ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Υπόμνημα Γ.Παπαδόπουλου προς 80 Εφέτες. «Επανάστασις επικρατούσα δημιουργεί δίκαιον. Ολόκληρος ο βίος μου στην υπηρεσία της Πατρίδος «

papadopoulos
Το υπόμνημα προς τους 80 εφέτες
Η Κυβέρνηση Καραμανλή, δεν αποτόλμησε να κινήσει με κάποια κυβερνητική εισαγγελική ενέργεια τη διαδικασία ποινικής διώξεως του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Διότι γνώριζε το παράνομο της διαδικασίας.
Έτσι προτίμησε να επιστρατεύσει ιδιώτες με μηνύσεις. Η πρώτη μήνυση έγινε από τον δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο και ακολούθησαν οι Ευάγγελος Γιαννόπουλος, Γρ. Κασιμάτης, Φοίβος Κούτσικας και Κων. Αναγνωστάκης.

Έτσι εκκίνησε η διαδικασία από το Εφετείο Αθηνών για πιθανή άσκηση ποινικής διώξεως.
Στις 30 Οκτωβρίου 1974 – εξόριστος στην Κέα – ο Γεώργιος Παπαδόπουλος συνέταξε ένα Υπόμνημα προς τους 80 εφέτες, το οποίο ο δικηγόρος του Άγγελος Καραγιαννόπουλος παρέδωσε στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών με αρ. καταθέσεως 52847.
Το κείμενο δεν είναι μόνο νομικό. Είναι και άκρως πολιτικό. Διότι εκτός από τα συντριπτικά νομικά επιχειρήματα της παράνομης διώξεώς του, γίνεται εκτενής αναφορά και σε πολιτικά επιχειρήματα με μεγάλο ενδιαφέρον. Γι’ αυτό και παραθέτουμε το μεγαλύτερο μέρος του:

«Προς,
Την ολομέλειαν του Εφετείου Αθηνών (δια του Εισαγγελέως των Εφετών)
ΥΠΟΜΝΗΜΑ
Γεωργίου Χ. Παπαδοπούλου, Πρώην Πρωθυπουργού – Προέδρου Δημοκρατίας, κατοίκου Αθηνών, ήδη τελούντος εν εκτοπίσει εις νήσον Κέαν.
Εκ των στηλών του ημερησίου Τύπου, περιήλθεν μέχρις εμού η “πληροφορία” ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρ. Κ.Π.Δ. συνέρχεται η ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών προκειμένου να αποφανθή επί της ασκήσεως ποινικής διώξεως εναντίον εμού και άλλων προσώποων επί παραβάσει των άρθρων 134 και επ. του Π.Κ. κατόπιν καταγγελίας ιδιωτών… Η υπό κρίσιν και διερεύνησιν “υπόθεσις” ούτε μεμονωμένων ατονικών ή ιδιωτικών συμφερόντων άπτεται, ούτε ως παρωνυχίδα τινά της δημοσίας ζωής του Τόπου αναφέρεται. Πρόκειται περί αληθούς σταθμού, ο οποίος επηρέασεν την τύχη ενός λαού επί μίαν ολόκληρον 7ετίαν και εχάραξεν βαθυτάτας τομάς εις αυτήν ταύτην την Ιστορίαν του Έθνους. Αν, κατά συνέπειαν, η Επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 συνιστά “καθ’ αυτήν” εγκληματικήν πράξιν, τότε η άσκησις ποινικής διώξεως εναντίον των υπευθύνων – “πρωτεργατών”, έδει να απορρεύση εκ πρωτοβουλίας του επισήμου κράτους, ως και των τεταγμένων εκ του Συντάγματος και των νόμων, δια την δίωξιν του εγκλήματος, αρμοδίων δικαστικών ή διωκτικών αρχών. Το γεγονός ότι το μεν επίσημον κράτος εσίγησεν – ή μάλλον διά την ακρίβειαν, έλαβεν αρχικώς αντίθετον θέσιν – αι δε αρμόδιαι δικαστικαί και διωκτικαί αρχαί ηδράνησαν, ετέθησαν δε εις κίνησιν μόνον κατόπιν αναπτύξεως… ιδιωτικής πρωτοβουλίας, αποτελεί το παράδοξον και το ασύνηθες.
Αλλά δεν πρόκειται ήδη περί αυτού. Τελών από μηνός και πλέον υπό αυστηρότατον περιορισμόν νυν δε υπό εκτόπισιν και μη δυνάμενος να επικοινωνήσω ούδε καν μετά των συνηγόρων μου, παρά πάσαν αρχήν δικαίου, περιέρχομαι ήδη εις την αδήριτον ανάγκην όπως εκθέσω τας επί της “υποθέσεως” απόψεις μου δι’ υποβολής του παρόντος Υπομνήματος, συνταγέντος κατόπιν προφορικής μόνον εντολής μου, αφού, ου ην άλλως γεννέσθαι. Διατηρώ ουχ ήττον ακλόνητον την πεποίθησιν ότι αι ιαχαί των πεζοδρομίων και η λυσσαλέα επίθεσις της μεγαλυτέρας, ατυχώς, μερίδος του ημερησίου Τύπου, ουδ’ επ’ ελάχιστον θα επηρεάσουν την κρίσιν της πάντοτε, αμερολήπτου, πάντοτε αντικειμενικής, πάντοτε ευθυτενούς, ελληνικής Δικαιοσύνης…

Επανάστασις επικρατούσα δημιουργεί δίκαιον
Νομικά και Συνταγματικά αυστηρώς και αποκλειστικώς είναι τα τιθέμενα ζητήματα, εάν είναι δυνατόν να γίνεται λόγος περί “ζητήματος”, εκεί όπου ουδέποτε παρ’ ουδενός και εις ουδεμίαν περίπτωσιν εγεννήθη αμφισβήτησις:
“Επανάστασις επικρατούσα δημιουργεί δίκαιον”! Αρχή απαράβατος, ακατάλυτος, αδιαφιλονίκητος, ανεγνωρισμένη και επιβεβλημένη εις όλας τας εποχάς, εις όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, παντού όπου υπάρχουν κοινωνίαι, υπάρχουν Συντάγματα, υπάρχουν νόμοι… Εγένετο εν τούτοις παγίως δεκτόν, ότι ο λαός, όταν πρόκειται περί λαϊκής επαναστάσεως και ο στρατός, όταν πρόκειται περί στρατιωτικής επαναστάσεως, έχει το δικαίωμα να επαναστατή, όταν εν κοινή συνειδήσει, ωριμάζη η ανάγκη της μεταβολής των καθεστώτων πραγμάτων, της μεταβολής μη δυνάμενης να επέλθη κατ’ άλλον τρόπον, εφ’ όσον οι νόμοι απαγορεύουν τούτο. Δια τούτο και “επανάστασις επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον”, καθ’ όσον τούτο αποτελεί προϊόν της εμπράκτως δεδηλωμένης λαϊκής θελήσεως.
Εμμένων αμετακεινήτως επί των νομικών θέσεων, ως αύται αναπτύσσονται αναλυτικώς κατωτέρ, περιορίζομαι να υπομνήσω δι’ ελάχιστων λέξεων τας κρατούσας τότε συνθήκας, αι οποίαι και ωδήγησαν εις την αναίμακτον Επανάστασιν της 21ης Απριλίου 1967 και τούτο, χάριν του ηθικού και μόνον μέρους της υποθέσεως:

Η προεπαναστατική κατάστασις
Άγχος και αγωνία συνείχε το σύνολον του ελληνικού λαού. Παρ’ όλων των εχεφρονούντων πολιτών ανεμένετο μετά βεβαιότητος, ότι το μεσονύκτιον των επικειμένων εκλογών (Μαΐου 1967), ομάδες των αναρχικών και των κομμουνιστών θα ανέτρεπον δυναμικώς τας νομίμους αρχάς, θα κατέλυον το καθεστώς και θα εγκαθίστων την κυβέρνησιν, ουχί δια του Συντάγματος, αλλ’ εις την Πλατείαν Συντάγματος! Από την ύπαιθρον κατέφθανον σωρηδόν τα μηνύματα περί της επικρατούσης αναρχίας και περί της πλήρους ανεπαρκείας των αστυνομικών οργάνων, όπως τηρήσουν την τάξιν. Ομάδες ατόμων των ποικιλωνύμων οργανώσεων, ασύδοτοι και καθημερινώς αποθρασυνόμενοι, είχαν δημιουργήσει Κράτος εν Κράτει. Ο εθνικόφρων Τύπος – εκείνος ακριβώς ο οποίος εμφανίζεται σήμερον ως αδιαλλάκτως “αντιστασιακός-“ επεκαλείτο και εζήτει την παρέμαβασιν των Ενόπλων Δυνάμεων, χάριν της σωτηρίας της Πατρίδος. Εις το Συμβούλιον του Στέμματος – συγκληθέν υπό του Βασιλέως προ της Επαναστάσεως – οι πλείστοι των συμμετασχόντων, ιδίως όμως ο τότε Πρωθυπουργός, περιέγραψαν και εζωγράφισαν με τα μελανώτερα χρώματα την επικρατούσαν εις ολόκληρον την Χώραν εκρηκτικήν κατάστασιν και τους απειλούντας τον Τόπον, εις το αμέσως προσεχές μέλλον, απροσμετρήτρους κινδύνους. Οι θεσμοί απετέλουν την χλεύην του πεζοδρομίου, η δημοκρατία απεκαλείτο “βουλευτοκρατία” το κοινοβούλιον “οίκος εμπορίου”, η κυβέρνησις “εσωτερική κατοχή”, η αντιπολίτευσις “εθνική αντίστασις”…

Η αποδοχή της Επαναστάσεως
Δύναται ενδεχομένως να υποστηριχθή ότι αι Επαναστατικαί Κυβερνήσεις διετηρήθησαν εις την εξουσίαν επί περισσότερον χρόνον από όσον επεβάλλετο εκ των πραγμάτων. Θέμα πολύπλευρον επί του οποίου πολλά είναι δυνατόν να λεχθούν, άσχετον όμως προς την παρούσαν “κατηγορίαν”. Δύναται ακόμη να λεχθή, ότι κατά την 7ετή διαδρομήν των Επαναστατικών Κυβερνήσεων διεπράχθησαν σφάλματα… Αλλ’ ουδεμία δρώσα κυβέρνησις υπήρξεν αλάθητος. Εν όμως είναι το βέβαιον, το αδιαφιλονίκητον, το πασίδηλον: Ότι η μεγίστη μερίς των εθνικώς σκεπτομένων Ελλήνων, το σύνολον σχεδόν των νομιμοφρόνων πολιτών, υπεδέχθησαν την Επανάστασιν της 21ης Απριλίου 1967 με αισθήματα βαθυτάτης ανακουφίσεως. Εν πάση δε περιπτώσει, ηνέχθησαν ταύτην μετά προσδοκίας. Και τρανή, τρανοτάτη τούτου απόδειξις, η πλήρης επικράτησις της Επαναστάσεως εις ολόκληρον την Χώραν κατά τρόπον ουχί απλώς αναίμακτον, αλλά χωρίς να εμφανισθή κάπου, κάποια υποτυπώδης έστω αντίστασις ή κάποιο μεμονωμένον δυναμικόν επεισόδιον.
Και αν επομένως, δια να δημιουργήση δίκαιον η επικρατήσασα επανάστασις προαπαιτείται η συγκατάθεσις της πλειονότητος του λαού, ειδικώς εις την προκειμένην περίπτωσιν η προϋπόθεσις αυτή συνέτρεξεν αναμφισβητήτως και αποδεδειγμένως.

Το Σύνταγμα του 1968/73
Αλλά και εις ην έτι περίπτωσιν που ήτο δυνατόν να τεθή εν αμφιβόλω η συμπαράστασις την μεγίστης πλειονότητος του λαού εις την παρέμβασιν των Ενόπλων Δυνάμεων – του θέματος στερουμένου – ομολογουμένως ως εκ της φύσεώς του, αντικειμενικών κριτηρίων – επηκολούθησεν λίαν συντόμως και η τυπική επικύρωσις και επαλήθευσις.
Αληθώς, η πρώτη μετά την επικράτησιν της Επαναστάσεως συγκροτηθείσα Κυβέρνησις – της οποίας μετείχε πλην του Πρωθυπουργού και σημαντικός αριθμός ανωτάτων δικστικών λειτουργών – έταξεν ως πρώτον στόχον της, την κατάρτησιν και ψήφισιν του νέου Συντάγματος. Σημειωτέον, ότι την ανάγκην όπως επενέχθωσι ριζικαί μεταρρυθμίσεις εις το ισχύον συνταγματικόν καθεστώς, είχον τονίσει και επισημάνει και εις το εγγύς και εις το απώτερον παρελθόν άπαντα τα εν τη Βουλή πολιτικά κόμματα. Ούτω, συμμορφουμένη προς την εντεύθεν εικαζομένην αξίωσιν ολοκλήρου του Έθνους, η πρώτη Επαναστατική Κυβέρνησις ανέθηκε εις 20μελή Επιτροπήν εκ νομοναθών – μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και ο σημερινός υπουργός της Δικαιοσύνης κ. Γεωργ. Οικονομόπουλος – υπό την προεδρίαν του τέως προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Χ. Μητρέλια, την κατάρτησιν και επεξεργασίαν του προσχεδίου του νέου Συντάγματος.
Η Επιτροπή επεράτωσε το έργον της λήγοντος του έτους 1967. Εν συνεχεία το Υπουργικόν Συμβούλιον, με βάσιν το ως άνω προσχέδιον, κατήρτισε το οριστικόν κείμενον του νέου Συντάγματος της βασιλευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπερ ενεκρίθη υπό του λαού δια συντριπτικής πλειοψηφίας κατά το Δημοψήφισμα της 29ης Σεπτεμβρίου 1968.

Δημοψήφισμα και λαϊκή επικύρωσις
Την γνησιότητα του Δημοψηφίσματος και την αθρόαν προσέλευσιν των ψηφοφόρων ουδείς ποτέ διενοήθη να αμφισβητήση σοβαρώς, ασχέτως εάν σήμερον εμφανίζονται πολλοί να αμφισβητούν την έκφρασιν της βουλήσεως ταύτης του Ελληνικού λαού. Αλλ’ ούτοι συγχρόνως αμφισβητούν την ελευθεροφροσύνην του λαού και υβρίζουν. Διότι ο Ελληνικός λαός δεν υπήρξεν ποτέ δουλόφρων και δη εις τόσην μεγάλην πλεοψηφίαν! Ούτω, την 29ην Σεπτεμβρίου 1968 – παρά το μεσολαβήσαν “ατυχές” βασιλικόν πραξικόπημα – ο Ελληνικός λαός, κυρώσας το υπό της Επαναστατικής Κυβερνήσεως καταρτισθέν σχέδιον του νέου Συντάγματος και παρέχον ρητάς εξουσιοδοτήσεις προς την Επαναστατικήν Κυβέρνησιν (άρθρ. 138), ενέκρινε καταφανώς την Επανάστασιν της 21ης Απριλίου 1967. Πάσα αντίθετος “θεωρία” θα απετέλει ασύλληπτον και αδιανόητον νομικόν και λογικόν ακροβατισμόν.
Ουδείς διά ταύτα δύναται να αμφισβητήση ότι η Επανάστασις εδημιούργησε δίκαιον, βάσει του οποίου από της επικρατήσεώς της εκυβέρνησε την Χώραν αδιαταράκτως εγκριθείσα – ως ελέχθη – υπό του Ελληνικού λαού, επί πάση δε γενομένη αποδεκτή παρ’ αυτού και τέλως διεθνώς αναγνωρισθείσα.

Ουδέποτε Επανάστασις διώχθηκε ποινικά
‘Επανάστασις επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον”. Το εσωτερικόν δίκαιόν μας και προ παντός η νομολογία των δικαστηρίων μας, παγίως έχει υιοθετήση την αρχήν ταύτην, ώστε να μην γεννάται καμμία αμφιβολία περί τούτου:
– Ούτω απεφάνθη διά το κίνημα του Ελευθ. Βενιζέλου της 31/05/1917 (Εφ. Αθ. 252/23 Θ.ΛΔ. σελ. 600) Πρωτ. Αθ. 840/22 Θ.ΛΔ. σ. 600).
– Ούτω απεφάνθη δια την Επανάστασιν Πλαστήρα του έτους 1922 (Α.Π. 103/23 θλδ 417 Εφ.Κρ. 57/34 ΕΕΝ α’ 421).
– Ούτω απεφάνθη για το πραξικόπημα Θεοδ. Παγκάλου και παρά τούτου άσκησιν της εξουσίας (Εφ. Αθ. 1786 και 1687/29 Θ.ΜΑ σελ. 629, Σ. Επικρ. 1485/49 Θ.ΞΑ 145).
– Ούτω απεφάνθη και επί της αποπείρας καταλύσεως των Αρχών το έτος 1933 παρά του Ν. Πλαστήρα (Εφ. Αθ. 1827/34 ΘΜΣΤ 259).
Τέλος, ως προς την συγκεκριμένην περίπτωσιν, δηλονότι την Επανάστασιν της 21ης Απριλίου 1967, παγίως απεφάνθη ως άνω η νομολογία των δικαστηρίων (αντί πολλών δε, όρα ενδεικτικώς Σ.Ε. 2468/68 και 2713/1969) εις ην συμμετείχον – εκτός των άλλων – και οι σήμερον αποτελούντες το προεδρείον του Συμβουλίου Επικρατείας. Θα ήτο άσκοπος επανάληψις η πεποίθησίς μου ότι εν όψει των ως άνω παραδεδεγμένων, δεν είναι ποτέ δυνατόν να λογοδοτήσουν οι εργάται της Επαναστάσεως ότι διέπραξαν το – δι’ ο γίνεται προσπάθεια διώξεως – “έγκλημα της εσχάτης προδοσίας”.

Διώκεται μόνον η απόπειρα…
Εν συνεπεία προς την άνω εκτεθείσαν αναμφισβήτητον αρχήν, διά των άρθρων 134 και επ. Π.Κ. – επί των οποίων επιχειρείται η θεμελίωσις της κατ’ εμού και των τότε συνεργατών μου κατηγορίας – προβλέπεται και τιμωρείται μόνον η απόπειρα τελέσεως των εν αυτοίς μνημονευομένων πράξεων. Αυτονόητον είναι ότι ο ποινικός νόμος δεν προέβλεψε τον κολασμόν των τετελεσμένων πράξεων – κατ’ απόλυτον απόκλισιν από την φιλοσοφίαν του Π. Δικαίου – ακριβώς διότι εν επικρατήσει του πράξαντος, δημιουργείται δίκαιον. Εφ’ όσον όθεν, είναι αποδεδειγμένον και πασίδηλον ότι η Επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 επεκράτησε και ήσκησεν αδιαταράκτως πολιτικήν εξουσίαν, δεν υφίστανται εν προκειμένω τα στοιχεία, άτινα συγκροτούν την αντικειμενικήν υπόστασιν οιασδήποτε αξιοποίνου πράξεως.
Διά του παρόντος υπομνήματός μου, δεν έχω σκοπόν να προβάλω ενώπιον υμών άπαντας τους λόγους εκείνους εξ’ ων καταδεικνύεται η ανυπαρξία πάσης αδίκου, παρανόμου, υπαιτίου και τιμωρητής πράξεως εμού και των συνεργατών μου. Εν τούτοις, δεν κρίνω άσκοπον να εκθέσω υμίν – όλως επικοιυρικώς – και έτερον νόμιμονλόγον εξ’ ου αίρεται η βάσις οιασδήποτε διώξεώς μου:

Χορηγηθείσα Αμνηστία ουδέποτε ανακαλείται
Ως είναι υμίν γνωστόν, διά του Π.Δ/τος 519/26-07-1974 “περί χορηγήσεως αμνηστίας” και δη εκ της σαφέστατης διατυπώσεως του αρ. 1 παραγρ. 1 εν τέλει αυτού, εχούσης κατά λέξιν ούτω: “Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα τελεσθέντα προ της 21ης Απριλίου 1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή εφ’ όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυΐας τάξεως”.
Προκύπτει όθεν ανενδοιάστως ότι διά πάσαν πράξιν έχουσα σχέσιν προς την ανατροπήν της κατά την 21ην Απριλίου 1967 καθεστηκυΐας Αρχής – δηλαδή εν προκειμένω της τότε κυβερνήσεως κ.λ.π. – εχώρησεν αμνηστία. Ταύτα είναι αναμφισβήτητα εκ της – ως ελέχθη – σαφεστάτης διατυπώσεως της διατάξεως ταύτης, προσδιδούσης την πρόθεσιν του νομοθέτου να αμνηστεύση ου μόνον τας μετά την 21ην Απριλίου 1967 πράξεις, τας τεινούσας προς ανατροπήν της Επαναστάσεως, αλλά και τας προ ταύτης, τας τεινούσας προς κατάλυσιν της τότε καθεστηκυΐας Αρχής.
Του ανωτέρου Δ/τος, επηκολούθησεν η έκδοσις της από 03/10/1974 (ΦΕΚ 227) Συντακτικής Πράξεως “περί καθορισμού αρμοδιοτήτων δια την εκδίκασιν πολιτικών εγκλημάτων”, δια της οποίας – παρά τον τίτλον – πρωτευόντως εσκοπήθη η “αυθεντική” ερμηνεία του ρηθέντος αμνηστευτικού Δ/τος και δευτερευόντως ο καθορισμός του κύκλου των…. Εγκληματιών και της αρμοδιότητος του δικαστηρίου προς εκδίκασιν των πολιτικών “εγκλημάτων”.
1ον Η ρηθείσα Συντακτική Πράξις δεν έχει – κατά το σημείον τούτο – συντακτικόν ή “παρασυνταγματικόν” χαρακτήρα, διότι η αυθεντική ερμηνεία απλού νόμου, ανήκει εις τον κοινόν νομοθέτην (άρθρον 26 Συν/τος 1952, Μπαλής Γεν. Αρχ. §11) και ουχί εις τον συντακτικόν ή τον συνταγματικόν.
2ον Η προπαρατεθείσα διάταξις του Π.Δ/τος 519/26-07-1974 διαθέτει κρυσταλλίνην σαφήνειαν εις την γραμματικήν και συντακτικήν διατύπωσιν και πλήρη διαφάνειαν εις τον επιδιωκόμενον σκοπόν του νομοθέτου, ώστε πάσα προσπάθεια αυθεντικής ερμηνείας ν’ αποτελεί πρόκλησιν ουχί μόνον εις την επιστημονικήν αλλά και εις την κοινήν νοημοσύνην… Μη υπαρχούσης συνεπώς ασαφείας και αβεβαιότητος περί το αληθές νόημα της διατάξεως του Π.Δ/τος 519/26-07-1974, η ερμηνεύουσα ταύτην Συντακτική Πράξις αποτελεί ουχί ερμηνευτικόν αλλά ψευδοερμηνευτικόν νόμον και ως εκ τούτου ουδεμίαν αναδρομήν έχει και την διαμορφωθείσαν εκ του προϋπάρχοντος νόμου κατάστασιν δεν ανατρέπει.
3ον Είναι επίσης εις υμάς γνωστόν, ότι χορηγηθείσα αμνηστία ουδέποτε ανακαλείται. (Γνωμ. Εις. Σ.Π. 51/49 Θ. ΞΑ 110 Γαρδίκας Ποιν. Χρον. Α 1954 σελ. 9, Γεωργόπουλος, Χάρις και Αμνηστία σελ. 98). Διότι αυτή ως εκ του σκοπού τον οποίον διώκει, ορά το δημόσιον συμφέρον και ουχί το προσωπικόν ενός εκάστου εξ’ ημών.
4ον Εν πάση περιπτώσει η εφαρμογή της αρχής της διατάξεως του άρθρου 2 του Π.Κ. αίρει πάσαν εν προκειμένω αμφιβολίαν.

Ολόκληρος ο βίος μου στην υπηρεσία της Πατρίδος
Βεβαίως, αν αι διατάξεις του Π.Δ/τος 519/1974 είχον τεθή χάριν του προσωπικού μου συμφέροντος και ουχί του δημοσίου, θα είχον την ευκαιρίαν να αποδείξω περιτράνως την πίστιν μου εις το ότι η ελληνική Δικαιοσύνη θ’ αποφανθή ανενδοιάστως, ότι ουδέν έγκλημα διεπράχθη παρ’ εμού και των συνεργατών μου και θα παρητούμην του ευεργετήματος της αμνηστίας. Τοιάυτης όμως εξουσίας στερούμαι.

Διά τούτο,
Διατηρώ την πεποίθησιν ότι οι ανωτέρω εκτεθέντες – αδρότητι – λόγοι, πείθουν ανέτως περί του αβασίμου οιασδήποτε κατ’ εμού και των συνεργατών μου κατηγορίας, σχέσιν εχούσης με τας πράξεις προς επιβολήν της επικρατησάσης Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967. Και πιστεύω επίσης ότι η Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών θ’ απονείμη δίκαιον δι’ εκδόσεως αποφάσεως αληθούς ιστορικής σημασίας.
Και όσον αφορά το κατ’ εμέ, παρά τας σκληράς δοκιμασίας εις ας υποβάλλομαι και τας πικρίας τας οποίας καθημερινώς γεύομαι αγογγύστως, διατηρώ ακλόνητον την πίστην μου, ότι ο ιστορικός του μέλλοντος και ο Ελληνικός λαός, θ’ αναγνωρίσουν ότι ολόκληρον τον βίον μου ηνάλωσα εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος μου»!
Από την βιογραφία του Γ.Παπαδόπουλου του συγγραφέα και δημοσιογράφου Μ.Χατζηδάκη
 makeleio.gr