Θερινή στιγμή στην Αθήνα

Αλέξανδρος Αρδαβάνης

-Πρέπει οπωσδήποτε να κοιτάξεις τι θα κάνεις. Ετοιμάζονται να σου τα καταπατήσουν και αυτά!

Η τσέπη του γιλέκου βαριά. Τραβάω δυο αρμαθιές κλειδιά. Τα κοιτάζω επίμονα. Τι ανοίγουν; Μάλλον τι άνοιγαν; Θυμάμαι μόνο πως ταίριαζαν σε μια σειρά πόρτες, εξώπορτες, πορτόνια• σπιτιών, γραφείων, κήπων, περιφράξεων.

Δε μπορώ όμως να ταυτίσω κλειδιά και κλειδαριές πιά. Κυρίως δε με αφορούν. Ξέρω επιτέλους πως δε μου ανήκουν. Τίποτε δε μου ανήκει – και ορθώς. Και νιώθω πιο ελαφρύς.


-Με άκουσες; Θα τα χάσεις και αυτά! Η φωνή της πατριάς επιμένει σαν καμπάνα δίπλα στο αυτί μου.

Τραβάω ένα βιβλίο απο τη βιβλιοθήκη. «Έκκεντρα». Σελίδα 36:

«Το θράσος των νεοφερμένων..

Σήμερα συνειδητοποίησα τον σοφό αυτοματισμό του διπόδου, κατακτημένο σε εκατομμύρια χρόνια βάδισης. Αναρωτιόμουν για την τελεολογία των ποδιών των αιλουροειδών και των αλόγων αλλά μπερδεύτηκα στην εξελικτική ερμηνεία.

Αυτά σκεφτόμουν σήμερα εδώ στο χωριό του πατέρα, όταν δοκιμάζοντας να βαδίσω ανάποδα έπεσα κάτω τρεις φορές και γρατζουνίστηκα. Εκτρέπομαι συχνά σε δολιχοδρομικούς συλλογισμούς σε τούτον τον τόπο.

Ήρθα μόνος μου να δω τι γίνεται στο κτήμα αυτό στο χείλος της λαγκάδας.

Η μπασιά είχε βουρκώσει από χαρουπιές∙ μου κλείνουν την είσοδο σκέφτηκα, αλλά είναι τόσο όμορφες, τόσο αυτάρκεις, ας υποψιάζομαι πως κάποιος γείτονας τις φύτεψε ακριβώς με τη δολιότητα του αποκλεισμού μου από το κτήμα.

Η γη, σκέφτομαι πάλι ανήκει πρώτα στη χλωρίδα και αυτή πάλι στην πανίδα, οι άνθρωποι είμαστε νεοφερμένοι και θρασείς όπως αγενής και αχόρταγος ξένος σε φιλόξενο σπίτι. Έτσι και με τούτες τις ολοπράσινες παρουσίες που καμαρώνουν στο χώμα που ανήκει σ’ αυτές και όχι σε μένα το άσχετο τέκνο της πόλης που έρχομαι να περιφρουρήσω, τρομάρα μου, το έχειν μου άπαξ ετησίως.

Οι χαρουπιές φράζουν πολύ όμορφα το μονοπάτι μου και το διακοσμούν καλύτερα από κάθε φροντισμένο κήπο, ας εξυπηρετούν τα σχέδια στραγγαλισμού της πρόσβασής μου από τον δόλιο γείτονα.

Η ιδιοκτησία μου∙ πιστοποιημένη από χειρόγραφα με ξεθωριασμένο μελάνι κάπου διακοσίων χρόνων σε κιτρινισμένα χειρόγραφα κάποιου στριμμένου Συμβολαιογράφου. Βάλε τα δίπλα στα γενετικά αποτυπώματα αυτής της χαρουπιάς, τα ίχνη εκατομμυρίων χρόνων του χώματος για να δεις ποιος ο Ιδιοκτήτης…»

Είναι μεσοκαλόκαιρο. Γέρνω στην πολυθρονίτσα μου στο μπαλκονάκι. Όχι αυτό δε θα το παραδώσω. Εκτός αν βρούνε τον τρόπο να μου το πάρουν κι αυτό.

Θα έχω τότε αυτήν την πολυθρόνα και κάποια στρωσίδια. Με στέγη τον ουρανό.

Αυτό, ο τόπος μου μπορεί να μου το προσφέρει για οχτώ-εννιά μήνες τουλάχιστον. Για τους υπόλοιπους κάτι θα βρεθεί.

Είμαι πλούσιος, λέω. Και τυχερός.

Κάπου κάπου νιώθω μέχρι και ελεύθερος· απελεύθερος μάλλον.

Πηγή: presspublica.gr



Η Σφήκα: Επιλογές