Η ΛΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Της Μαρίας Νεγρεπόντη – Δελιβάνη
Οικονομολόγος, πρώην Πρύτανης ΠΑ.ΜΑΚ.
Δράττομαι της ευκαιρίας για να υπογραμμίσω τα μόνιμα χαρακτηριστικά του πολιτικού, οικονομικού, ψυχολογικού και επιχειρησιακού περιβάλλοντος, εντός του οποίου βιώνουμε τα τελευταία 8 περίπου χρόνια, και τα οποία εμφανίζονται ακόμη πιο παρανοϊκά, υπό το φως των τελευταίων ευρωπαϊκών εξελίξεων.

Πρόκειται για συνονθύλευμα στο οποίο έχουν προσχωρήσει κυβέρνηση και αντιπολίτευση, στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν όσο γίνεται περισσότερο, με όσο μεγαλύτερη δουλικότητα, ακόμη και τις πιο εξωφρενικές επιθυμίες και επιδιώξεις της τρόικας. Η συμπεριφορά τους αυτή ερμηνεύεται καταρχήν από την πεποίθησή τους ότι εκτός ευρωζώνης «χανόμαστε».
Ερωτάται, ωστόσο: είναι δυνατόν σοβαρά άτομα, με επιπλέον οικονομικές γνώσεις, να έχουν κυριευτεί από τόσο ανεδαφικές απόψεις; Και όχι μόνο, αλλά επιπλέον να εξαρτούν και τις τύχες του ελληνικού λαού, από μια τόσο επικίνδυνη μοιρολατρία;
Δυστυχώς, το πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι Έλληνες και Ευρωπαίοι ηγέτες, αναφορικά με την τύχη της Ελλάδας, είναι αυτό της ενσυνείδητης καλλιέργειας ψευδαισθήσεων, ουτοπιών, αυταπάτης, αφελούς αισιοδοξίας, συστηματικής ενασχόλησης με το δένδρο και όχι με το δάσος, εξαγγελίας δήθεν επιτυχιών, που στην πραγματικότητα πρόκειται για τραγικές αποτυχίες.
Κάτω από το πρίσμα αυτό, θα αναφερθώ σε ορισμένα γεγονότα και εξελίξεις, που αποδεικνύουν περίτρανα τις παραπάνω διαπιστώσεις, και που γι’ αυτό καθιστούν πολύτιμες τις αναλύσεις του βιβλίου, που σήμερα παρουσιάζεται:
1. Το ελληνικό πρόγραμμα, μας λένε οι αρμόδιοι εντός και εκτός Ελλάδας, ότι τελειώνει.
Αλλά, πώς να τελειώνει, αφού το τέλος της επιτήρησης προϋποθέτει ότι θα έχουμε πληρώσει το 75% του χρέους. Και αυτό, κάθε λογικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται, ότι με την παρούσα κατάσταση, δεν πρόκειται να επιτευχθεί ούτε το έτος 3000.
Συνεπώς, η διαβεβαίωση ότι δήθεν «βγαίνουμε από τα μνημόνια», είναι άκρως παραπλανητική, εφόσον έχουμε μπροστά μας ατέλειωτα, ακόμη, χρόνια υποτέλειας, ανεξαρτήτως του αν οι διάδοχοι των μνημονίων θα ονομάζονται συμβόλαια, συμφωνίες, σημειώματα ή όπως αλλιώς θα βαφτιστούν.
Αλλά, αν κάποιοι πιστεύουν ότι τελειώνουν τα μνημόνια, τα οποία εφαρμόστηκαν επί 8 περίπου χρόνια, και τα οποία υποτίθεται ότι ήρθαν για να μας σώσουν, είναι τώρα η στιγμή του απολογισμού των συνεπειών τους.
Στο διάστημα αυτό χάθηκε το 27% του ΑΕΠ μας, το χρέος μας ως ποσοστό στο ΑΕΠ από 120 περίπου στην αρχή της κρίσης άγγιξε το 187 και εξακολουθεί να αναρριχάται.
Η ανεργία, από 6% περίπου πριν από την κρίση, κινείται γύρω στο 26% του ενεργού πληθυσμού, σε πείσμα βέβαια της ωραιοποίησης που, πρόσφατα, επιχειρείται, και που φυσικά δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση.
Ο αριθμός των επιχειρήσεων που βάζει λουκέτο είναι σταθερά ανώτερος του αντίστοιχου της ίδρυσης νέων επιχειρήσεων.
Το σύνολο των αποφασιστικών για την ανάπτυξη ροπών, της κατανάλωσης, επένδυσης και νεωτερισμού καταποντίζεται σταθερά τα τελευταία χρόνια, ενώ είμαστε η μοναδική χώρα του ΟΟΣΑ, που καταγράφει αρνητική αποταμίευση και πτώση της κατανάλωσης βασικών ειδών διατροφής.
Ερωτάται, λοιπόν, που ακριβώς βασίζεται η ικανοποίηση και συχνά οι ενθουσιασμοί των αρμοδίων, με βάση αυτές τις αξιοθρήνητες συνέπειες;
Σε τι είδους εικονική πραγματικότητα λειτουργούν, όλοι όσοι μας κυβέρνησαν τα τελευταία 8 περίπου χρόνια; Προφανώς, δε βλέπουν, δεν ακούν, δεν αντιλαμβάνονται!
2. Οι τραγικά εσφαλμένες βάσεις του ελληνικού προγράμματος διάσωσης αναγνωρίστηκαν από τις αρχές του 2013, και μάλιστα από τον επικεφαλής τότε οικονομολόγο του ΔΝΤ τον Olivier Blanchard, που προφανώς ήταν και αυτός που το εκπόνησε.
Και έκτοτε σωρεία γνωστών Ελλήνων και ξένων οικονομολόγων υπογραμμίζουν τις καταστρεπτικές συνέπειες της εφαρμογής του.
Ωστόσο, η εκτέλεσή του προχωρεί ανενόχλητα, ωσάν να μην υπήρξαν ποτέ σχετικές δηλώσεις για την επικινδυνότητά του, και ωσάν να μην είναι ξεκάθαρες οι εγκληματικές του συνέπειες.
Και όχι, μόνο, αλλά οι εκάστοτε αρμόδιοι για την εκτέλεσή του, προσπαθούν να υλοποιήσουν με ευλάβεια την κάθε λεπτομέρεια του προγράμματος, παρότι αποκλείεται να μην αντιλαμβάνονται ότι έτσι βάζουν τα καρφιά στο φέρετρο της χώρας μας.
Στον μακάβριο αυτό χορό, φαίνεται ωσάν κανείς από αυτούς από τους οποίους εξαρτάται η τύχη της χώρας μας, να μην άκουσε, να μη διάβασε και να μην κατάλαβε τις εκτεταμένες και εμπεριστατωμένες αναλύσεις ειδικών, σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα, το οποίο εξαθλιώνει και δεν ανορθώνει την οικονομία.
Επειδή έτσι έχουν, ακριβώς, τα πράγματα στην Ελλάδα, γι’ αυτό δεν υπήρξε καμιάς μορφής αντίδραση, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης, υπουργός τότε Οικονομικών της Ελλάδας είπε στην κυρία Christine Lagarde: «μα, με αυτό το πρόγραμμα η χώρα καταστρέφεται» και εκείνη απάντησε: «το γνωρίζουμε, αλλά έχουμε πάει τόσο μακριά, ώστε να μην είναι πια δυνατή η επιστροφή». Που μεταφράζεται: «ας χαθεί η Ελλάδα και ο λαός της, φθάνει να μην αναγνωρίσουμε το λάθος μας».
Πως, λοιπόν, να δικαιολογήσει κανείς τη στάση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, που όχι μόνο υπηρετούν πιστά και απαρέγκλιτα ένα τέτοιο άθλιο πρόγραμμα, αλλά και συχνά αλληλοκατηγορούνται για το ποιος δεν το εφαρμόζει αρκετά πιστά, αλλά και διαπιστώνουν δήθεν βελτιώσεις, στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, αλλά και ανυπομονούν να βγούμε στο δήθεν παράδεισο των αγορών, όπου θα πληρώνουμε πολύ ακριβότερα από όσο τα τελευταία χρόνια, τα δάνειά μας, και όπου στο εσωτερικό θα συνεχιστεί χωρίς μεταβολή η ίδια αυτοκτονική κατάσταση.
Δύο κόσμοι: ο εικονικός και ο πραγματικός.
3. Μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού αναμένει για ακόμη μια φορά, με τις ίδιες φρούδες ελπίδες, όπως και στις προηγούμενες κυβερνητικές αλλαγές των τελευταίων ετών, την προσεχή μεταβολή του πολιτικού σκηνικού.
Λογική, από πολλές απόψεις, η ψευδαίσθηση αυτή των αναμονών, εφόσον τα επιτεύγματα της κάθε κυβέρνηση των τελευταίων ετών είναι τόσο οικτρά, ώστε να αναζητείται ελπίδα ακόμη και εκεί που δεν υπάρχει.
Ωστόσο, και μπορώ να είμαι κατηγορηματική στη δήλωση αυτή, καμία μνημονιακή κυβέρνηση δεν είναι δυνατόν να είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Αν αυτή η πολύ απλή, αλλά φευ απόλυτα ορθή διαπίστωση συνειδητοποιηθεί, τότε και μόνο τότε θα έχουμε πρόσβαση στην ελπίδα.
Κρίνω, ακόμη, περιττό να επιμείνω στο γεγονός ότι ουδεμία σημασία έχει η ετικέτα κάτω από την οποία επιλέγει να εμφανίζεται η κάθε ελληνική κυβέρνηση των τελευταίων ετών, δηλαδή «αριστερή», «κεντρώα» ή «δεξιά», από τη στιγμή που δηλώνει υποταγή στα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Και, με την ευκαιρία, να αναφερθώ πολύ σύντομα, στο τι μπορεί να αναμένει ο ελληνικός λαός από την προσεχή κυβέρνηση. Αυτή, ceteris paribus, θα ολοκληρώσει τον οικονομικό κύκλο θανάτου ως εξής:
η νυν κυβέρνηση, προσπάθησε να ανταποκριθεί στις εγκληματικές απαιτήσεις της τρόικας με παράλογες αυξήσεις φόρων (έχουμε την πρωτιά να έχουμε το χειρότερο φορολογικό σύστημα στην Ευρώπη). Αλλά, η πηγή αυτή έφθασε στα όρια της και στέρεψε.
Θα πρέπει συνεπώς να εξασφαλιστεί άλλο μέσο απομύζησης των εισοδημάτων των Ελλήνων, και αυτό θα είναι το έργο της επόμενης κυβέρνησης;
Αυτή, με τη δικαιολογία ότι παραμένει πιστή στις ιδεοληψίες της, περί της δήθεν ανάγκης περιορισμού του μεγέθους του δημόσιου τομέα (και να τονίσω εδώ ότι ο ελληνικός δημόσιος τομέας, σε πείσμα των ανεύθυνων αντίθετων διαβεβαιώσεων, είναι από τους μικρότερους, ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ), θα προβεί σε μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, επιβαρύνοντας απαράδεκτα την ήδη πρωτοφανούς ύψους ελληνική ανεργία, και έτσι θα «εξοικονομήσει», εντός εισαγωγικών, τα υπέρογκα ποσά που απαιτούν οι εταίροι μας.
Τα δημόσια νοσοκομεία, η δημόσια εκπαίδευση και η δημόσια διοίκηση θα εξαθλιωθούν, αν είναι δυνατόν, ακόμη περισσότερο από όσο είναι τώρα. Παράλληλα, θα μειωθούν, σύμφωνα με το σχέδιο που εξάγγειλε η ΝΔ, οι φόροι, γιατί έτσι κατά την κρίση της (πρόκειται για μια επιπλέον ψευδαίσθηση), θα ενθαρρυνθούν δήθεν οι ιδιωτικές επενδύσεις.
Παρόμοιες ουτοπίες αγνοούν, προφανώς, το γενικευμένο παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα, με βάση το οποίο υπάρχει υπεραφθονία αποταμίευσης, η οποία αδυνατεί να απορροφηθεί από την επένδυση, βυθίζοντας τις προηγμένες οικονομίες σε μόνιμη στασιμότητα.
Φυσικά, για την ελληνική οικονομία, που στενάζει κάτω από το βάρος αλλοπρόσαλλων φόρων, η μείωσή τους θα είναι περισσότερο από επιθυμητή. Ωστόσο, αυτή η μείωση κινδυνεύει σοβαρά να αυξήσει ακόμη περισσότερο τις ήδη κορυφούμενες ανισότητες κατανομής, επειδή προβλέπεται να περιορίσει το φορολογικό βάρος των υψηλών εισοδημάτων, και ακόμη επειδή θα αποδεκατιστεί το κράτος πρόνοιας, εξέλιξη που θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη οικτρή θέση των φτωχότερων.
4. Τέταρτη μορφή ψευδαισθήσεων-ουτοπιών κλπ. είναι η παραδοχή της δήθεν βελτίωσης της ελληνικής οικονομίας, που δήθεν διαπιστώνεται ότι δρομολογεί έναρξη ανάπτυξης.
Εξυπακούεται, ότι αναμονή και αναγνώριση βελτιώσεων στην ελληνική οικονομία, προϋποθέτει ότι τα μνημονιακά προγράμματα ήταν επιτυχή, ότι εφαρμόστηκαν ικανοποιητικά και χάρη σε αυτά έχουμε δήθεν φθάσει στο τέλος των δεινών μας!!!!
Παρότι, όλοι γνωρίζουμε ή τελοσπάντων πρέπει να γνωρίζουμε ότι πρόκειται για άθλια προγράμματα, που επιβάλλουν μεταρρυθμίσεις που δεν είναι μεταρρυθμίσεις, και που σε καμιά περίπτωση δεν είναι σε θέση να καταλήξουν σε θετικά αποτελέσματα. Η ουτοπία, της ουτοπίας, ω ουτοπία!
Να αρχίσουμε, λοιπόν, με τη δήθεν πτώση του ποσοστού ανεργίας, το οποίο διαφημίζεται πολύ. Διερωτάται, ειλικρινά, κανείς, που τη βλέπουν αυτή τη μείωση και, μάλιστα, υπερηφανεύονται για αυτήν, όταν:
➲ χιλιάδες νέοι εγκαταλείπουν την Ελλάδα, αναζητώντας καλύτερη τύχη εκτός των συνόρων της πατρίδας τους, μειώνοντας έτσι τον ενεργό πληθυσμό,
➲ οι μακροχρόνιοι άνεργοι, πάνω από έτος, που κυριαρχούν στην ελληνική ανεργία, απογοητεύονται και παύουν να αναζητούν απασχόληση
➲ αλλά ο σημαντικότερος λόγος, για τον οποίον το επιχείρημα μείωσης της ανεργίας είναι εντελώς αναξιόπιστο είναι το γεγονός ότι η αγορά εργασίας, στην Ελλάδα, έχει μετατραπεί σε ζούγκλα, όπου ακόμη και όσοι εργάζονται για 1-2 ώρες την εβδομάδα θεωρούνται απασχολούμενοι, ενώ η άτυπη, ανασφαλής και κακοπληρωμένη απασχόληση, καταγράφει ήδη στην Ελλάδα το εφιαλτικό ποσοστό του 66% στη συνολική απασχόληση. Αλλά, όμως, οι κυβερνητικοί πανηγυρίζουν για τη μείωση της ανεργίας!
Τι να πει κανείς, δεν υπάρχουν λόγια!
5. Η σημαντικότερη, φυσικά, ουτοπία σχεδόν από την πρώτη στιγμή της ελληνικής κρίσης, είναι η πίστη ότι, με τα μνημόνια, με τα capital controls και με το δανειζόμενο με σταγονόμετρο ευρώ, μπορεί να είναι σοβαρή η οποιαδήποτε συζήτηση και αναμονή ανάπτυξης.
Αλλά, από πού, άραγε, αναμένεται να έρθει αυτή η τόσο επιθυμητή ανάπτυξη; Από την υποχρέωση της Ελλάδας να εξασφαλίζει ως και το 2022 πρωτογενή πλεονάσματα, ύψους 3.5% του ΑΕΠ της, και στη συνέχεια 2%;
Από τα εισοδήματα όλων των μορφών, που έχουν καταρρακωθεί και αδυνατούν να διατηρήσουν μια στοιχειώδους ύψους ζήτηση για κατανάλωση;
Από ζήτηση για επένδυση, που είναι αδύνατον να υλοποιηθεί με αποταμίευση αρνητική, που σταθερά καταγράφεται τα τελευταία χρόνια;
Από τα κέρδη, που έστω και όταν εξασφαλίζονται, αυτά ή παίρνουν το δρόμο των φορολογικών παράδεισων ή εξαφανίζονται μέσα στους παρανοϊκούς φόρους;
Υπάρχουν βέβαια και οι ξένες επενδύσεις, που αποτελούν τα όνειρα θερινής νυκτός της εκάστοτε κυβέρνησης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης. Γιατί, ποιος σοβαρός επενδυτής θα έρθει να επενδύσει στον κρανίου τόπου της Ελλάδας, αν δεν είναι για να την λεηλατήσει; Να της αρπάξει για ένα τίποτε, ότι της χάρισαν οι Θεοί και η εργασία προηγούμενων γενεών;
Είναι, ασφαλώς, γεγονός ότι η θριαμβολογία της κυβέρνησης για την οικονομία, που δήθεν πάει καλά, βασίζεται σε κάποιους οικονομικούς δείκτες που καταγράφουν εντελώς οριακά και πολύ κοντά στην πιθανότητα στατιστικού λάθους, κάποια δυσδιάκριτη με γυμνό οφθαλμό θετική εξέλιξη, η οποία συνοδεύεται και από κάποια αναιμική βελτίωση του οικονομικού κλίματος.
Μόνο, που αυτό το χλωμό αποτέλεσμα, ουδεμία σχέση έχει με τυχόν κατορθώματα της κυβέρνησης ή με επιτυχία των μνημονίων. Αντιθέτως είναι η συνέπεια της ανόδου του τουρισμού, ο οποίος, σε πείσμα των φόρων που του έφεραν σοβαρό πλήγμα, επωφελήθηκε από την ανωμαλία στην Τουρκία και στη Μ. Ανατολή. Να ξέρουμε, τουλάχιστον, περί τίνος ομιλούμε!
Και, οπωσδήποτε, για να μιλήσουμε για ανάπτυξη, ικανή να βγάλει την Ελλάδα από το αδιέξοδο απαιτείται ετήσιος ρυθμός της τουλάχιστον ίσος με 3,5%, και συνεχής για 15-20 χρόνια.
Που είναι δυνατόν να επιτευχθεί, αλλά πάντως εκτός μνημονίων και εκτός ευρώ. Γιατί, όταν το 3,5% της αύξησης του ΑΕΠ, θα πρέπει να πηγαίνει στους δανειστές, και αργότερα το 2%, τι υπέρογκος και απραγματοποίητος ρυθμός προόδου πρέπει να πραγματοποιηθεί, για να υπάρξει βελτίωση στην ελληνική οικονομία;
6. Παράλληλα με την αναμονή της ανάπτυξης, που δεν ερχόταν όλα αυτά τα χρόνια, υπήρχε και μια εξωτερικής προέλευσης ουτοπία, που σε πείσμα όλων των αντίθετων ενδείξεων, εξακολούθησε απτόητη να παραμυθιάζει τον ελληνικό λαό.
Πρόκειται για τη δήθεν βεβαιότητα περί της ελάφρυνσης του χρέους, η οποία χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως άλλοθι, πριν από κάθε αξιολόγηση. Να κάνουμε, δηλαδή, αποδεκτά όλα τα αιματηρά μέτρα που απαιτούσαν από μας οι εταίροι μας, μια και αμέσως στη συνέχεια το χρέος μας θα αποδεκατίζονταν.
Οι κυβερνητικοί μας βαυκαλίζονταν με ανύπαρκτες διαβεβαιώσεις των εταίρων μας, ενόσω οι ίδιοι δήλωναν σταθερά ότι απέκλειαν την όποιας μορφής ελάφρυνση χρέους, επειδή δεν θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί, κυρίως, στο γερμανικό λαό.
Και τούτο βέβαια επειδή ο γερμανικός λαός, και όχι μόνο, μένει με τη βεβαιότητα ότι τα δάνεια χρησιμοποιούνται για την καλοπέραση του ελληνικού λαού, παρότι είναι γνωστό ότι, ούτε καν εισέρχονται σε ελληνικό έδαφος.
Το σχετικό αφήγημα περί δήθεν ελάφρυνσης του χρέους επικεντρώθηκε στις γερμανικές εκλογές, με τη διευκρίνιση ότι μετά από αυτές δεν θα υπήρχε δήθεν πρόβλημα για την υλοποίησή της.
Και ναι μεν οι γερμανικές και οι γαλλικές εκλογές περατώθηκαν, αλλά στο μεταξύ εμείς έχουμε εισέλθει σε εντελώς αχαρτογράφητα νερά.
Γι’ αυτό, και όλα τα προηγούμενα αφηγήματα χρειάστηκε, εσπευσμένα, να εγκαταλειφθούν και να παραχωρήσουν τη θέση τους σε μια δήθεν θαυματουργή έξοδο στις αγορές, που δήθεν θα μας απαλλάξει από τα μνημόνια.
Δυστυχώς, η θέση της Ελλάδας έγινε δυσμενέστερη, μετά τις δύο τελευταίες ευρωπαϊκές εκλογές, και κανένας φτιαχτός ενθουσιασμός δεν μπορεί να διασκεδάσει τη ζοφερή μας κατάσταση.
Ο Emmanuel Macron, στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, ουδέν υποσχέθηκε, αλλά αντιθέτως επανέλαβε το γνωστό refrain του πρ. Γερμανού υπουργού Οικονομικών, περί της ανάγκης διενέργειας μεταρρυθμίσεων, χωρίς και να διακινδυνεύσει τον προσδιορισμό του είδους αυτών των μεταρρυθμίσεων.
Οπωσδήποτε, έστω και αν ο κ. Macron ήθελε πραγματικά να βοηθήσει την Ελλάδα, μετά τις γερμανικές εκλογές, οι δρόμοι είχαν κλείσει. Και, θα έλεγα ότι ίσως είναι καλύτερα έτσι, για να πάψουμε επιτέλους να υφιστάμεθα αυτήν την αναξιοπρεπή διελκυστίνδα, της συνεχούς αναζήτησης έξωθεν λύσεων, να ζητούμε ουσιαστικά ελεημοσύνες, όταν είναι ξεκάθαρο ότι η μοναδική λύση μας ήταν και είναι η ταχύρρυθμη ανάπτυξη.
Που να το υπογραμμίσω γι’ άλλη μια φορά, είναι αδύνατη αν παραμείνουμε στο ευρώ.
Πράγματι, δεν υπάρχει οικονομία στην υφήλιο που να μπόρεσε να αναπτυχθεί με δανεικό νόμισμα, με συνεχή στραγγαλιστική λιτότητα, με ξεπούλημα της περιουσίας της και με αφαίμαξη κάθε αναπτυξιακής της ρανίδας.
Το χρέος μας, αν κάποτε πληρωθεί, θα πληρωθεί μέσα από ανάπτυξη και σε βάθος χρόνου.
Αλλιώς, και να το κατανοήσουμε, θα είμαστε για δεκαετίες η πρώτη αποικία της ΕΕ, η εξαθλίωση θα εξακολουθήσει μέχρι του σημείου που ο μέσος μισθός και η μέση σύνταξη δεν θα ξεπερνά τα 250-300Ευρώ, το κράτος πρόνοιας θα εξαφανιστεί και ο κόσμος θα πεθαίνει από συνάχι ή σκωλικοειδήτη, στα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα μπορούν να φοιτούν μόνο οι πλούσιοι, και ο πληθυσμός θα δουλοποιηθεί.
Τα δάνεια, οι αξιολογήσεις, η παντελής εξάρτηση της οικονομικής μας πολιτικής από τους εταίρους μας, έχει αποκοιμίσει τον ελληνικό λαό, τον έχει πείσει ότι δεν είναι ικανός για τίποτε, και έχει εισέλθει στην πιο επικίνδυνη δυνατή φάση της αποδοχής αυτής της κατάστασης ως πεπρωμένο.
Η μόνη οδός για να μπορούμε να ελπίζουμε, πέρα από ουτοπίες και μυθεύματα, είναι η ρήξη. Ασφαλώς, κάθε ρήξη έχει τους κινδύνους της, τους γνωρίζω καλύτερα από τον καθένα.
Αλλά όμως οι κίνδυνοι περιέχουν και ελπίδα, η ρήξη απαιτεί στη συνέχεια δικούς μας αγώνες επιβίωσης και όχι τη συνέχιση της αδράνειας και της αναμονής του μάνα από τους εταίρους μας, που δεν είχαν και δεν έχουν πρόθεση να μας βοηθήσουν, αλλά απλώς να υπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα.
Ο κίνδυνος ελλοχεύει από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη η εξαφάνισή μας. Διαλέγουμε και παίρνουμε, αλλά οι αποφάσεις μας δεν πρέπει πια να εξαρτώνται από ουτοπίες και ψευδαισθήσεις. Η ενωμένη Ευρώπη, ως ιδέα ήταν υπέροχη. Νανούρισε τα φοιτητικά μου χρόνια με θαυμάσιες προοπτικές.
➥ Δεν ήταν, όμως η Ευρώπη που κατάστρεψε τη μικρή Ελλάδα, για να σώσει τις γαλλικές και γερμανικές τράπεζες;
➥ Δεν ήταν η Ευρώπη, που εν ψυχρώ καταπατεί αποτελέσματα δημοψηφισμάτων, όταν δεν της αρέσουν, ούτε η Ευρώπη που παρεμβαίνει στα εσωτερικά χωρών, επιβάλλοντας πρωθυπουργούς και υπουργούς της επιλογής της;
➥ Δεν ήταν, τέλος, η Ευρώπη, που έκανε ότι περνούσε και δεν περνούσε από το χέρι της, για να αποτρέψει το BREXIT, αλλά ούτε και η Ευρώπη που έδειξε ένα, πραγματικά, τρομακτικό πρόσωπο στην Καταλονία;
➥ Ήταν μια άλλη Ευρώπη, την οποία δεν έχω πάψει να αγαπώ, και για την ανόρθωση της οποίας, πιστεύω, ότι αξίζει κάθε θυσία.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια μη μνημονιακή κυβέρνηση, που να απαρτίζεται από μέλη που πιστεύουν στις δυνατότητες της, και που θα είναι ικανή να περιορίσει τις δυσκολίες της χώρας κατά το μεταβατικό στάδιο προς το εθνικό νόμισμα. Μια τέτοια κυβέρνηση δεν είναι προς το παρόν ορατή. Ελπίζω να είναι σύντομα..ithesis.gr