Οι Πολυεθνικές Επιχειρήσεις ως μοχλός προώθησης των εθνικών συμφερόντων

Της Αλεξάνδρας Τράγκα

Το διεθνές περιβάλλον, ως ένα σύνολο σχέσεων και καταστάσεων, επηρεάζει αδιαμφισβήτητα τη λήψη αποφάσεων της εξωτερικής πολιτικής, δεδομένου ότι αποτελεί το χώρο από τον οποίο προέρχονται οι εισροές στο
υποσύστημα αλλά και το χώρο στον οποίο κατευθύνεται η εξωτερική πολιτική. Επί της ουσίας, η πλειονότητα των κρατών, δέχονται επιρροές, που εξαρτώνται από ορισμένες παραμέτρους: από το βαθμό της «ανάγκης» του κράτους που δέχεται την επέμβαση, από το βαθμό της διάβρωσης των δομών και των θεσμών του, από την ικανότητα της «πειθούς» του παρεμβαίνοντος κράτους κ.λπ.
Σε ό,τι αφορά στις εισροές, ένα σημαντικό μέρος τους, προέρχεται από τις κυβερνήσεις άλλων κρατών. Όμως, σίγουρα οι εισροές αυτές δεν είναι και
οι μοναδικές. Η εξωτερική πολιτική ασκείται βέβαια από τα κράτη και γι’ αυτό το λόγο οι ενέργειές τους και η πολιτική τους συγκεντρώνουν την προσοχή του πεδίου της ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής. Υπάρχουν όμως και άλλοι δρώντες, μη κρατικοί, οι οποίοι γίνονται περισσότερο σημαντικοί στο βαθμό που η συμπεριφορά τους επηρεάζει και έχει συνέπειες στην εξωτερική πολιτική, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις (ΠΕΕ).
Η σπουδαιότητα των Πολυεθνικών Επιχειρήσεων είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της παγκόσμιας διασύνδεσης της διεθνούς οικονομίας. Εν τούτοις, οι γνώμες διίστανται σημαντικά όσον αφορά στη σημασία που έχει για τις εγχώριες και τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Ορισμένοι σχολιαστές θεωρούν ότι η πολυεθνική επιχείρηση έχει απελευθερωθεί από την οικονομία προέλευσής της και ότι έχει καταστεί μία ισχυρή ανεξάρτητη δύναμη που επηρεάζει αποφασιστικά τις διεθνείς οικονομικές αλλά και πολιτικές σχέσεις. Άλλοι, απορρίπτουν αυτή τη θέση και πιστεύουν ότι η Πολυεθνική Επιχείρηση παραμένει ένα δημιούργημα της οικονομίας προέλευσής της.
Αν και υπάρχουν πολλοί πιο τεχνικοί ορισμοί μίας ΠΕΕ, εμείς θα αναφερθούμε απλώς σε μία εταιρεία συγκεκριμένης εθνικότητας στην οποία ανήκουν μερικώς ή πλήρως θυγατρικές σε μία τουλάχιστον άλλη εθνική οικονομία. Αυτού του είδους οι εταιρείες, επεκτείνονται στο εξωτερικό κυρίως μέσω των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ), σκοπός των οποίων είναι να επιτύχουν μερικό ή πλήρη έλεγχο στο marketing, στην παραγωγή ή σε άλλους τομείς σε μία άλλη οικονομία. Οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις μπορούν να συνεπάγονται είτε την αγορά υφιστάμενων επιχειρήσεων είτε την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων.
Οι Πολυεθνικές Επιχειρήσεις δεν είναι απλώς υποκατάστατα του εμπορίου. Επιχειρούν πράγματι να επεκτείνουν την εξουσία και τον έλεγχό τους στις ξένες οικονομίες. Είναι σαφές ότι οι ΠΕΕ, επιθυμούν όχι μόνο να αποκομίσουν άμεσα κέρδη, αλλά και να μεταβάλλουν και να επηρεάσουν τους κανόνες ή τα καθεστώτα που διέπουν το εμπόριο και το διεθνή ανταγωνισμό προκειμένου να βελτιώσουν μακροπρόθεσμα τη θέση τους.
Σύμφωνα με την εκλεκτικιστική θεωρία του Dunning, η μοναδική φύση και η εξαιρετική οικονομική επιτυχία της Πολυεθνικής Επιχείρησης οφείλονται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που δίνουν στην ΠΕΕ σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των καθαρά εγχώριων επιχειρήσεων. Στα πλεονεκτήματα αυτά, περιλαμβάνονται η ιδιοκτησία, η χρήση της τοποθεσίας και η εσωτερίκευση, που συνιστά την εσωτερική εκμετάλλευση, την οποία οι πολυεθνικές δεν είναι διατεθειμένες να αφήσουν σε άλλες ΠΕΕ. Με λίγα λόγια, έχουν πρόσβαση σε συντελεστές παραγωγής (εργασία, έδαφος, κεφάλαιο και διοίκηση/οργάνωση) σε ολόκληρο τον κόσμο ώστε να επιτύχουν τη μέγιστη αποδοτικότητα και παραγωγικότητα, σύμφωνα με τους κανόνες του αναζωογονημένου νόμου του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Επιπλέον, παρόλο που η οικονομία προέλευσης μίας εταιρείας μπορεί να χάνει το συγκριτικό της πλεονέκτημα στο συγκεκριμένο βιομηχανικό τομέα, η ίδια η Πολυεθνική Επιχείρηση μπορεί να διατηρήσει την παρουσία της στη βιομηχανία μέσω της πραγματοποίησης ΑΞΕ σε οικονομίες που αρχίζουν να αποκτούν το συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτό το βιομηχανικό τομέα.
Οι ΠΕΕ, σύμφωνα με τους εκλεκτικιστές, είναι επίσης ισχυροί παράγοντες του εκσυγχρονισμού της υφηλίου και ιδίως των λιγότερο ανεπτυγμένων κρατών. Στις περιοχές που εισέρχονται, οι πολυεθνικές δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας, εισάγουν προηγμένες τεχνολογίες και εκπαιδεύουν πολίτες των φιλοξενουσών χωρών στις τεχνικές και στην επιστήμη της σύγχρονης διοίκησης και οργάνωσης. Ένα από τα πιο σημαντικά υποπροϊόντα της δραστηριότητά τους, είναι η διεθνοποίηση των διαδικασιών της παραγωγής και διάθεσης. Δουλεύοντας μαζί και οφείλοντας την επαγγελματική τους αφοσίωση στις ορθολογικές δομές του οικονομικού σχεδιασμού, τα διευθυντικά στελέχη και οι υπάλληλοι των ΠΕΕ μετατρέπονται στους καλύτερους «πολίτες του κόσμου», αντιτίθενται στον αναχρονιστικό εθνικισμό και στον πόλεμο και δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την εμπέδωση της παγκόσμιας ειρήνης μέσα από το Διεθνές Δίκαιο και την παγκόσμια διακυβέρνηση.
Οι ΠΕΕ απαιτούν, τόσο από το κράτος προέλευσης όσο και από το κράτος εγκατάστασης, την εναρμόνιση των διαφορετικών νομικών συστημάτων, ώστε να αποκτήσουν απόλυτη ελευθερία κινήσεων που θα επιτρέψει τη βελτίωση της λειτουργίας τους, τη μείωση του κόστους, τη βελτίωση της ποιότητας και την αύξηση του κέρδους. Το δε βασικό διαπραγματευτικό όπλο τους, είναι η δυνατότητά τους να επενδύσουν αλλού καθώς και ότι πολλές από αυτές έχουν την οικονομική και την πολιτική ισχύ να επηρεάζουν τοπικές πολιτικές. Φυσικά, το όφελος από τη δημιουργία ενός ομοιόμορφου διεθνούς συστήματος, θα είναι ο βαθμιαίος μετασχηματισμός του σε μία ομοιογενή νομική κοινότητα, ένα «παγκόσμιο χωριό» ή ένα «παγκόσμιο εμπορικό κέντρο».
Από την πλευρά τους, οι μερκαντιλιστές, απορρίπτουν την άποψη πολλών φιλελευθέρων οικονομολόγων πώς οι επιχειρήσεις, στην προσπάθειά τους να καταστούν πραγματικά παγκόσμιοι παίκτες, έχουν απωλέσει την εθνική τους ταυτότητα. Αντίθετα, τα κράτη και οι εταιρείες παραμένουν «στενά συνδεδεμένα», παρά την αξιοσημείωτη αύξηση στο παγκόσμιο εμπόριο και στις επενδυτικές ροές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως επισήμαναν οι Paul Doremus και οι συνάδελφοί του στο βιβλίο τους The Myth of the Global Corporation, κάθε ΠΕΕ είναι ένα χαρακτηριστικό προϊόν της έδρας της και αντανακλά τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές της αξίες. Παρά την υπερβολή που περικλείει ο ισχυρισμός ορισμένων ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων και συμβούλων επιχειρήσεων ότι οι Πολυεθνικές Επιχειρήσεις έχουν απεκδυθεί κάθε πολιτική απόχρωση και έχουν καταστεί επιχειρήσεις άνευ εθνικότητας, οι ΠΕΕ στην πραγματικότητα είναι βαθιά εδραιωμένες και σε μεγάλο βαθμό προϊόν της ιστορίας, της κουλτούρας και των οικονομικών συστημάτων των κοινωνιών από τις οποίες προέρχονται.
Τα κρατικοκεντρικά συγγράμματα για την Πολυεθνική Επιχείρηση θεωρούν ακόμη ότι η άνοδος και η επιτυχία των ΠΕΕ στο σύγχρονο κόσμο θα μπορούσαν να συμβούν μόνο μέσα σε ένα ευνοϊκό διεθνές πολιτικό περιβάλλον που θα δημιουργούσε μία κυρίαρχη δύναμη, της οποίας τα οικονομικά συμφέροντα και τα συμφέροντα ασφαλείας θα ευνοούσαν μία ανοικτή και φιλελεύθερη διεθνή οικονομία. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι ξένες αγορές είναι επίσης εθνικές αγορές και ότι οι επιχειρηματικές στρατηγικές πρέπει να προσαρμόζονται στις άλλες εθνικές αγορές και στις πολιτικές των κυβερνήσεων των χωρών υποδοχής. Και οι πολιτικές και οι οργανισμοί των αναδυόμενων περιφερειακών μπλοκ τείνουν να εκφράζουν τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των κυριάρχων κρατών-μελών τους.
Σύμφωνα με τους κρατικοκεντριστές, οι πολυεθνικές, δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά των εθνικών οικονομιών, εφόσον υπάρχει δυνατότητα δημιουργίας μονοπωλίων σε μερικούς τομείς, με αποτέλεσμα την εξάλειψη του ανταγωνισμού των εγχώριων παραγωγών ή την πρόκληση αρνητικών παρενεργειών, όπως η περιβαλλοντική μόλυνση και η προστασία αντιδραστικών κυβερνήσεων, που θα περιφρουρήσουν τα συμφέροντα των ΠΕΕ απέναντι στις προσπάθειες των εγχώριων εργατών να εξασφαλίσουν καλύτερους μισθούς εργασίας και να θεσπίσουν πρακτικές κοινωνικοποίησης ή εθνικοποίησης τις οποίες προτείνουν τα πιο ριζοσπαστικά πολιτικά στοιχεία. Η διαδικασία δορυφοριοποίησης ενός κράτους στα συμφέροντα άλλων κρατών, διά της χρήσης των Πολυεθνικών Επιχειρήσεων, είναι η εξής:
Από τη στιγμή που θα εγκατασταθούν σε έναν τόπο, οι ΠΕΕ εμφανίζονται, τουλάχιστον στην αρχή, να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και να δίνουν ώθηση στην οικονομία. Αυτό που δεν λαμβάνεται υπόψη, όμως, είναι ότι οι Πολυεθνικές Επιχειρήσεις αγοράζουν ή εκτοπίζουν, διά του άνισου ανταγωνισμού, μικρότερες εγχώριες επιχειρήσεις. Επειδή οι περισσότερες μεγάλες πολυεθνικές είναι έντασης κεφαλαίου (δηλαδή χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένο εξοπλισμό που εξοικονομεί εργασία, ώστε να εναρμονιστούν με τα βιομηχανικά πρότυπα του εκβιομηχανισμένου Βορρά, όπου η εργασία είναι ακριβή) και οι μικρότερες εγχώριες επιχειρήσεις είναι έντασης εργασίας, το τελικό αποτέλεσμα της εισβολής των ΠΕΕ είναι, με την πάροδο του χρόνου να αυξηθεί η ανεργία στην εγχώρια οικονομία και να εξαθλιωθούν οι μάζες των ανέργων.
Συμπερασματικά, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι οι κυβερνήσεις ως σύνολο σήμερα βρίσκονται σε λιγότερο ισχυρή θέση να διαπραγματεύονται με τις ΠΕΕ. Βέβαια, η διαπραγμάτευση εξαρτάται από την ισχύ των χωρών υποδοχής ΑΞΕ. Η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας λόγου χάρη, εξ’ αιτίας των μεγάλων πλεονεκτημάτων που διαθέτει αλλά και της στρατιωτικής και πολιτικής της ισχύος έχει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται με τις ΠΕΕ από καλύτερη θέση σε σχέση με άλλες χώρες. Η διαπραγματευτική ισχύς των Πολυεθνικών Επιχειρήσεων περιορίζεται, επίσης, εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι νέες ΠΕΕ έχουν εισέλθει στο διεθνή στίβο και ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολυεθνικών έχει αυξηθεί, μεταβάλλοντας τους κανόνες διαπραγμάτευσης, πράγμα που δίνει στις κυβερνήσεις περισσότερα πλεονεκτήματα. Ως μόνη λύση αντιμετώπισης της εταιρικής ισχύος -αλλά και αύξησης της δυσπιστίας μεταξύ των ΠΕΕ και των κυβερνήσεων-, προκρίνεται η διατήρηση ενός ισχυρού ρυθμιστικού συστήματος, η ενθάρρυνση εταιρειών διαφορετικών εθνικοτήτων να επιχειρήσουν και να ανταγωνιστούν στην τοπική αγορά και η ανάπτυξη ενός τοπικού αντιβάρου, με τη μορφή της εγχώριας βιομηχανίας.
Με ποιο τρόπο όμως, θα μπορούσε ένα κράτος, να αντιστρέψει τη διαδικασία, ώστε αντί να δεχθεί το ίδιο έναν τεράστιο αριθμό Πολυεθνικών Επιχειρήσεων, που θα αλλοιώσουν την εγχώρια βιομηχανία του, να ασκήσει μία επιθετική εξωτερική οικονομική πολιτική, η οποία θα συμβάλλει στον πολλαπλασιασμό της ισχύος του;
Πρώτον, να αυξήσει την επιρροή του σε άλλες χώρες καθώς και να αυξήσει τις δυνατότητές του. Μια ανεπτυγμένη  οικονομία  και µία στέρεα παραγωγική βάση ενός κράτους δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποτελεί ένα σημαντικό συντελεστή ισχύος για τις ανάγκες της εξωτερικής και της αμυντικής του πολιτικής. Μια ισχυρή οικονομική δύναμη, μπορεί να χρησιμοποιήσει οικονομικά μέσα ώστε να διευρύνει τη διεθνή της επιρροή. Από την άλλη πλευρά, η ενίσχυση της διεθνούς της επιρροής έχει θετικά αποτελέσματα και στην οικονομική της ανάπτυξη. Συνεπώς, το ενδιαφέρον των κυβερνήσεων για τα ζητήματα της οικονομικής διπλωματίας δεν εξηγείται µόνο µε το ότι η οικονομία παίζει σήμερα σημαντικό ρόλο στο διεθνή χώρο, αλλά αντίθετα επειδή τα κράτη στην προσπάθειά τους να διευρύνουν το πλέγμα των σχέσεών τους και ακόμα, το δυναμικό ισχύος τους,  δραστηριοποιούνται δυναμικά στον οικονομικό τομέα. Εν τούτοις, για να ενταχθεί μία λιγότερο αναπτυγμένη χώρα στην κατηγορία των μικρών αλλά επιτυχημένων χωρών, πρέπει να έχει μία έντιμη και ικανή κυβέρνηση, να επενδύσει πολύ σε όλα τα επίπεδα της εκπαίδευσης, να σέβεται τα διεθνή δικαιώματα ιδιοκτησίας, να ενθαρρύνει την επιχειρηματικότητα, να στηρίξει ένα διαφοροποιημένο και άριστο εθνικό πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης και να ακολουθήσει υγιείς μακροοικονομικές πολιτικές. Ένα κράτος που δεν είναι πρόθυμο να αναλάβει αυτές της ζωτικής σημασίας υποχρεώσεις, είναι πολύ απίθανο να επιτύχει στην παγκόσμια οικονομία και κινδυνεύει να κυριαρχήσουν σε αυτό οι ξένες εταιρείες. Δυστυχώς, πάρα πολλές λιγότερο ανεπτυγμένες και μετακομμουνιστικές οικονομίες διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο.
Δεύτερον, να αποτρέψει ενέργειες ορισμένων  κρατών που μπορεί να έχουν αρνητικά αποτελέσματα στην εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Η αποτροπή ενεργειών δε χρησιμοποιεί µόνο στρατιωτικά ή και πολιτικά μέσα. Τα οικονομικά μέσα, χρησιμοποιούνται περισσότερο συχνά και θεωρούνται κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις αποτελεσματικά.
Τρίτον, να ενισχύσει οικονομικά διεθνείς οργανισμούς καθώς και µη κρατικούς δρώντες τρίτων χωρών, όταν έτσι εξυπηρετούνται τα συμφέροντά του σε μία δεδομένη χρονική περίοδο.
Τέταρτον, να διαφυλάξει τα συμφέροντα των επιχειρήσεων της χώρας που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό και τα οποία  θίγονται από ενέργειες άλλων κρατών. Θα ονομάζαμε την πολιτική αυτή μικρο-εξωτερική πολιτική, γιατί προκαλεί αλληλεπιδράσεις του εθνικού κέντρου με το μικροεπίπεδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και, παράλληλα, διαμορφώνει σταθερές που εξυπηρετούν μακροπρόθεσμους στόχους. Για την απόδοση της πολιτικής αυτής, της μικροπολιτικής, απαιτείται συστηματική προσπάθεια, η οποία εκφράζεται από τρεις τομείς εργασίας:

Την πολιτική και οικονομική διευκόλυνση των μονάδων που δραστηριοποιούνται στο εξωτερικό. Η προτεραιότητα που δίνεται στη παροχή βοήθειας σε μερικά κράτη, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο,  έχει φθάσει στο σημείο να δημιουργούνται νέες θεσμοποιημένες δομές υποστήριξης, όπου οι επιχειρήσεις και οι αντιπρόσωποί τους έχουν αυξημένη συμμετοχή και επιρροή στο σχεδιασμό, στην υλοποίηση και στην αξιολόγηση της εμπορικής διπλωματίας.
Την παροχή συμβουλών σχετικά με το εύρος και το χώρο της δράσης τους (πληροφορίες) και
Το συντονισμό με την κυβερνητική πολιτική για την ανάπτυξη δράσεων σε κοινό πλαίσιο (π.χ. εμπάργκο-οικονομική διπλωματία).

Αυτό το τρίπτυχο προϋποθέτει, όμως, τη δημιουργία σχετικών οργάνων με ευθύνη της κυβέρνησης με στόχο τον εναρμονισμό της δράσης όλων αυτών των δρώντων με την κυβερνητική πολιτική. Η συγκεκριμένη προσπάθεια συμβάλλει αναμφίβολα στη διεύρυνση των εξωτερικής πολιτικής ερεισμάτων και στην ενίσχυση της αναπτυξιακής πορείας της χώρας. Η διαμόρφωση, ωστόσο, μίας εθνικής στρατηγικής που να εξυπηρετεί τους παραπάνω στόχους θα πρέπει να στηρίζεται σε τρεις βασικές προϋποθέσεις:

Πρώτον, οι ενεργοποιούμενοι στο εξωτερικό μη κρατικοί δρώντες, με κύρια αναφορά στον επιχειρηματικό κόσμο, θα πρέπει να διαθέτουν ανεξάρτητη ικανότητα δράσης και το δικό τους θεσμικό πλαίσιο που να συμπλέει με τις αρχές που διέπουν το πολιτικό σύστημα της χώρας.
Δεύτερον, οι δρώντες αυτοί θα πρέπει να διαθέτουν το απαραίτητο κεφάλαιο, ώστε να απολαύουν της εμπιστοσύνης, πάνω στην οποία οικοδομείται η συνεργασία και η περαιτέρω στήριξη των δραστηριοτήτων τους από τον κρατικό μηχανισμό.
Τρίτον, η παρουσία τους στο εξωτερικό οφείλει να είναι όχι βραχυπρόθεσμη, αλλά μακροπρόθεσμη. Η επιχειρησιακή τους δράση θα πρέπει, δηλαδή, να εκτιμάται όχι ως μία μεμονωμένη και χρονικά περιορισμένη ενέργεια, αλλά να εντάσσεται σε ένα διαρκές πρόγραμμα ανάπτυξης.

Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις κρίνονται ως απαραίτητες για την εδραίωση του πλαισίου συνεργασίας μεταξύ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της κυβερνητικής πολιτικής. Οι υπεύθυνοι της απόφασης αντιλαμβάνονται, βέβαια, τη σπουδαιότητα της πολύμορφης δράσης που αναπτύσσουν οι νέοι αυτοί δρώντες και, φυσικά, το όφελος που μπορεί να προέλθει από τη σχετική συνεργασία. Ωστόσο, η αντίληψη για μία συνεργατική πολιτική θα πρέπει να οικοδομείται σε αμοιβαία βάση. Όσο πιο κατανοητό είναι το πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών, τόσο πιο αποδοτική είναι η εξωτερική πολιτική και πιο ενισχυμένη η δυνατότητα της αναπτυξιακής πορείας της χώρας.
Σημασία, δεν έχει, επομένως, εάν επιθυμεί κανείς τη διασύνδεση της επιχειρηματικής δράσης με την πολιτική της κυβέρνησης, αλλά το πώς μπορεί να ενισχυθεί μακροπρόθεσμα η παρουσία των δρώντων αυτών στο εξωτερικό, ώστε να αποτελέσουν τμήμα του αναπτυξιακού προγράμματος της χώρας. Ο συντονισμός των ενεργειών είναι η φράση-κλειδί στο καίριο αυτό ζήτημα, το οποίο εντάσσεται, τουλάχιστο για τα αναπτυγμένα κράτη, στις υψηλές προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής τους.

 Βαρβαρούσης, Διεθνείς Σχέσεις και Εξωτερική Πολιτική, 193-195.