Εις το περιθώριον της Ιστορίας – Χριστιανές γυναίκες νόμιμες σύζυγοι Σουλτάνων



Εις τον Σουλτανικόν θρόνον ανέβησαν πολλοί χριστιανοί ορθόδοξοι και καθολικοί. Μεταξύ των αναρίθμητων γυναικών αι όποιοι ωφέλησαν το έθνος και την Ορθοδοξίαν υπήρξαν η Μαρούλα σύζυγος του Μουράτ του Β’ 1375—1381, κόρη της Έλενος Ματθαίου Καντακουζηνού και Γεωρ. Βράγκοβιτς ηγεμόνος της Σερβίας εκπάγλου καλλονής η οποία είχε προταθή ως σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, και η Λουΐζα, ανιψιά του Ναπολέοντος σύζυγος του Σελίμ του Γ’.

Ακόμη και πασάδες, Βεζίρηδες και στρατηγοί ενυμφεύσοντο χριστιανάς και τας εισήγαγαν εις τα σαράια των. Σουλτάνοι και επίσημοι Τούρκοι πολλοί οσάκις ελάμβαναν χριστιανός, εάν δεν ήσαν φανατικοί μουσουλμάνοι, δεν εβίαζον τας συζύγους των να τουρκέψουν. Τουναντίον τας άφηναν να τελώσι τα θρησκευτικά των καθήκοντά εκ του εμφανούς και αφόβως.
Ο ιστορικός Τούρκος Χατζηκάλφας αναφέρει ότι, όταν οι στρατηγοί Εβρενός, ο Ντιμουρτάς, ο Δελασασεχίν πασάδες του Μουράτ του Α’ 1375 κατέλαβαν μαζί με τας Μακεδονικάς πόλεις τα Μελένικον ο Ντιμουρτάς ηνάγκασε τον διοικητήν του Μελενίκου  Μπαγανάν να τουρκέψη, όπως και έγινε. Έλαβε την σύζυγόν του διά γυναίκα. Επειδή ήτο χριστιανή, σεβόμενος την διαταγήν του Μωάμεθ του Α’ του ιδρυτού της Μουσουλμανικής θρησκείας, την άφησε κατά παράκλησις βέβαια, να τελή τα θρησκευτικά της καθήκοντα διατάξας μάλιστα να κτισθή και μία εκκλησία.
Το 1908 εις το Μελένικον όταν άνοιξαν τα θεμέλια να κτισθή το διοικητήριον, κάτωθεν ευρέθη ο ναός της κυρίας Μπαγανά, με πολλάς εικόνας και τοιχογραφίας. Ειρήσθω εν παρόδω ο Μωάμεθ, Α’ εσέβετο την θρησκείαν μας, εκφοβείτο την δύναμιν της προσευχής των οραματιστών μοναχών και εις την διαθήκην του παρήγγειλε ίνα, πας οπαδός του, λαμβάνων γυναίκα Χριστιανήν, να την σέβεται και να την αφήνει να τελεί τα θρησκευτικά της καθήκοντα. Τους μοναχούς, ιερείς και ιεροκήρυκας να αποδίδωσιν ιδιαίτερον σεβασμόν.
Εφοβείτο το ράσον ο Μωάμεθ, όταν ήκουε να διαμαρτύρεται. Ο Σουλτάνος εκείνος επρόσεχε τους ασκητάς και ερημίτας, οι όποιοι διά της προσευχής των ημπορούσαν να στρέφουν την οργήν του θεού κατ’ αυτών.
Ο ιστορικός Τούρκος Ελχάτζ Μουσταφάς είχε το όνομα και Κιατίπ Τσελεπής και κοινότερον Χατζηκάλφας, γνώστης της αραβικής, ιταλικής, περσικής, γαλλικής, περιηγηθεί πολλούς τόπους και διηγείται περί τα της Μερούλας Πριγκηπίσσης Σουλτάνας. Απέθανε το έτος Χιτζρέ, τον μήνα Ζελχιτζέ (1468).
Οι νεώτεροι ιστορικοί, ως ο Κρούσιος γράφας πατριαρχικήν ιστορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ο ιστορικός Φραντζής, ο Κριτόβουλος γράφοντες και αυτοί ιστορίαν της Κων/πόλεως τον 15ον μ. X. αιώνα ξεσηκώνουν τας πληροφορίας περί του θέματος τούτου από τον σοφόν ιστορικόν Χατζηκάλφαν. Αναφέρει δε ούτος ότι η μητέρα του Πορθητού ελέγετο Έλιμέ της όποιας ο τάφος εσώζετο εις την Κωνσταντινούπολιν πλησίον του Μωάμεθ Β’.Ο Μουράτ ο Β’ εξ άλλου, είχε και μίαν άλλην γυναίκα, κόρην του Ισφετιάρ, Ηγεμόνος της Σινώπης. Από ποιαν μητέρα ήτο ο Πορθητής άγνωστον.
Αν πιστεύσωμεν τον Δούκα ούτος ήτο νόθος υιός του Μουράτ Β’. Οι Γάλλοι διά να κολακεύσουν τούς Τούρκους εδημιούργησαν δήθεν φανταστικά μίαν ιστορίαν περί της Μάρως ή Μαρίας βασιλόπαιδος της Γαλλίας. Αύτη μεταβαίνουσα να νυμφευθή τον Ιωάν. Παλαιολόγον εις Κων/πολιν 1418, ο Σαριτζά πασάς συνέλαβε το πλοίον εις την Καλλίπολιν, ελήστευσε τους επιβάτας και ηχμαλώτισε τας γυναίκας διά να τας πωλήση. Μεταξύ αύτών ευρέθη η νεαρά Μαρία, καλλιπάρειος και σαγηνεύτρα. Διά να κολακεύση τον αφέντηv του, Μουράτ Β’ την έδωσε διά πεσκέσιον.
Θελχθείς ούτος από το κάλλος της Γαλλίδος  πριγκηπίσσης την έκανε γυναίκα, εξ ης εγεννήθη ο Μωάμεθ Β’. Ίσως αυτό το γεγονός να έδωσε λαβήν, ώστε ο  ιστορικός Δούκας να λέγη τον Πορθητήν νόθο. Εξ άλλου οι Γάλλοι εσεμνύοντο δι αυτό. Οι πρέσβεις Γάλλοι, είχον κάθε λόγον να διαδίδουν προς τον Μωάμεθ ταύτα.

Η Εμετουλάχ Ραμπιά Γκιουλνούς Σουλτάν γεννήθηκε ως Ευμανία Βόρια στην πόλη του Ρεθύμνου, στην Κρήτη το 1642
Κάποτε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής περί τας αρχάς  του 16ου αι. μΧ εόρταζε την περιτομήν του υιού του. Προσεκάλεσε λοιπόν τους ξένους πρέσβεις, επισήμους και αξιωματούχους εις την εορτήν, καθ’ ην παρέθεσε γεύμα. Ο πρέσβης της Γαλλίας επήρε την θέσιν του πρέσβεως της Αυστρίας ως εσυνηθίζετο να προτιμάται η Αυστρία και προεκάθησε τούτου, και έλαβε θέσιν πλησίον του Σουλτάνου, προβάλλων την συγγένειαν της Γαλλίας με τον Σουλτανικόν θρόνον.

Εχομεν πολλά παραδείγματα συζύγων Σουλτάνων, Βεζυρών, Στρατηγών, αι οποίοι ανενοχλήτως ετέλουν τα της θρησκείας των, άλλα και εβοήθησαν το Έθνος.
Η  Μάρω ήτο σύζυγος του Μουράτ του Β’, κόρη του Γεωργίου Βράγγοβιτς ηγεμόνος της Σερβίας. Μετά την κατάληψιν της Κων/πόλεως 1453, η Μάρω ή Μαρούλα, μητριά δηλαδή του Πορθητού, συνεκέντρωσε πολλάς εικόνας και κειμήλια, λείψανα, άμφια, σταυρούς κ.ά., και τα μετέφερε εις το διαμέρισμά της. Ο Μωάμεθ ο Β’ την εσέβετο και την ήκουε. Πάντοτε την έλεγε μητέρα.
Μεταξύ των εικόνων εφύλαξε και μίαν της Θεοτόκου, θαυματουργό, επίχρυση και γύρω με πολύτιμους λίθους. Την εικόνα αυτήν λέγουν οι Κώδικες των Σερρών, ότι την παρέδωσαν εις την ’Ορθόδοξον Κοινότητα. Οι  Σερραίοι εις κάθε λιτανείαν, εορτή, η πανήγυριν, πρώτην αυτήν εβάσταζον. Μέχρι του 1912, λέγει ο Ευάγ. Στράτης (Ιστορία των Σερρών) ο καθηγητής της Γρηγοριάδος Σχολής ότι εσώζετο εις την Μητρόπολιν. Το 1913 την επήραν οι Βούλγαροι. Όταν ετελείωσεν ο πρόγονός της τας κατακτήσεις, η Μάρω  τις είδε δια ποιους λόγους εζήτησε να φύγει από την πρωτεύουσα. Ο σουλτάνος εδέχθη την παράκληση της και της επέτρεψε να κατοικήσει εις την μητρόπολιν της Έζοβας το παλαιόν Ιάσοβον.
Σήμερον σώζεται ο πύργος, ο όποιος λέγεται Πύργος της Μάρως, νυν Δάφνη (1453—1489) . Της έδωσε το ανδρομοίριον και διαβιούσα εκεί, κουρασμένη ήδη, και θα ήταν ήσυχη διότι θα έπαυαν αι φιλονικείαι των κληρικών και κοσμικών, συνεπείς του Τραπεζουντίου, και του Ξυλοκαράβη Πατριαρχών, οι όποιοι δεν εποίμαναν καλώς την εκκλησίαν και θα ανελάμβανε να κυβέρνηση ο Διονύσιος ο Α’, όστις ήτο εξομολογητής της. Πράγματι με  απαίτηση της, διωρίσθη αυτός Πατριάρχης από τον Σουλτάνον Μωάμεθ 1472—1492. Ο Ξυλοκαράβης εξεδιώχθη του θρόνου και διωρίσθη αρχιεπίσκοπος Αχριδών. Ο Τραπεζούντιος ηναγκάσθη εις παραίτησαν. Ο Διονύσιος ο Α είναι ο κτήτωρ της Μονής Εικοσιφοινίσσης του Παγγαίου. Ο λαμπρός εκείνος Πατριάρχης ήτο απόφοιτος της Σχολής Δημητσάνης της λεγομένης του Φιλοσόφου. Σώζεται η κάρα του Πατριάρχου τούτου εις την Μονήν.
Επανέρχομαι εις την προστάτιδά του Μάρω. Δεν γνωρίζομεν πόσον καιρόν ακριβώς έμειναν εις τα κτήματα της Μονής Εζιόβας. Ούτε που απέθανεν και πότε. Εκείνο το όποιον μας ενδιαφέρει είναι ότι ήτο άφθαστος ο ενθουσιασμός της και η ευλάβεια της, προς τας εικόνας και συνεχής και αδιάκοπος αφοσίωσης της προς την ’Εκκλησία. Μεταξύ των κειμηλίων και εικόνων, τα όποια συγκέντρωνε εις τα διαμερίσματά της ήσαν και τα δώρα των Περσών Μάγων τα όποια έφεραν και προσέφεραν εις τον Χριστών κατά την γέννηση του. Δηλαδή τον χρυσόν, τον λίβανο και σμύρνα. Τον χρυσόν προσέφεραν ως βασιλέα, τον λίβανο ως Θεό και την σμύρνα ως άνθρωπο.
Απεφάσισεν η Μαρούλα να ξεκινήσει διά το Άγιο Όρος και με την απόφαση να προσκύνηση και αφιέρωση τα τίμια δώρα εις την Μονήν  του Αγ. Παύλου, την όποιαν ο πατήρ της Γεώργιος Βράγγοβιτς, ηγεμών της Σερβίας είχε κτίσει και εφοδιάσει με δώρα και είχε κατοχυρώσει με προνόμια. Με την συνοδείαν της λοιπόν εξεκίνησε και έφθασεν εις Δάφνην και κατόπιν προχώρησαν προς την Μονήν. Απαγορεύετε να εισέρχονται γυναίκες εις το Αγ. Ορ. πολύ πριν από τον καιρόν του Βασιλείου του Μακεδόνος, Πριν φθάση εις τον τόπον ηκούσθη φωνή, η όποια έλεγεν ότι να μη προχώρηση, διότι ό τόπος είναι άγιος και απαγορευμένος διά τας γυναίκας και αν επιμένη θέλει σκληρά παιδευθή. Αμέσως εσταμάτησεν. Επεσεν πρηνηδόν και ήρξατο προσευχομένη.
Έκπληκτοι όλοι οι καλόγεροι, οι όποιοι την προϋπάντησαν και ή συνοδεία της διά το γεγονός, έπεσαν και αυτοί κάτω να προσκυνήσουν. Μετ’ ολίγον ηγέρθη ή βασιλομήτωρ και όλοι ομού έκαμαν μεταβολήν να επιστρέψουν οπίσω εις την Εζιοβα. Άφησε τα τίμια δώρα εις τους καλογέρους της Μονής και διέταξε να μη τοποθετηθούν ταύτα εντός του καθολικού της, ει μη να κτισθή μοναστήριον με ιδικήν της επιχορήγησιν και να φυλαχθώσιν εκεί. Πράγματι μετά την επιστροφήν της βασιλομήτορος, οι καλόγεροι επί του αποκρήμνου βράχου πλησίον της Μονής του ‘Αγίου Παύλου, έκτισαν ναΐδριον, εντός του όποιου εζωγράφισαν θέματα αναφερόμενα εις το έξιστορηθέν γεγονός. Παρέστησαν φέρ’ ειπείν την προσωπογραφίαν της Μαρούλας πίπτουσαν επί τού εδάφους τεταραγμένην και προσκυνούσαν, με την συνοδείαν της γύρω, παραδίδουσαν τα δώρα των τριών Μάγων, τα όποια έφύλαττεν τις οίδε πόσον καιρόν εις το ιδιαίτερόν της δωμάτιον, και τέλος των εν έπισήμω τελετή κατερχομένων καλογήρων, εις προϋπάντησίν της.
Αυτή είναι η Σουλτάνα Μαρούλα, εκ της όποιας πολλά ώφελήθη η Εκκλησία και το Έθνος κατά τούς αγέλαστους εκείνους χρόνους. Ενίσχυσε και την συνήθειαν τρόπον τινα των Σουλτάνων και επισήμων να ύπανδρεύωνται χριστιανός άλλα και να τηρούν άπαρεγκλίτως την εντολή του Προφήτου Μωάμεθ περί σεβασμού των Χριστιανών γυναικών, ού μην άλλα και να έπεμβαίνωσι πολλάκις εις το εσωτερικό του κράτους έξουδετερώνουσαι θλιβερά και καταστρεπτικό δια τό Γένος διατάγματα, φετφάδες καί φιρμάνια.

***

Από τον υπό έκδοση Ε’ τόμον «Τα. Ιστορικά του Παγγαίου» Λαογραφική ιστορική μελέτη
Ιστορικά σημειώματα 1916-1918
Από το Μακεδονικόν Ημερολόγιον . Ν.Σφενδόνη 1970
by Αντικλείδι – http://antikleidi.com