Ρίτσαρντ Γουέμπστερ – Θεράπευε τους ασθενείς του ο Φρόιντ;


Αν οι παλαιότεροι ασθενείς του Φρόιντ, στο μεγαλύτερο τους μέρος, δεν υπέφεραν καθόλου από ψυχολογικές διαταραχές και αν η θεραπευτική τεχνική του Φρόιντ είχε στηριχθεί στα ιατρικά σφάλματα του Σαρκό, θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει πώς είναι δυνατόν τόσο ο ίδιος όσο και ο Μπρόιερ να είχαν επιτύχει να θεραπεύσουν τόσους πολλούς ασθενείς με τον αξιοσημείωτο τρόπο που καταμαρτυρείται μέσα από τα ιστορικά των παλαιών περιπτώσεών τους.


Ο πρώτος ασθενής του οποίου η θεραπεία μέσω ψυχανάλυσης ανακοινώθηκε δημοσίως ήταν, φυσικά, η περίπτωση της Αννας Ο.
Στη περιγραφή του σχετικά με τη συγκεκριμένη ασθενή, ο Μπρόιερ περιγράφει με αρκετή σαφήνεια ότι μετά από μια κλιμακούμενη συνεδρία κατά τη διάρκεια της οποίας η Αννα Ο., θυμήθηκε μια τρομακτική παραίσθηση, «εξαλείφθηκε η ασθένεια στο σύνολο της». Η ιστορία της δραματικής θεραπείας έγινε αμέσως το βασικό θαύμα της ψυχανάλυσης.
Στην πραγματικότητα όμως, ποτέ δεν έλαβε χώρα μια τέτοια θεραπεία. Έναν χρόνο αργότερα, ο Μπρόιερ διέκοψε τη θεραπεία του με την Αννα Ο., και εξομολογήθηκε στον Φρόιντ ότι η ασθενής που υποθετικά είχε θεραπεύσει «ήταν εντελώς παράφρων και ότι μακάρι να πέθαινε ώστε να ελευθερωθεί από τα δεινά της». Η Αννα Ο., καλυτέρευσε τελικά· λίγα χρόνια αργότερα όμως, μετά από μια μακρά παραμονή σε σανατόριο, συνέχιζε να υποφέρει από παραισθητικές καταστάσεις κατά τη διάρκεια του απογεύματος.
Ο τρόπος με τον οποίο ο Φρόιντ αντιμετώπιζε τη γνώση αυτή μπορεί να γίνει πιθανώς ευκολότερα αντιληπτός μέσα από την αναφορά σε μια άλλη περίπτωση στην οποία είχε ανακατευθεί. Το 1885, ενώ ερευνούσε τα αποτελέσματα της κοκαΐνης, έπεισε έναν συνάδελφο του, τον Ερνστ φον Φλάισχλ-Μάρξοου να δοκιμάσει το φάρμακο προκειμένου να αποκοπεί από τον εθισμό του στη μορφίνη. Παρ’ ότι ο Φρόιντ ανακοίνωσε δημόσια πως ο συνάδελφος του είχε θεραπευτεί και ότι δεν είχε «παγιωθεί κανένας εθισμός όσον αφορά στην κοκαΐνη», ο Φλάισχλ-Μάρξοου στην πραγματικότητα είχε εθιστεί απόλυτα στην κοκαΐνη και είχε φθάσει στο σημείο να βρίσκεται σε αξιοθρήνητη σωματική και πνευματική κατάσταση.
Το 1885, ο Φρόιντ ανέφερε πως η θεραπεία που είχε ακολουθήσει ο συνάδελφος ίου ήταν επιτυχής. Με παρόμοιο τρόπο, δέκα χρόνια αργότερα, επιδοκίμασε το ιστορικό της υπόθεσης που είχε δημοσιεύσει ο Μπρόιερ παρ’ ότι ήξερε ότι ο ισχυρισμός του Μπρόιερ πως είχε θεραπεύσει την Άννα Ο., ήταν ψεύτικος.

Ο Φρόιντ, καταμετρώντας τις δικές του περιπτώσεις ψυχανάλυσης, συχνά έκανε εκτιμήσεις σχετικά με τον θεραπευτικό του ρόλο, οι οποίες, κατά κάποιον τρόπο, ήταν παραπλανητικές.
Όταν περιέγραψε το αποτέλεσμα της θεραπείας που είχε εφαρμόσει στην Έμι φον Ν., έκανε λάθος προσπαθώντας να προσποριστεί κάποια εύσημα ως θεραπευτής αν και είναι ξεκάθαρο πως η ασθένεια της δεν θεραπεύθηκε ποτέ. Στην περίπτωση της Ελίζαμπεθ φον Ρ., ήταν υποχρεωμένος να παραδεχθεί ότι η χωλότητά της επέστρεψε μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας. Στη συνέχεια, έδωσε στο ιστορικό της ασθενούς ένα παραμυθένιο τέλος καθώς ισχυρίστηκε (εντελώς εξωπραγματικά) ότι κατάφερε να πάρει μια πρόσκληση για κάποιον ιδιωτικό χορό όπου βρισκόταν και εκείνη κι έτσι είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει την πρώην ασθενή του, έξι μήνες μετά το τέλος της θεραπείας, να «στροβιλίζεται σε έναν ζωηρό χορό».
Η ανεπιφύλακτη προσωπική εκτίμηση του Φρόιντ σχετικά με τον ρόλο που είχε διαδραματίσει στην υποτιθέμενη θεραπεία δεν ήταν κάτι με το οποίο συμφωνούσε και η ασθενής του. Χρόνια αργότερα, μιλώντας στην κόρη της, περιέγραψε τον Φρόιντ απλά ως «έναν νεαρό,  μουσάτο ειδικό νευρολόγο που μου είχαν συστήσει. Είχε προσπαθήσει να με πείσει ότι ήμουν ερωτευμένη με τον κουνιάδο μου, χωρίς φυσικά να συμβαίνει κάτι τέτοιο».
Για άλλη μια φορά ο ίδιος Φρόιντ είναι αυτός που διαλύει τις όποιες αμφιβολίες μπορούν να υπάρξουν σχετικά με τη συνήθειά του να παρουσιάζει ως θεραπείες ή ως μερικές θεραπείες, θεραπευτικές μεθόδους που στην πραγματικότητα δεν ήταν επιτυχείς.
Είναι ξεκάθαρο λοιπόν, από τις ίδιες του τις δηλώσεις που ακολούθησαν (και πάνω απ’ όλα, από τις προσωπικές παραδοχές του σχετικά με τον Φλις) πως, όταν ισχυρίστηκε δημοσίως πως είχε δοκιμάσει τη θεωρία της αποπλάνησης που είχε διατυπώσει σε δεκαοκτώ ασθενείς και άφησε να εννοηθεί ότι κάποιοι απ’ αυτούς έγιναν καλά, είναι σαφές ότι δεν έλεγε την αλήθεια.
Στην πραγματικότητα, η κατάσταση -όπως θα εμπιστευόταν αργότερα στον Φλις- είχε ως εξής: δεν είχε καταφέρει να θεραπεύσει ούτε έναν ασθενή και δεν υπήρχαν κλινικά στοιχεία που να μπορούσαν να στηρίξουν τη θεωρία του.
***

Ρίτσαρντ Γουέμπστερ – Φρόιντ
Αντικλείδι , http://antikleidi.com