Πόλεμος για την παγκόσμια κυριαρχία

Πόλεμος για την παγκόσμια κυριαρχία - Media
Ενώ ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη, βιαστικά και μάλλον επιπόλαια έσπευσαν να τον χαρακτηρίσουν ως έναν Ευρωπαϊκό Πόλεμο.
Το ίδιο άστοχοι υπήρξαν και μεταγενέστεροι χαρακτηρισμοί του πολέμου, που μιλούσαν για έναν ευρωπαϊκό εμφύλιο στον οποίο συμμετείχαν έθνη που είχαν περισσότερες ομοιότητες μεταξύ τους παρά διαφορές.
Αυτό που είχε, ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία ως αποτέλεσμα αυτής της αυτοκαταστροφικής σύγκρουσης για την Ευρώπη, ήταν ότι τελικά απώλεσε τη θέση της ως ηγέτιδα δύναμη του δυτικού κόσμου. Στο τέλος του πολέμου αυτού, η νέα ηγέτιδα δύναμη που αναδείχτηκε ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Η δε εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο, τον Απρίλιο του 1917, ήταν η αιτία που ο ευρωπαϊκός αυτός πόλεμος εξελίχθηκε σε παγκόσμιο. Να ληφθεί εδώ υπόψη ότι σε αυτή τη σύγκρουση, έλαβαν μέρος και περίπου δύο εκατομμύρια Αφρικανοί ως στρατιώτες και εργάτες. Οι απώλειες που υπέστησαν είναι αντίστοιχες μ’ εκείνες που σημειώθηκαν στο Δυτικό Μέτωπο.
Από την αρχή του πολέμου, το 1914, ολόκληρη η αφρικανική ήπειρος βρισκόταν υπό τον έλεγχο των ευρωπαϊκών δυνάμεων, κυρίως της Βρετανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου και της Γερμανίας. Οι μόνες εξαιρέσεις ήταν η Λιβερία και η Αιθιοπία. Στην αφρικανική ήπειρο, βέβαια, αλλά σε μικρότερο βαθμό, είχαν βάλει πόδι και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
Από αυτές, μόνο η Ισπανία κράτησε ουδέτερη στάση στη διάρκεια του πολέμου. Η Πορτογαλία, προκειμένου να εξασφαλίσει την όλο και πιο επισφαλή της θέση στην Αφρική, αναγκάστηκε να εμπλακεί στον πόλεμο το 1916. Στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει τα συμφέροντά της στις αποικίες της Μοζαμβίκης και της Αγκόλας, αναγκάστηκε, δίχως καλά - καλά να το καταλάβει, να σηκώσει τον Απρίλιο του 1918 το βάρος της δεύτερης εαρινής γερμανικής επίθεσης στη Φλάνδρα.
Επίσης, τον Απρίλιο του 1918, γερμανικά και βρετανικά στρατεύματα που αποτελούνταν από Αφρικανούς στρατιώτες, πραγματοποιούσαν επιχειρήσεις μέσα στην πορτογαλική Ανατολική Αφρική, επεκτείνοντας έτσι και σ’ εκείνες τις περιοχές τον πόλεμο που διεξαγόταν στην Ευρώπη.
Ο πόλεμος, κοντολογίς, έλαβε παγκόσμιες διαστάσεις, καθώς ήδη από το 1914 επεκτάθηκε από το κέντρο της Ευρώπης στον υπόλοιπο κόσμο, πράγμα λογικό αν λάβει κανείς υπόψη του τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των ευρωπαϊκών χωρών, οπότε ένας ευρωπαϊκός πόλεμος αυτόματα μετατρεπόταν σε παγκόσμιο. Ο πόλεμος για την κυριαρχία της Ευρώπης σήμαινε πόλεμο για την παγκόσμια κυριαρχία. 
Φρούδες ελπίδες
Σε αντίθεση με αυτό που τελικά συνέβη, πολλές από τις αποικιακές αρχές, βασιζόμενες σε εξαιρετικά λογικά συνεπακόλουθα, πίστευαν και ήλπιζαν ότι ο πόλεμος δεν θα επεκτεινόταν πέραν των ευρωπαϊκών συνόρων. Εξάλλου, οι στρατιωτικές δυνάμεις που διοικούσαν, δεν ήταν οργανωμένες για να διεξάγουν στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον άλλων αποικιακών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές χρησιμοποιούνταν για τη διατήρηση της εσωτερικής τάξης των αποικιών.
Για τους περισσότερους λευκούς που υπηρετούσαν εκεί, φαινόταν κάτι παρά πάνω από αυτονόητο ότι η χρησιμοποίηση αποικιακών στρατευμάτων εναντίον άλλων θα είχε ολέθριες συνέπειες για το μέλλον των αποικιών. 
Ένας βασικός φόβος ήταν ότι ο πόλεμος φέρνει πόλεμο και ότι έτσι θα αφυπνιζόταν το πολεμικό ένστικτο των γηγενών, το οποίο οι αποικιοκράτες προσπαθούσαν με κάθε μέσο να καταπνίξουν. Ήταν πολύ πιθανό οι Αφρικανοί στρατιώτες, με την εκπαίδευση που θα λάμβαναν  στη χρήση των όπλων, να τα στρέψουν εύκολα εναντίον των αποικιοκρατών με την πρώτη ευκαιρία.
Το 1914 τα εκπολιτιστικά και προοδευτικά χαρακτηριστικά που είχε θέσει σε εφαρμογή η αποικιοκρατία αποτελούσαν για αυτούς τους ανθρώπους μια δικλίδα ασφαλείας από ενδεχόμενους πειρασμούς. Έτσι, οι περισσότεροι είχαν την ελπίδα ότι οι εξελίξεις στην Ευρώπη θα τους αφήναν ανεπηρέαστους. Όλοι στην Αφρική στήριζαν τις ελπίδες τους στη Συμφωνία του Κονγκό.  
Η Συμφωνία του Κονγκό
Ήδη από τις χρονιές 1884 - 1885 ο Βίσμαρκ είχε αναλάβει τον ρόλο του ειρηνοποιού και συγκάλεσε ως μεσολαβητής της Ευρώπης στο Βερολίνο μια διάσκεψη, η οποία θα ασχολείτο με το διαμελισμό και το μοίρασμα της Αφρικής. Σε αυτό το Συνέδριο του Βερολίνου καθορίστηκε ότι όλα τα έθνη θα είχαν το δικαίωμα να διεξάγουν ελεύθερα εμπόριο στη λεκάνη του Κονγκό και, ταυτόχρονα, να κρατήσουν, εάν το επιθυμούσαν, ουδέτερη στάση σε περίπτωση πολέμου. 
Το 1914, το Βέλγιο ήλεγχε εκτός από την ανατολική όχθη του ποταμού και τις εκβολές του. Λόγω δε της θέσης του στην καρδιά της Ευρώπης, επιθυμούσε να κρατήσει στάση ουδετερότητας. 
Ωστόσο, η συνθήκη αυτή ήταν δύσκολο να τηρηθεί στην κατάσταση που επικρατούσε το 1914. Μάλιστα, μετά τη λήξη του πολέμου, οι Γερμανοί επικαλέστηκαν αυτή τη Συμφωνία προκειμένου να δικαιολογήσουν την απαίτησή τους για την αποκατάσταση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων στις αποικίες τους, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν μόνο αυτοί που το 1914 παραβίασαν τις διεθνείς συνθήκες.
Περιφερειακές αταξίες
Ο πόλεμος που ξεκίνησε το 1914 δεν αφορούσε προφανώς μόνο τις πρωταρχικά εμπλακείσες δυνάμεις, αλλά ολόκληρο το status quo που ξεπερνούσε κατά πολύ τα εθνικά τους σύνορα κι επεκτεινόταν σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ανάπτυξη και το πνεύμα ανταγωνισμού και κυριαρχίας δημιούργησαν μια σπίθα της οποίας δεν μπορούσαν να ελέγξουν την εξάπλωση.
Ο πόλεμος, αν και έλαβε παγκόσμια χαρακτηριστικά, υπήρξε και μια αφορμή για να διευθετηθούν επιμέρους τοπικές διαφορές. Οι κτήσεις και οι συμμαχικές χώρες στις οποίες απευθύνθηκε η Βρετανία προκειμένου να διαθέσουν δυνάμεις για διεξαγωγή επιχειρήσεων τοπικού χαρακτήρα, φάνηκαν πρόθυμες να το πράξουν. Η συμμετοχή αυτών των δορυφορικών δυνάμεων σχετιζόταν ελάχιστα με τις ανάγκες του ευρωπαϊκού πολέμου και η προσοχή τους επικεντρωνόταν σε επί μέρους βλέψεις και διευθετήσεις της περιοχής τους.
Η Βρετανία δεν αντιμετώπισε την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ως ευκαιρία για να κατακτήσει γερμανικές αποικίες. Αντίθετα, οι σύμμαχοι πάνω στους οποίους στηρίχθηκε, είχαν τις δικές τους περιφερειακές βλέψεις και διαπνέονταν από το όραμα ενός «μίνι ιμπεριαλισμού».