Οι μέσα και οι έξω

Του Χρήστου Χωμενίδη
"Τους πιό έξυπνους, τους πιό ικανούς Έλληνες τούς γεννάει η ιδιαίτερη πατρίδα των παππούδων σου!" έλεγε και ξανάλεγε σε έναν αδελφικό μου φίλο ο πατέρας του, όσο ήταν παιδί. Κάποια στιγμή ευδόκησε να τον πάει για προσκύνημα στον μυθικό εκείνο τόπο. Ο φίλος μου -που έμπαινε πλέον στην εφηβεία, στην ηλικία της δυσπιστίας- δεν μάσησε τα λόγια του: "Ωραία τοπία -δεν το αρνούμαι- οι άνθρωποι όμως; Κάτι μπαρμπάδες βλέπω εγώ, που σκουριάζουν στα καφενεία,
απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ με το τσίπουρο και την πρέφα!" "Ε αυτό ακριβώς σού λέω!" χαμογέλασε ο πατέρας του δικαιωμένος. "Τζιμάνια βγάζει η επαρχία μας και τα διώχνει, τα στέλνει στα πέρατα της γης για να διαπρέψουν. Μόνον οι άχρηστοι μένουν πίσω!"  
Ποιός θα το φανταζόταν πριν από μία δεκαετία ότι το παραπάνω αληθινό περιστατικό (το οποίο, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις, θα μπορούσε να αποτελεί κεφάλαιο από το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη", το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Θανάση Βαλτινού, είτε σκηνή από το "America America" του Ελίας Καζάν) θα έβρισκε ανταπόκριση στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα; Πως η ανατολή του 21ου αιώνα θα σήμαινε για το έθνος μας τη δημιουργία μιας καινούργιας διασποράς;
Οι δύο Ελλάδες, η μία εντός και η άλλη εκτός των συνόρων, αποτελούσαν πάγια πραγματικότητα αφότου ο Εθνικός Ξεσηκωμός και η Ναυμαχία του Ναυαρίνου οδήγησαν στην ίδρυση ενός μικρού κράτους στο νότιο άκρο της χερσονήσου του Αίμου. Μα και επί αιώνες ενωρίτερα, από τον καιρό της Άλωσης, το γένος μας απαρτιζόταν από όσους ζούσαν στο "Ρουμ Μιλλέτ" -το ελληνορθόδοξο γεωγραφικό κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- κι από όσους ήταν εγκατεστημένοι σε Ανατολή και Δύση, στην Οδησσό, στο Βουκουρέστι, στο Παρίσι, στο Λονδίνο... 
Φάνταζε αυτονόητο, φυσικό σχεδόν, οι "έξω" να υποστηρίζουν παντί τρόπω τους "μέσα". 
Υποδαυλίζοντας και συντονίζοντας το πανευρωπαϊκό κίνημα του φιλελληνισμού, όπως έπραττε ο Καποδίστριας στην Ελβετία, με τη βοήθεια του κραταιού τραπεζίτη Εϋνάρδου αλλά και του ίδιου του Γκαίτε, ο οποίος εθεωρείτο το λαμπρότερο πνεύμα του καιρού του. Οραματιζόμενοι το μέλλον του Έθνους και χαράσσοντας κατευθύνσεις - οι περιπτώσεις του Ρήγα Φεραίου και του Αδαμαντίου Κοραή είναι οι κορυφαίες μέσα σε πολλές. Πραγματοποιώντας εθνικές ευεργεσίες, δίχως τις οποίες δεν θα είχαμε τα κορυφαία μας πνευματικά ιδρύματα, τα πρώτα μας μεγάλα νοσοκομεία ούτε τη ναυαρχίδα του στόλου που απελευθέρωσε το βόρειο Αιγαίου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το ηρωϊκό Θ/Κ "Αβέρωφ". Ακτινοβολώντας διεθνώς, προς δόξαν της προγονικής πατρίδας και της γλώσσας τους. Τα δύο μας βραβεία Νόμπελ -ο Σμυρνιός και ο Μυτιληνιός-, οι δύο μέγιστοι των ποιητών μας -ο ιταλοτραφής Ζακύνθιος και ο αγγλοτραφής Αλεξανδρινός- είχαν γεννηθεί και διαπλαστεί εκτός ελλαδικών συνόρων. Ομοίως και ο ιδιοφυής πολιτικός του 20ου αιώνα, που οι ξένες εφημερίδες τον έγραφαν εκ παραδρομής "Βενεζουέλο".
Ήταν δε ευεξήγητο ότι οι "μέσα", σε ένα μεγάλο ποσοστό τους, όχι απλώς δεν αισθάνονταν ευγνωμοσύνη αλλά και εχθρεύονταν τούς "έξω". Στον Μακρυγιάννη -δευτεραγωνιστή του 1821, εμβληματικό λογοτέχνη και πατριάρχη συνάμα του παρ'ημίν λαϊκισμού- αποδίδεται η πιό χαρακτηριστική έκφραση μίσους των "αυτοχθόνων" απέναντι στους "ετερόχθονες": "Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάολο η ελευθερία. Έφαγαν αυτοί, ας φάμε κι εμείς τώρα!" 
Από το ξεκίνημα της κρίσης, από το 2010, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες έχουν μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Δεν πρόκειται για ανειδίκευτα εργατικά χέρια, όπως εκείνα που ξεριζώνονταν απ'τα χωριά τους κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 και κατέληγαν "στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές..." Είναι αντιθέτως οι κατά τεκμήριον πιό μορφωμένοι, πιό δυναμικοί, πιό ευπροσάρμοστοι, στο ζενίθ της παραγωγικότητάς τους, συμπολίτες μας. Για αυτό και οι οδυρμοί για την αποδημία τους ηχούν κατ'αρχήν πειστικοί.
Διαβάζω, καθημερινά σχεδόν, ιερεμιάδες για την πατρίδα μας που αιμορραγεί, για τα μυαλά που εξαγοράζονται από τους ξένους, για τα διαφυγόντα εθνικά κέρδη - "εδώ μεγάλωσαν, εδώ πήραν τα πρώτα φώτα και τώρα να! Η ξενιτιά τους χαίρεται κι εμείς έχουμε τον καημό τους...". Καταλαβαίνω την απογοήτευση της μάνας που ήλπιζε σε ένα αποκούμπι και σε ένα καμάρι - άλλο να έχει ο γιός σου ιατρείο στην κεντρική πλατεία των Γρεβενών, να περνάς κάθε μέρα κορδωμένη κάτω απ'την ταμπέλα του, άλλο να κουράρει Σκωτσέζους στην άκρη του Θεού... Καταλαβαίνω ακόμα περισσότερο τη νοσταλγία που διαπερνά τούς ίδιους τους ξενιτεμένους - όσο ζορίζονται να συνηθίσουν σε διαφορετικούς τρόπους ζωής, τόσο εξιδανικεύουν την Ελλάδα που άφησαν, αθέλητα, πίσω τους.
Αθέλητα; Υπάρχει μήπως αυτόβουλη μετανάστευση; Εγκαταλείπει ποτέ κανείς τους δικούς του και τη βολή του προς αναζήτησιν καλύτερου μέλλοντος άμα δεν τον εξαναγκάσουν οι συνθήκες; Ο Οδυσσέας παράστησε τον τρελλό για να μην φύγει από την Ιθάκη για την Τροία!
Θεωρώ ωστόσο, μεσοπρόθεσμα, το φρέσκο μεταναστευτικό κύμα εξαιρετικά ευνοϊκή εξέλιξη. 
Οι Έλληνες που ζουν και εργάζονται στο εξωτερικό μοιραία διεθνοποιούνται. Ανοίγουν τους ορίζοντές τους όσο οι αμέσως προηγούμενες γενιές ούτε καν μπορούσαν να διανοηθούν. Απελευθερώνονται από το ασφυκτικό αγκάλιασμα του ελληνικού κράτους, ου μην αλλά και της ελληνικής οικογένειας. Δοκιμάζονται και χαλυβδώνονται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, όπου κανενός το όνομα δεν μετράει καθοριστικά, κανενός το "δόντι" δεν μπορεί να μεσολαβήσει. Μυούνται, στην πράξη, σε νέες τεχνολογίες και τεχνικές. Συνειδητοποιούν τα μεγέθη και τις αναλογίες. Όταν στην κοινωνία όπου είσαι εγκατεστημένος το μείζον θέμα αποτελεί η μετα-βιομηχανική επανάσταση, η λειτουργική ανταπόκριση των πληθυσμών στα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, η ισλαμική -έστω- τρομοκρατία, πώς θα'ταν δυνατόν να πάρεις έστω και για μια στιγμή στα σοβαρά την εμφυλιολαγνεία από την οποίαν δεν μπορεί να ξεφύγει η Ελλάδα; Πουθενά αλλού δεν φανατίζονται οι πολίτες με το τί συνέβη στους παππούδες τους, το 1944 ή το 1949...
Οι Έλληνες νεομετανάστες δεν αποκόπτονται, όπως γινόταν παλιά, από τα εδώ καθέκαστα. Διατηρούν συνεχή επαφή, μπορούν να παρεμβαίνουν. Μπορούν κυρίως -με το καθαρό βλέμμα που προσφέρει η απόσταση- να εντοπίζουν ευκαιρίες. Όταν θα ανοίξει ένα πεδίο προς αξιοποίησιν, εκείνοι πρώτοι θα το αντιληφθούν. Εκείνοι θα εισαγάγουν την καινοτομία, εκείνοι θα κληθούν να δώσουν σάρκα και οστά στην οποιανδήποτε επένδυση. Οι αγορές θα διαθέσουν -Θεού θέλοντος- τα χρηματικά κεφάλαια. Οι άνθρωποι όμως που γνωρίζουν τόσο το "μέσα" όσο και το "έξω" θα κάνουν τη δουλειά. Αυτοί θα αποτελέσουν την ελίτ του μέλλοντος, την οποίαν -μοιραία- οι Ελληνάρες, όσοι προτίμησαν να μιζεριάζουν και να αλληλοσπαράσσονται κατά τα χρόνια της κρίσης καθηλωμένοι στη γειτονιά τους, θα φθονούν και θα συκοφαντούν. Βλέπω, σε δέκα χρόνια, να επανέρχεται δριμύτερος στο λεξιλόγιό μας ο χαρακτηρισμός "ξενόφερτος", ίσως ακόμα και "αμερικανάκι". Ποιανού όμως το αυτί θα ιδρώσει από τέτοια;
Υπάρχει -θα μου πείτε- και η άλλη πιθανότητα. Οι νεομετανάστες να μην επαναπατρισθούν ποτέ. Να έρχονται μόνο για διακοπές -ή για να θάβουν τους γονείς τους- και να επιστρέφουν σύντομα στους καινούργιους τόπους τους. Ειλικρινά δεν το βρίσκω πιθανόν. Δεν αντιλαμβάνομαι την Ελλάδα σαν μια χαμένη υπόθεση, μια επικράτεια προορισμένη να ξεπέφτει διαρκώς και να αραχνιάζει. Το αντίθετο. Φρονώ ότι διαθέτει όλες τις προοπτικές για να ευημερήσει όχι ευκαιριακά αλλά μόνιμα.
Αλλά και λάθος να κάνω, τι σημασία θα έχει; Εάν η πατρίδα μας έχει ξοφλήσει, ας την εγκαταλείψουμε μέχρις ενός. Κι ας πάρουμε μαζί μας ό,τι τυχόν από εκείνη αξίζει. Ουδείς είδε ποτέ χαϊρι θρηνώντας ένα άδειο κέλυφος.
* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας
 capital.gr