάλλαγμα» σημαίνει υποχρέωση παραγωγής υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή διατήρηση της υφιστάμενης σκληρής φορολογικής πολιτικής για δεκαετίες ολόκληρες. 
Το τι ζητούν από την Ελλάδα οι Ευρωπαίοι είναι πλέον αρκετά σαφές και συνοψίζεται στην ακόλουθη πρόταση: «Θα εγγυηθούμε για το χρέος ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις εξόδου στις αγορές, θα κάνουμε και τις απαραίτητες προσαρμογές αν χρειαστεί, αλλά εσείς θα αναλάβετε μέσα από την παραγωγή των πρωτογενών πλεονασμάτων να πληρώνετε με ίδιες δυνάμεις τους τόκους. Ή, πιο απλά, τα χρεολύσια εμείς, τους τόκους εσείς».
Με μια τέτοια προοπτική, προφανώς ο Έλληνας φορολογούμενος δεν μπορεί να αισθανθεί δικαιωμένος για τους κόπους των τελευταίων ετών, καθώς αντιλαμβάνεται ότι τον ανηφορικό δρόμο των τελευταίων ετών θα πρέπει να τον ακολουθήσουν, εκτός από τον ίδιο, τα παιδιά του και τα εγγόνια του.
Αναγκαστικά, λοιπόν, η κυβέρνηση θα πρέπει να στρέψει το βλέμμα της στο εσωτερικό και να αναζητήσει εντός των τειχών το πολιτικό αφήγημα που θα τη «βγάλει» μέχρι την κάλπη, είτε αυτή στηθεί μέσα στο 2018 είτε στο τέλος της κυβερνητικής θητείας (κάτι που, με τα δεδομένα που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή, δεν φαντάζει ιδιαίτερα πιθανό).
Εύθραυστη εικόνα του ΑΕΠ
Τι υπάρχει όμως για επικοινωνιακό «πούλημα» στο εσωτερικό της χώρας; Η... δίψα στο Μέγαρο Μαξίμου για ένα «καλό νέο» φάνηκε από την αντίδραση που υπήρξε μετά τη «διόρθωση» του ΑΕΠ από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Η ύφεση του 0,5%, που είχε ανακοινωθεί στις 15 Μαΐου, μετατράπηκε σε ανάπτυξη της τάξεως του 0,4% και το πρωθυπουργικό περιβάλλον έσπευσε, την πρώτη ημέρα με ανακοίνωση και τη δεύτερη με γραπτή δήλωση του Αλέξη Τσίπρα, να καταγγείλει αντιπολίτευση και μέσα ενημέρωσης για τη μέχρι τώρα στάση τους. 
Βέβαια οι αριθμοί δεν προσφέρονται ιδιαίτερα για πολιτική αξιοποίηση, καθώς η απόσταση από το -0,5% στο +0,4% σε επίπεδο τριμήνου μεταφράζεται στην πράξη σε 200 εκατ. ευρώ επιπλέον, τα οποία μπορεί να κατεγράφησαν από έναν τυχαίο και μη επαναλαμβανόμενο παράγοντα. 
Για παράδειγμα η ανάπτυξη μπορεί να έχει προέλθει από 300-400 εκατ. ευρώ που δαπάνησαν μέσα στον Ιανουάριο μερικές εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι που εισέπραξαν στο τέλος του 2016 τη λεγόμενη «13η σύνταξη», η οποία προσέθεσε 600 εκατ. ευρώ στο εισόδημα των συνταξιούχων. Αυτά τα 600 εκατ. ευρώ, όμως, πιθανώς δεν θα υπάρχουν και φέτος. 
Τι είναι, λοιπόν, τα 200 εκατ. ευρώ επιπλέον; Περίπου 20 ευρώ για κάθε Έλληνα πολίτη μέσα σε ένα τρίμηνο. Δεν είναι αδιάφορο ποσό στη σημερινή εποχή, αλλά δεν είναι τέτοιο που θα κάνει τη διαφορά. Το πόσο εύθραυστη είναι η εικόνα του ΑΕΠ φαίνεται και από τα ακόλουθα στοιχεία:
1 Με βάση τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία, η τελική καταναλωτική δαπάνη ανήλθε στα 42,446 δισ. ευρώ έναντι 41,717 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2016. Υπήρξε δηλαδή αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης κατά 729 εκατ. ευρώ.
2 Η αύξηση της τελικής καταναλωτικής δαπάνης οφείλεται στα νοικοκυριά καθώς και στα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ενισχύουν τα νοικοκυριά. Η δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε στα 32,537 δισ. ευρώ έναντι 31,994 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2016. Η αύξηση δηλαδή διαμορφώνεται στα 543 εκατ. ευρώ. Όσον αφορά την κατανάλωση των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, ανήλθε στα 9,925 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση της τάξεως των 97 εκατ. ευρώ συγκριτικά με την περίοδο Ιανουαρίου - Μαρτίου 2016.
Ύστερα από αυτές τις μεταβολές το μερίδιο της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ ανήλθε το πρώτο τρίμηνο στο 70,53% έναντι 69,66% που ήταν το πρώτο τρίμηνο του 2016. 
Με λίγα λόγια, το ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2017 στηρίχτηκε ακόμη περισσότερο στη «δίψα» των νοικοκυριών για κατανάλωση. Το αν όμως τα νοικοκυριά θα μπορούν και τους επόμενους μήνες να καταναλώνουν – υπό το βάρος μάλιστα των νέων μέτρων που φαίνονται στον ορίζοντα – δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Ουσιαστικά το ΑΕΠ είναι εξαρτημένο σε ποσοστό άνω του 70% από την ψυχολογία αλλά και το διαθέσιμο χρήμα των νοικοκυριών.
3 Αυξημένο ήταν και το μέγεθος του ακαθάριστου σχηματισμού κεφαλαίου, που ουσιαστικά αποτυπώνει την πορεία των επενδύσεων. Το σχετικό κονδύλι ανήλθε στα 6,375 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2017 έναντι 5,612 δισ. ευρώ στο πρώτο τρίμηνο του 2016 – η αύξηση ανέρχεται στα 763 εκατ. ευρώ. Σχεδόν το σύνολο της αύξησης προήλθε από τον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, ο οποίος ανήλθε στα 5,415 δισ. ευρώ έναντι 4,87 δισ. ευρώ πέρυσι (αύξηση 545 εκατ. ευρώ). 
Προκύπτει λοιπόν ότι η υλοποίηση μιας και μόνο επένδυσης (όπως για παράδειγμα η παραχώρηση των περιφερειακών αεροδρομίων στη γερμανική Fraport) μπορεί να αποτυπωθεί με έντονο τρόπο στο ΑΕΠ. Ωστόσο οι ευεργετικές συνέπειες της επένδυσης χρειάζονται χρόνο για να φανούν στην τσέπη των πολιτών, οι οποίοι εν τω μεταξύ ανάπτυξη ακούνε και ανάπτυξη δεν βλέπουν.
4 Αρνητική ήταν η επίπτωση στο ΑΕΠ του ισοζυγίου και ειδικά του εμπορικού ισοζυγίου. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν, αλλά η αύξηση των εισαγωγών ήταν πολύ μεγαλύτερη, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του ελλείμματος. 
Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά το πρώτο τρίμηνο του 2017 μετρήθηκαν από την ΕΛΣΤΑΤ στα 14,056 δισ. ευρώ έναντι 13,417 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2016 σημειώνοντας αύξηση 639 εκατ. ευρώ. Από την άλλη οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εκτοξεύτηκαν στα 16,26 δισ. ευρώ έναντι 14,657 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2016, με την αύξηση να ανέρχεται στα 1,603 δισ. ευρώ.
Κινούμενη άμμος
Η εσωτερική επικαιρότητα κατακλύζεται και από άλλα γεγονότα, που κάθε άλλο παρά μπορούν να αξιοποιηθούν πολιτικά από την κυβέρνηση, τουλάχιστον με τα μέχρι τώρα δεδομένα. Ο «πόλεμος κατά της διαφθοράς και των διαπλεκομένων συμφερόντων» δεν έχει αποδώσει μέχρι στιγμής. 
Τα έσοδα έρχονται στα κρατικά ταμεία μέσω του χαριστικού για τους μεγαλοπαραβάτες νόμου της οικειοθελούς αποκάλυψης κρυφών εισοδημάτων, από τη ρύθμιση των 100 δόσεων αλλά και από τη μαζική επίθεση στους οφειλέτες, κυρίως μέσα από τη δέσμευση και την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών. Το ότι έχουν δεσμευτεί μέχρι στιγμής περισσότεροι από 850.000 τραπεζικοί λογαριασμοί μάλλον δεν ενισχύει το προφίλ της κυβέρνησης.
Η προσπάθεια να μπει τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο επίσης έχει αποτύχει μέχρι στιγμής, ενώ οι πολίτες βλέπουν προς το παρόν μόνο κινήσεις «αυτορρύθμισης» με τους όρους των εμπλεκόμενων παικτών. 
Στο μέτωπο των «κόκκινων» δανείων, το ότι η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε μια μικρή μείωση στα επίπεδα των 105 δισ. ευρώ οφείλεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στις διαγραφές στις οποίες προχώρησαν οι τράπεζες, κυρίως στα επιχειρηματικά δάνεια. 
Όσον αφορά τα στεγαστικά, η ανοδική πορεία συνεχίζεται και πλέον αποτυπώνεται με σαφήνεια ότι το μέλλον εκατοντάδων χιλιάδων ιδιοκτητών είναι «σκοτεινό», ειδικά από τον Σεπτέμβριο, οπότε θα αρχίσουν και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί. 
Όσον αφορά τους φόρους, η κυβέρνηση μάλλον θα θέλει να ξεχάσει από τώρα το δεύτερο εξάμηνο. Από τον Ιούνιο μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου θα πρέπει να καταβληθούν φόροι 33 δισ. ευρώ, περισσότερα από 4,5 δισ. ευρώ ανά μήνα. 
Και τι δεν θα έχει το δεύτερο εξάμηνο: ΕΝΦΙΑ, αυξημένο φόρο εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, περισσότερο φόρο στα ενοίκια, διόρθωση ασφαλιστικών εισφορών, μικρότερο επίδομα θέρμανσης και – ενδεχομένως – αυξημένα τέλη κυκλοφορίας για εκατοντάδες χιλιάδες οδηγούς. Είναι αυτό σκηνικό για πολιτική εκμετάλλευση;
Μάλλον χρειάζονται πολλές και σοβαρές παρεμβάσεις για να αλλάξει το κλίμα..

 Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1971 στις 08-06-2017