Το χρήμα φέρνει τελικά την ευτυχία αλλά υπό προϋποθέσεις

Το χρήμα φέρνει τελικά την ευτυχία αλλά υπό προϋποθέσεις

Αν θέλετε να φτάσετε λίγο πιο κοντά στην ευτυχία τότε καλά θα κάνετε να παραγγέλνετε πιο συχνά φαγητό απ’ έξω και να προσλάβετε... καθαρίστρια!

Μια νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Proceedings of the National Academy of Sciences (PNAS) δείχνει πως όταν ξοδεύουμε χρήματα για συγκεκριμένους σκοπούς τότε μειώνεται σημαντικά το στρες και βελτιώνονται τα επίπεδα ευεξίας μας.


Πιο συγκεκριμένα, όπως διαπίστωσαν οι ερευνητές σύμφωνα με τους New York Times, τα χρήματα που ξοδεύονται προκειμένου να εξοικονομήσουμε χρόνο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που αγοράζουμε έτοιμο φαγητό, παίρνουμε ταξί αντί να περπατήσουμε ή πληρώνουμε κάποιον για να καθαρίσει το σπίτι μας αντί για εμάς, τότε φεύγει από πάνω μας το βάρος της πίεσης χρόνου κι έτσι νιώθουμε καλύτερα.

«Οι άνθρωποι που ξοδεύουν χρήματα για να εξοικονομήσουν χρόνο, για παράδειγμα αναθέτοντας σε άλλους δουλειές που δεν τους αρέσει να κάνουν, δηλώνουν συνολικά πιο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους» δηλώνει η Άσλι Ουίλανς, επίκουρη καθηγήτρια στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ και επικεφαλής της μελέτης, η οποία βασίστηκε σε σειρά δημοσκοπήσεων σε διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων η Δανία, η Ολλανδία και ο Καναδάς.

Η αγορά υπηρεσιών που μας γλιτώνει χρόνο και κόπο μας κάνει πιο ευτυχισμένους, ωστόσο τα χρήματα που ξοδεύονται για την αγορά υλικών αγαθών δεν έχουν την ίδια επίδραση, σημειώνουν οι ερευνητές.

Να σημειωθεί ότι το εισόδημα δεν φάνηκε να επηρεάζει πόσο ευτυχισμένος θα νιώσει κανείς όταν ξοδεύει χρήματα με σκοπό να γλιτώσει χρόνο. Τόσο οι αρκετά εύποροι όσο και οι λιγότερο ευκατάστατοι ωφελήθηκαν ψυχικά όταν «αγόρασαν χρόνο».

«Αν υπάρχει κάποια δουλειά που σε θλίβει και μόνο που σκέφτεσαι ότι πρέπει να την κάνεις, τότε πιθανότατα αξίζει τον κόπο να αναλογιστείς αν έχεις την οικονομική δυνατότητα να πληρώσεις ώστε να την κάνει κάποιος άλλος για σένα» αναφέρει με τη σειρά της η Ελίζαμπεθ Νταν, καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας και μία εκ των συντακτών της μελέτης.



Πηγή: onmed.gr