Νόαμ Τσόμσκι – Μα γιατί μας μισούν, αφού είμαστε τόσο καλοί;


Απόσπασμα από την ομιλία «Κοιτάζοντας στην άβυσσο του μέλλοντος», που πραγματοποιήθηκε υπέρ του Κέντρου Ειρήνης και Δικαιοσύνης της Χερσονήσου [του Σαν Φρανσίσκο], στο Rickey’s Hyatt House, στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια, στις 22 Μαρτίου 2002.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου μια μερίδα του Τύπου, και ειδικότερα η Wall Street Journal, έκανε αυτό που θα έπρεπε να είχε κάνει από καιρό: δημοσιογράφοι άρχισαν να διερευνούν την κοινή γνώμη σχετικά με τη Μέση Ανατολή. Προσπαθούσαν να βρουν μία απάντηση στην παραπονιάρικη ερώτηση
του Τζορτζ Μπους: «Μα γιατί μας μισούν, αφού είμαστε τόσο καλοί;».
Ουσιαστικά, προτού διατυπώσει την ερώτηση ο Μπους, η Wall Street Journal είχε βρει μερικές απαντήσεις. Η έρευνά τους επικεντρώθηκε σε ανθρώπους που σχετίζονται με το ζήτημα, στους επονομαζόμενους «εύπορους μουσουλμάνους», δηλαδή σε τραπεζίτες, δικηγόρους, διευθυντές παραρτημάτων αμερικανικών πολυεθνικών — τέτοιου είδους ανθρώπους. Οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται στην καρδιά του αμερικανικού συστήματος, και όπως είναι αναμενόμενο, απεχθάνονται τον Οσάμα μπιν Λάντεν, αν μη τι άλλο, αφού αποτελούν τον κύριο στόχο του — αυτούς έχει στο στόχαστρο, έτσι, λοιπόν, δεν τον συμπαθούν.
Και ποια είναι η γνώμη της ομάδας αυτής για τις ΗΠΑ; Λοιπόν, απ’ ό,τι αποδεικνύεται, βλέπουν εχθρικά την πολιτική των ΗΠΑ. Αν και συμμετέχουν στην αμερικανική διεθνή οικονομική πολιτική, αποδοκιμάζουν το ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμάχονται σε μόνιμη βάση τη δημοκρατική και ανεξάρτητη ανάπτυξη και υποστηρίζουν διεφθαρμένα και απάνθρωπα καθεστώτα. Και φυσικά, αντιτίθενται στην υποστήριξη των ΗΠΑ στην ισραηλινή στρατιωτική κατοχή, μια κατοχή ιδιαίτερα σκληρή και βάρβαρη, η οποία διανύει σήμερα το τριακοστό πέμπτο έτος της.
Αντιτίθενται έντονα στις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράκ, διότι γνωρίζουν πολύ καλά, όπως κι εσείς επίσης, πόσο καταστροφικές είναι για το λαό και πόσο, σε τελική ανάλυση, ενισχύουν τον Σαντάμ Χουσεΐν. Επίσης, θυμούνται κάτι άλλο, το οποίο εμείς οι υπόλοιποι προτιμάμε να ξεχνάμε: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία υποστήριζαν τον Σαντάμ Χουσεΐν όταν διέπραττε τις χειρότερες ωμότητες, συνέχισαν να τον βοηθούν ενώ τελειοποιούσε όπλα μαζικής καταστροφής, και δεν έκαναν απολύτως τίποτα για να τον εμποδίσουν όταν εξολόθρευε τους Κούρδους με χημικά αέρια. Τα θυμούνται όλα αυτά, έστω κι αν εμείς προτιμάμε να τα κουκουλώνουμε.
Και για λόγους σαν αυτούς, οι λεγόμενοι «εύποροι μουσουλμάνοι» ομολογούν ότι νιώθουν μίσος για την πολιτική των ΗΠΑ, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται στην καρδιά του αμερικανικού συστήματος. Λοιπόν, να μια απάντηση στην ερώτηση του Τζορτζ Μπους. Δεν είναι από τις απαντήσεις που διαβάζει κανείς στα περισσότερα διανοουμενίστικα περιοδικά και στις εφημερίδες. Εκεί διαβάζουμε εκλεπτυσμένες απαντήσεις για το πώς οι άνθρωποι σ’ εκείνη την περιοχή έχουν «βάναυσους πολιτισμούς», ή ότι έχουν μείνει εκτός παγκοσμιοποίησης, ή ότι δεν μπορούν να αντέξουν τις ελευθερίες μας και τα μεγαλεία μας, και ούτω καθεξής.
Όποιος ασχολείται σοβαρά με αυτά τα θέματα, και αναμφίβολα όποιος ειδικεύεται στην εξωτερική πολιτική ή στη Μέση Ανατολή, γνωρίζει ότι αυτές οι απαντήσεις δεν είναι δα και τίποτα το καινούργιο. Αν γυρίσει κανείς πίσω στο παρελθόν, θα τις βρει, όσο παλιά στο χρόνο κι αν πάει.

Ένα από τα πλεονεκτήματα του να ζει κανείς στις ΗΠΑ είναι ότι η χώρα μας εξελίχτηκε με τα χρόνια σε μια πολύ ελεύθερη χώρα. Κι αυτό δεν είναι δώρο των θεών, αλλά αποτέλεσμα πολύχρονης λαϊκής πάλης· έχουμε γίνει λοιπόν μια ασυνήθιστα ελεύθερη χώρα, ειδικότερα σε κάποιους τομείς. Έχουμε, για παράδειγμα, πολύ περισσότερες πληροφορίες για το σχεδίασμά της αμερικανικής πολιτικής σε σύγκριση με κάθε άλλη χώρα στον κόσμο —απ’ ό,τι ξέρω δηλαδή—, και στις πληροφορίες αυτές συμπεριλαμβάνονται τόνοι υλικού που έχει πάψει να θεωρείται απόρρητο, το οποίο δείχνει πώς διεξάγεται η πολιτική και τι σκέφτεται η κυβέρνηση.
Το προφανές μέρος για να βρει κανείς τέτοιο υλικό, αν θέλει να μάθει περισσότερα επί του θέματος, είναι τα αρχεία του 1958. Το 1958 ήταν μια χρονιά ζωτικής σημασίας για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, για πολλούς και διάφορους λόγους. Η χρονιά ήταν καθοριστική ειδικότερα σε σχέση με τη Μέση Ανατολή, επειδή τότε το Ιράκ κατάφερε: να απελευθερωθεί από την αγγλοαμερικανική συγκυριαρχία στις παγκόσμιες πηγές ενέργειας. Το ίδιο πράγμα είχε αποπειραθεί να κάνει το συντηρητικό εθνικιστικό καθεστώς του Ιράν, αλλά ανετράπη από στρατιωτικό πραξικόπημα των ΗΠΑ Βρετανίας.
Το Ιράκ ξέφυγε τελικά. Ήταν ένα μείζον θέμα που προκάλεσε μεγάλη κινητικότητα στην περιοχή καθώς και την παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων, ενώ υπήρξε κίνδυνος χρήσης πυρηνικών όπλων. Ήταν ένα γεγονός εντελώς ασυνήθιστο. Έτσι, αν θέλετε να καταλάβετε πώς εξελίχθηκαν οι απόψεις των Ηνωμένων Πολιτειών, θα πρέπει να ρίξετε μια ματιά σ’ εκείνα τα αρχεία.
Θα ανακαλύψετε ότι ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ σε μία συνεδρίαση με το επιτελείο του είπε —αυτολεξεί— ότι στον αραβικό κόσμο εκτυλίσσεται «εκστρατεία μίσους εναντίον μας», «όχι από τις κυβερνήσεις, αλλά από τους λαούς». Ακολούθησε συζήτηση πάνω σ’ αυτό. Το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, το ανώτατο όργανο σχεδιασμού [της εξωτερικής πολιτικής], παρέδωσε την ανάλυσή του. Τα μέλη του ισχυρίστηκαν ότι ο λόγος [της «εκστρατείας μίσους»] είναι πως στην περιοχή επικρατεί η άποψη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν σκληρά, βάρβαρα και διεφθαρμένα καθεστώτα, εμποδίζοντας τον εκδημοκρατισμό και την ανάπτυξη. Όλα αυτά εξαιτίας του ενδιαφέροντος μας να ελέγχουμε τα αποθέματα πετρελαίου της περιοχής.
Ειπώθηκε ακόμα ότι είναι δύσκολο να αντικρούσεις αυτή την αντίληψη, διότι είναι σωστή. Και όχι μόνο είναι σωστή, αλλά θα πρέπει να είναι και σωστή. Ήταν και είναι «φυσικό» να υποστηρίζουμε τις υφιστάμενες κυβερνήσεις, δηλαδή το είδος των καθεστώτων που μόλις περιέγραψα, και να εμποδίζουμε τον εκδημοκρατισμό και την ανάπτυξη, επειδή θέλουμε να διατηρήσουμε τον έλεγχο των πηγών ενέργειας στην περιοχή.
Υπάρχει λοιπόν μια εκστρατεία μίσους εναντίον μας από τους λαούς, και όσα είπαμε πιο πάνω είναι η αιτία της. Σε γενικές γραμμές, η αιτία είναι αυτή που ανακάλυψε η Wall Street Journal στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, κάτι που ήταν γνωστό τοις πάσι στο ενδιάμεσο. Η μόνη διαφορά είναι ότι μερικές από τις συγκεκριμένες μεθόδους, όπως οι κυρώσεις κατά του Ιράκ, είναι καινούργιες. Αλλά οι γενικότερες μέθοδοι είναι οι ίδιες.
Οι λαοί νιώθουν πολύ βαθύτερη δυσαρέσκεια επειδή δεν βλέπουν για ποιο λόγο θα πρέπει ο πλούτος της περιοχής να ρέει προς τη Δύση και προς τις τσέπες των «εύπορων μουσουλμάνων», οι οποίοι συνεργάζονται με τη Δύση και όχι με το λαό τους. Κι αυτό αντικατοπτρίζει έναν οπισθοδρομικό πολιτισμό, όπως διαβάζουμε στα σχόλια του Τύπου στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, αμφιβάλλω ότι μια τέτοια ιδέα πέρασε ποτέ από το μυαλό των ανθρώπων. Και συνεχίζει να μην τους περνάει από το μυαλό. Έτσι, εκτυλίσσεται μια ακόμα εντονότερη εκστρατεία μίσους από την πλευρά όσων δεν είναι πλούσιοι μουσουλμάνοι, ενταγμένοι στο αμερικανικό σύστημα.
Γι αυτό λοιπόν, αν θελήσετε να ακούσετε κάποιες φωνές έξω από τα καθιερωμένα, δεν θα αντιμετωπίσετε δυσκολίες: υπάρχουν πολλοί που θα απαντήσουν στις ερωτήσεις σας για ποιο λόγο μας μισούν, είτε τώρα είτε το 1958, σε μεγάλο μέρος του κόσμου, όπου οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά όρεξη να γίνουν χαλί να τους πατήσουμε. Δεν τους αρέσουν οι προθέσεις μας, κι αυτό οδηγεί σε εχθρότητα.
Μπορείτε να ζήσετε με τις φαντασιώσεις σας, αν θέλετε, αλλά αυτό είναι δική σας επιλογή. Και σίγουρα δεν είστε υποχρεωμένοι να ευθυγραμμιστείτε με το ερώτημα του κυρίου Μπους: Μας μισούν επειδή δεν είμαστε καλοί. Είναι απλό.

***

Νόαμ Τσόμσκι – Chomsky Εξουσία και τρομοκρατία
Αντικλείδι , http://antikleidi.com