Ο «λαϊκισμός» και η αντίφαση των Financial Times

financial-times-696x379
Γράφει ο Ceteris Paribus
Σε άρθρο του στους Financial Times με τον φιλόδοξο τίτλο «Πώς θα νικηθεί ο λαϊκισμός στην Ευρώπη», ο Philip Stephens πραγματεύεται ένα θέμα κοινό στην πυκνή αρθρογραφία των τελευταίων χρόνων για την παγκοσμιοποίηση, τα συμπτώματα κρίσης της και την άνοδο του «λαϊκισμού», κυρίως ακροδεξιού. Ο συγγραφέας «χτυπάει φλέβα» όταν συνδέει την κρίση εμπιστοσύνης προς την παλαιά πολιτική τάξη με την έκδηλη ανισότητα που υπάρχει στο
σημερινό κόσμο. Όμως, στη συνέχεια της ανάλυσής του, πέφτει ο ίδιος σε μια έκδηλη αντίφαση.
Το ζήτημα είναι σοβαρό, σχετίζεται με τα θεμέλια μιας έρπουσας πολιτικής κρίσης στις ισχυρές χώρες του αναπτυγμένου κόσμου και πυλώνες της παγκοσμιοποίησης ή, όπως θα λέγαμε με πιο στρατηγικούς ορισμούς, με μια κρίση πολιτικής ηγεμονίας των κυρίαρχων ελίτ. Τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών, και ακόμη περισσότερο των πιο πρόσφατων αυστριακών εκλογών, υπογραμμίζουν ότι δεν πρόκειται για μια συζήτηση καθαρά θεωρητικού ενδιαφέροντος.
Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Ο Philip Stephens λέει μεταξύ άλλων:
«Η πειστική εξήγηση για την αυξανόμενη αίσθηση παραπόνου και την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στην παλαιά πολιτική τάξη, μπορεί να βρεθεί στις δημοσκοπήσεις που ρωτούν τον κόσμο αν αναμένει καλύτερη ζωή για τα παιδιά του. Οι ψηφοφόροι είναι πλέον πιο πιθανό να απαντήσουν ‘‘όχι’’ απ’ ότι ‘‘ναι’’. Η πορεία προς την πρόοδο, υποθέτουν, έχει λάβει τέλος.
Όταν φτάνεις σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, το παρόν γίνεται πολύ πιο σκοτεινό μέρος. Γιατί να υπομείνεις τις δυσκολίες και τις αδικίες του «εδώ και τώρα», αν το μέλλον και πάλι θα είναι ζοφερό; Ο πόνος γίνεται πιο οξύς, όταν μια μικρή μειοψηφία μπορεί πράγματι να αφήσει μεγάλη δύναμη και πλούτο στα παιδιά της».
Philip Stephens, Financial Times 13/10/2017
Ο συγγραφέας θέτει καταρχήν τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων: για την κρίση εμπιστοσύνης στην παλαιά πολιτική τάξη ευθύνονται, πρώτον, η αίσθηση ότι το μέλλον θα είναι ζοφερό και δεύτερον, ότι η αίσθηση οξείας ανισότητας στην κατανομή του πλούτου. Πράγματι, είναι τα δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του σύγχρονου οικονομικού και κοινωνικού συστήματος που αποδίδεται συνήθως με τον όρο παγκοσμιοποίηση. Ας τα δούμε τη σειρά.

Ανισότητα στην κατανομή πλούτου: μεταπολεμικό ρεκόρ

Τα διαθέσιμα στοιχεία για την κατανομή του παγκόσμιου πλούτου είναι σοκαριστικά. Με βάση, για παράδειγμα, τα στοιχεία της Credit Suisse:
Το 0,7% του παγκόσμιου πληθυσμού, 34 εκατ. άτομα από τα περίπου 4,9 δισ. του παγκόσμιου πληθυσμού, καρπώνονται το 45,2% του παγκόσμιου πλούτου, κατέχοντας περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας 112,9 τρισ. δολαρίων – όταν το παγκόσμιο ΑΕΠ κυμαίνεται περί τα 70 τρισ. δολάρια! Στον αντίποδα, το 99,3% του παγκόσμιου πληθυσμού καρπώνεται το 54,8% του παγκόσμιου πλούτου.   
Το παράδειγμα είναι εύγλωττο, αλλά δεν βοηθάει να πάμε πέρα από μια συγκινησιακή κοινωνιολογία. Για να δούμε τι συμβαίνει στον πυρήνα της παγκοσμιοποίησης, πολύ χρησιμότερα είναι τα δεδομένα που μας δίνουν οι πίνακες 1 και 2, για την ιστορική εξέλιξη των καθαρών κερδών αλλά και του μεριδίου της εργασίας στο προϊόν, στο σύνολο της οικονομίας. Επιλέξαμε να παραθέσουμε τα στοιχεία των 6 από τις 7 χώρες που απαρτίζουν το γκρουπ του G-7 και που είναι οι πυλώνες του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου. Επιλέξαμε επίσης, για να είναι ακόμη περισσότερο πολιτικά χρήσιμες οι συγκρίσεις, να εξετάσουμε τη μεταβολή των μεγεθών στα έτη 1965 (έτος κορύφωσης και παγκόσμιου συντονισμού της μεταπολεμικής «χρυσής» εικοσιπενταετίας ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας), το 2007 (έτος κορύφωσης της προ της κρίσης περιόδο0υ ανάπτυξης) και το 2016 (που οριοθετεί τη συντονισμένη έξοδο από τον άμεσο κύκλο κρίσης του 2008).
Τα ευρήματα είναι εξαιρετικά εύγλωττα:
 -Ο δείκτης των καθαρών κερδών στο σύνολο της οικονομίας  ήταν πριν το ξέσπασμα της κρίσης του 2008 σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, πολύ ανώτερα της μεταπολεμικής «χρυσής» περιόδου. Στα 2016, με το κλείσιμο του άμεσου κύκλου της κρίσης του 2008, τα κέρδη προσεγγίζουν ξανά τα υψηλά του 2007
-Αναπόφευκτα, το Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν, δηλαδή το μερίδιο του κοινωνικού πλούτου που καρπώνονται οι εργαζόμενοι, μειώθηκε δραστικά από το 1965 στο 2007, το δε 2016 βρίσκεται επίσης σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα του 2008 και περίπου στα προ της κρίσης επίπεδα (με μόνη εξαίρεση τη Γερμανία, όπου αυξήθηκε κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες).
Τα δεδομένα αυτά, μας δείχνουν ότι η πρωτογενής (μέσα από την αγορά εργασίας και την παραγωγή) κατανομή του πλούτου είναι πολύ πιο άνιση σε σχέση με τη μεταπολεμική «χρυσή» εποχή. Υπάρχει όμως και η δευτερογενής κατανομή, μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και τις κρατικές πολιτικές. Εκεί, γνωρίζουμε επίσης ότι η κατάσταση για τους εργαζόμενους έχει επιδεινωθεί.
Φαίνεται λοιπόν πως είναι δομικό στοιχείο της παγκοσμιοποίησης ένα μοντέλο παραγωγής και κατανομής του πλούτου έκδηλα πιο άνισο σε σχέση με το μεταπολεμικό. Όταν εξετάζουμε τους λόγους της προϊούσης αναξιοπιστίας και κρίσης εμπιστοσύνης προς την παραδοσιακή πολιτική ελίτ, δεν μπορούμε να μη δώσουμε σε αυτόν τον παράγοντα κρίσιμο, και μάλιστα τον κρισιμότερο, ρόλο.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι αυτή καθαυτή η διαπίστωση, αλλά κάτι άλλο: αν αυξηθεί το μερίδιο της εργασίας στο προϊόν, τότε θα μειωθεί αντίστοιχα το μερίδιο των κερδών…

Το ζοφερό μέλλον

Ο πίνακας αρ. 3 μας λέει μια άλλη αλήθεια: ότι παρά τον ιστορικό θρίαμβο των κερδών, η ανάπτυξη καρκινοβατεί, σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν να επουλωθούν οι πληγές. Οι διαφορές των επιπέδων ανάπτυξης μεταξύ της μεταπολεμικής «χρυσής» εποχής και της περιόδου πριν το ξέσπασμα της κρίσης του 2008, είναι ήδη πολύ μεγάλες – μια γενική πτώση περίπου στο μισό, για δε την Ιαπωνία στο 1/10!
Αυτός ο παράδοξος συνδυασμός μιας πολύ χαμηλότερης ανάπτυξης με πολύ υψηλότερα κέρδη είναι η καρδιά του προβλήματος! Και είναι τόσο προφανή τα διαθέσιμα στοιχεία, ώστε μόνο εθελοτυφλώντας θα μπορούσαμε να την αγνοήσουμε.
Έτσι εξηγούνται και διάφορα «μυστήρια» που αναφέρονται στη διεθνή αρθρογραφία: το «μυστήριο» της χαμηλής παραγωγικότητας (που έπεσε επίσης σχεδόν στο μισό της «χρυσής» μεταπολεμικής περιόδου και στην έξοδο από τον άμεσο κύκλο της κρίσης του 2008 μειώθηκε περαιτέρω σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα) και το «μυστήριο» του «ανεξήγητα» χαμηλού πληθωρισμού (που δεν αυξάνεται όσο «θα έπρεπε» βάσει της περιβόητης «καμπύλης Φίλιπς», προκαλώντας μεταξύ άλλων και θεωρητική σύγχυση).

Ο Κέινς «πέθανε» κι ο Φρίντμαν «δεν αισθάνεται καλά τελευταία»…

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς ήταν ο αδιαμφισβήτητος «βασιλιάς» της οικοονμικής θεωρίας στα χρόνια του Μεσοπολέμου αλλά και της «χρυσής» μεταπολεμικής εποχής. Άρχισε να αμφισβητείται και τελικά αποκαθηλώθηκε, ύστερα από την κρίση του 1972-3. Τον διαδέχθηκε ο Μίλτον Φρίντμαν, που εξύμνησε τη δυνατότητα της ελεύθερης αγοράς να αυτορυθμίζεται κατανέμοντας με το βέλτιστο τρόπο τους πόρους και αποφεύγοντας τις κρίσεις. Ωστόσο, η κρίση του 2008 επέφερε αποφασιστικό πλήγμα στη θεωρία του – ήταν η αρχή της δικής του αποκαθήλωσης.
Είμαστε στη μεταβατική εποχή της αναζήτησης ενός νέου «υποδείγματος», όπου αναπόφευκτα επικρατούν αμηχανία και αντιφάσεις. Η αντίφαση του αρθρογράφου των Financial Times είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού: Πώς μπορεί να υμνείται η παγκοσμιοποίηση, αν είναι ακριβώς το μοντέλο που παράγει τα «μυστήρια» της χαμηλής ανάπτυξης με πολύ υψηλά κέρδη, του «ανεξήγητα» χαμηλού πληθωρισμού και της «ανεξήγητα» χαμηλής παραγωγικότητας; Πώς μπορούμε να έχουμε και την «πίτα σωστή» (την παγκοσμιοποίηση, την πλήρη αυτορρύθμιση των αγορών κ.λπ.) και το «σκύλο χορτάτο» (μείωση της κοινωνικής ανισότητας);
Κυρίως: πώς μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή υποδείγματος χωρείς πραγματική πολιτική; Η «ενιαία σκέψη» της παγκοσμιοποίησης, η εξάλειψη των προγραμματικών διαφορών ανάμεσα στα πολιτικά κόμματα, η κατηγορία προς πολιτικά ρεύματα περί «λαϊκισμού» (στον όρο αποδίδεται σαφώς αρνητικό περιεχόμενο), οι αναφορές περί ανεπιθύμητης «επαναπολιτικοποίησης» ύστερα από τα αποτελέσματα των πρόσφατων γερμανικών αλλά και αυστριακών εκλογών, δείχνουν ότι δεν υπάρχει η συνείδηση πως δεν μπορείς να εξοβελίζεις ατιμώρητα την πολιτική – θα τη διώχνεις από την πόρτα και θα επιστρέφει με «ανεπιθύμητες» μορφές από το παράθυρο…
Πολιτική χωρίς να βρεθούν τρόποι μεταφοράς πόρων από τα ιστορικά υψηλά κέρδη προς το ιστορικά χαμηλό μερίδιο της εργασίας, δεν μπορεί να υπάρξει. Μπορεί όμως, στο κενό που δημιουργεί η ανυπαρξία τέτοιας πολιτικής, να ξυπνήσουν και να γιγαντωθούν τα φαντάσματα του Μεσοπολέμου ή και του ίδιου του Μεγάλου Πολέμου…  
Ο ιδιωτικός τομέας καλά κάνει και υπερασπίζεται τα κέρδη του – δεν προορίζεται να κάνει κοινωνική πολιτική. Αυτό το ρόλο (πρέπει να) έχουν τα κόμματα και οι κυβερνήσεις. Οι διαπιστώσεις του ΔΝΤ και πληθώρας αρθρογράφων περί αύξησης της κοινωνικής ανισότητας δεν έχουν καμία χρησιμότητα όταν οι κυβερνήσεις κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση.
Λέγεται ότι κάποτε ο Ρούσβελτ, σε μια ταραγμένη εποχή ανάμεσα σε δύο μεγάλους πολέμους, που άσκησε θαρραλέες κεϊνσιανές πολιτικές στο Μεσοπόλεμο, απάντησε στις αιτιάσεις της αφρόκρεμας των Αμερικανών επιχειρηματιών, σε συνάντηση μαζί τους, το εξής αφοπλιστικό: «Κύριοι, προτιμάτε να χάσετε το καπέλο σας ή το κεφάλι σας»; Η διαφορά είναι ότι στη σημερινή ιστορική συγκυρία κανένας επιχειρηματίας δεν αισθάνεται ότι κινδυνεύει, γι’ αυτό κανένας δεν έχει διάθεση να χάσει ούτε το καπέλο του. Όταν δε το 0,7% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία πολύ μεγαλύτερα από το παγκόσμιο ΑΕΠ, καταλαβαίνουμε πόση πραγματική ισχύ έχουν τα κόμματα και οι κυβερνήσεις απέναντι στους μεγιστάνες του παγκόσμιου πλούτου.
Αν δεν λυθεί το πρόβλημα της κατανομής του εισοδήματος, όχι μόνο ο λαϊκισμός» θα κερδίζει θέσεις, αλλά και μια νέα παγκόσμια κρίση είναι πολύ πιθανή. Και δεν φαίνεται αυτός που θα έχει την πραγματική βούληση και δύναμη να τιθασεύσει τις αντιφάσεις και τα μυστήρια της παγκοσμιοποίησης…
ΠΙΝΑΚΑΣ 1
Εξέλιξη του Δείκτη κερδών*
(1965, 2007, 2016)

1965           2007           2016

ΗΠΑ                              76,3            96,1            101,1
Ην. Βασίλειο                82,8            112,6          112,1
Γερμανία                      91**           114,5          102,9
Ιαπωνία                        72,3            109,2          123,8
Γαλλία                           94,2            122,1          94,6
Ιταλία                            94,3            130,0          103,2


*Δεν είναι το ποσοστό κέρδους, αλλά οι αυξομειώσεις. Ως βάση τίθεται το καθαρό ποσοστό κέρδους το 2010 (=100)
**Για το 1965: Δυτική Γερμανία

Πηγή: AMECO (ευρωπαϊκή μακροοικονομική βάση δεδομένων)


ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Μερίδιο της εργασίας στο προϊόν*

Χώρα                             1965           2007           2016

ΗΠΑ                              60,8            58,8            58,1
Ην. Βασίλειο                64,1            58,9            58,7
Γερμανία                      60,1**        53,7            56,5
Ιαπωνία                        69,5            58,2            56,7
Γαλλία                          63,1            55,3            58,4
Ιταλία                           63,7            52               53,1


*Ποσοστό του συνολικού προϊόντος (παραγόμενου πλούτου) που πηγαίνει στην εργασία % του ΑΕΠ. Το υπόλοιπο μέχρι το 100% είναι το μερίδιο των κερδών στο προϊόν.
**Για το 1965: Δυτική Γερμανία


ΠΙΝΑΚΑΣ 3
Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν – ΑΕΠ*

Χώρα                             1965           2007           2016
ΗΠΑ                              8,4              3,1              1,5
Ην. Βασίλειο                8,1              5,1              3,8
Γερμανία                      9,2**          4,75            3,1
Ιαπωνία                        11,3            1,3              0,7
Γαλλία                           8,0              5,1              2,0
Ιταλία                            8,0              3,6              2,4



*Σε ονομαστικές (τρέχουσες) τιμές, % αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Περιλαμβάνει τον αποπληθωριστή του ΑΕΠ (Ρυθμοί ανάπτυξης + αποπληθωριστής του ΑΕΠ)
**Για το 1965: Δυτική Γερμανία

1965: έτος «συντονισμού» της κορύφωσης του μεταπολεμικού αναπτυξιακού «μπουμ» σε ΗΠΑ και Ευρώπη
2007: έτος κορύφωσης του κύκλου ανάπτυξης πριν το ξέσπασμα της τελευταίας κρίσης
2016: τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία 8 χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης


 rizopoulospost.com