ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΠΕΚΑ, «ΒΟΥΒΑΛΙΝΟ» Ο θηριώδης θησαυρός της Λίμνης Κερκίνης

Για τους περισσότερους, τα προϊόντα του βούβαλου και κυρίως του ελληνικού νεροβούβαλου, για να είμαστε
πιο ακριβείς, ακούγονταν πάντα σαν κάτι εντελώς «εξωτικό» που συχνά άγγιζε την έννοια του γκουρμέ προϊόντος, όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν με τις στρουθοκαμήλους, τα ελάφια ή τους μαύρους χοίρους. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για προϊόντα απόλυτα συνδεδεμένα με την παράδοση, κυρίως της Βόρειας Ελλάδας, η ιστορία των
οποίων ξεκινάει μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, από την περίοδο μάλιστα της εκστρατείας του Ξέρξη.


Οι Πέρσες προτιμούσαν τους νεροβούβαλους στις μεταφορές τους γιατί ήταν πολύ δυνατά και ανθεκτικά ζώα. Κατά τη διάρκεια της αποτυχημένης εκστρατείας τους στην Ελλάδα όσα βουβάλια κατάφεραν να σκορπίσουν, συγκεντρώθηκαν σιγά-σιγά από τους ντόπιους ελληνικούς πληθυσμούς, εξημερώθηκαν και ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται τόσο για τις μεταφορές και για τις γεωργικές εργασίες όσο και για το κρέας, το γάλα και τα προϊόντα τους.



Στα μέσα του περασμένου αιώνα, πολλοί παράγοντες, όπως η μείωση των εκτάσεων που έβοσκαν οι νεροβούβαλοι, αλλά και η προτίμηση των κτηνοτρόφων σε άλλα είδη, όπως οι αγελάδες και οι μόσχοι, είχαν σαν αποτέλεσμα να μειωθεί δραματικά ο πληθυσμός τους και έπρεπε να μπει ο 21ος αιώνας για να υπάρξει ξανά ουσιαστικό ενδιαφέρον για την εκτροφή τους. 

Βέβαια, κανείς δεν ξύπνησε ένα πρωί και σκέφτηκε να ξεκινήσει μία νέα μονάδα… Στην όλη διαδικασία, συνέβαλαν τα μέγιστα οι έρευνες που απέδειξαν την υπεροχή των βουβαλίσιων προϊόντων έναντι των ευρύτερα διαδεδομένων αγελαδινών και κατσικίσιων. Το γάλα βούβαλου έχει χαμηλότερη χοληστερόλη και υπερτερεί σε ασβέστιο, σίδηρο, φώσφορο και βιταμίνες, ενώ έχει σημειωθεί ως πρώτη επιλογή όσων παρουσιάζουν δυσανεξία στη λακτόζη. Όσο για τη γευστική του διαφορά, η πλούσια, μεστή, ευχάριστα λιπαρή γεύση του δε θυμίζει σε τίποτα τη «στρογγυλεμένη» του αγελαδινού γάλακτος.



Επιπλέον, το γεγονός ότι οι νεροβούβαλοι ζουν και μεγαλώνουν σε φυσικές συνθήκες και ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν σε συνθήκες απόλυτης αιχμαλωσίας, κάτι που σημαίνει ότι δεν σταβλίζονται αλλά είναι πάντα ελευθέρας βοσκής, λειτουργεί εξαιρετικά στην ποιότητα του κρέατος τους
Θεωρούνται υδρόβια ζώα καθώς αγαπούν ιδιαίτερα το νερό και την λάσπη που τα προστατεύει από τα έντομα. Και όπως αποκαλύπτουν οι κτηνοτρόφοι που ασχολούνται με την εκτροφή των βούβαλων, αγαπούν πολύ τον άνθρωπο και δένονται μαζί του. Είναι ζώα υγιή, ανθεκτικά και ευπροσάρμοστα. Τα δε προϊόντα τους είναι ιδιαίτερης διατροφικής αξίας.



Πιθανά όμως και τίποτα απ’ όλα αυτά να μην είχε ιδιαίτερη σημασία αν για παράδειγμα το βουβαλινό γάλα ήταν ένα άνοστο, χωρίς γευστικό ενδιαφέρον προϊόν, όπως τα δεκάδες άλλα της αγοράς που τα επιλέγει κάποιος μόνο για την υψηλή διατροφική τους αξία, τα καταναλώνει σχεδόν «με το ζόρι» και κάποια στιγμή τα βαριέται… Όποιος μάλιστα έχει την τύχη να δοκιμάσει το καζάν ντιπί ή το ρυζόγαλο με βουβαλινό γάλα της οικογένειας Μπέκα, με την πασίγνωστη πλέον ετικέτα «Βουβαλινό», αφήνει στην άκρη όλα τα άλλα, κλείνει τα μάτια (και τα αυτιά) και απολαμβάνει.
Με οικογενειακή παράδοση τριων γενεών στην κτηνοτροφία των βοοειδών και ειδικότερα των βουβαλιών, ο Γιάννης Μπέκας, με σπουδές στην Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή με υποτροφία και εξειδίκευση στον τομέα της ζωικής παραγωγής, δημιούργησε αρχικά μια φάρμα με αγελάδες σε πρότυπες εγκαταστάσεις στη Σίνδο Θεσσαλονίκης και για 12 χρόνια παρήγαγε προϊόντα από αγελαδινό γάλα. Αργότερα, έχοντας και ο ίδιος μεγάλη αγάπη για τα βουβάλια και βλέποντας πως η αγορά, κυρίως της βόρειας Ελλάδας και λόγω παράδοσης, «διψούσε» για προϊόντα από βουβαλινό γάλα αποφάσισε να επενδύσει στον συγκεκριμένο τομέα. Έτσι, ξεκινώντας ο ίδιος έρευνες πήρε τελικά το ρίσκο της επένδυσης, παρά την αρνητική προδιάθεση του ελληνικού καταναλωτικού κοινού για το άγνωστο.



Τα οφέλη του βουβαλινού γάλακτος είναι ασύγκριτα σε σχέση με τα υπόλοιπα συμβατικά γάλατα, καθώς όπως σημειώνει ο ίδιος στην ιστοσελίδα http://parallaximag.gr, «Η περιεκτικότητά του γάλακτος είναι 7-8% λιπαρά, εκ των οποίων το 1/3 είναι της κατηγορίας Ω3, ενώ το αγελαδινό αποδίδει 1/15 αντίστοιχα λιπαρά, με αποτέλεσμα να βοηθά δραστικά στην μείωση της χοληστερόλης. Το βουβαλινό γάλα ακόμη ενδείκνυται για κατανάλωση από ανθρώπους με δυσανεξία στη λακτόζη, ενώ έχει περίπου 58% περισσότερο ασβέστιο και περισσότερες πρωτεΐνες από τα αντίστοιχα συμβατικά γάλατα. 
Ο κατάλογος με τα πλεονεκτήματα είναι μεγάλος και το σημαντικότερο απ’ όλα είναι πως τα χαρακτηριστικά του γάλακτος αυτού είναι πλήρως αφομοιώσιμα από τον ανθρώπινο οργανισμό. Δεν έχει οσμή και έντονη γεύση, όπως πιστεύει ο περισσότερος κόσμος. Αυτό είναι ένας «αστικός μύθος», και η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική».



Η γκάμα των προϊόντων της οικογένειας Μπέκα, περιλαμβάνει συνολικά 16 κωδικούς. Στη βάση όλων είναι το ονομαστό ολόλευκο γάλα με την απαλή υφή αλλά και το, κάπως πιο νεανικό, γάλα-κακάο, εύγευστο και παράλληλα θρεπτικό. Οι λιχουδιές συνεχίζονται με το απλούστερο ελληνικό επιδόρπιο, το ρυζόγαλο, με γεύση πλουμιστή, ενώ το ελαφρώς ξινό, παχύ, αυθεντικό γιαούρτι και η βελούδινη κρέμα θα ικανοποιήσουν σίγουρα τους λάτρεις των ποιοτικών γαλακτοκομικών. Οι περιγραφές περιττεύουν για το καζαν ντιπί, που ετοιμάζεται ακολουθώντας πιστά την παραδοσιακή συνταγή και η κρούστα του το καθιστά ακαταμάχητο. Έπονται βούτυρο ολόπαχο, φρέσκο με έντονη την παρουσία του γάλακτος και τυρί λευκό συγγενές με την οικεία μας φέτα, δυνατό στη γεύση, πιπεράτο και αλμυρό.
Τη λαχταριστή γκάμα ολοκληρώνουν το στερεό καϊμάκι, που σαν παχιά κρέμα συνοδεύει έξοχα σιροπιαστά γλυκά όπως εκμέκ και ραβανί, καθώς και το παγωτό καϊμάκι, γνωστό και ως «ντουρντουμάς», φτιαγμένο με σαλέπι και μαστίχα. Συμβαδίζοντας απολύτως με την τάση της εποχής η οικογένεια ενέταξε εσχάτως στα σκευάσματά της ένα υγιεινό και δροσιστικό επιδόρπιο, το παγωμένο γιαούρτι.


Ένα από τα σημαντικά πλεονεκτήματα της επιχείρησης είναι ότι τόσο ο Γιάννης όσο και η σύζυγος του Λίνα Μπέκα συμμετέχουν οι ίδιοι και επιβλέπουν καθημερινά όλα τα στάδια παραγωγής, που ξεκινά από την αρχαία Μακεδονική γη, τις πλαγιές του όρους Μπέλες, τις όχθες του ποταμού Στρυμόνα και της λίμνης Κερκίνης, εκεί που τα κοπάδια απολαμβάνουν τις ευεργετικές ιδιότητες ενός μοναδικού υδροβιότοπου και την ειδυλλιακή τοποθεσία, ενώ, ταυτόχρονα μεγαλώνουν με τις καλύτερες φυσικές συνθήκες, βόσκοντας ελεύθερα στο καταπράσινο τοπίο. Επιπλέον, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη συνέντευξη του Γιάννη στο http://parallaximag.gr, η οικογένεια Μπέκα, έχει διάδοχη κατάσταση καθώς τα δύο παιδιά τους είναι πολύ κοντά στην επιχείρηση: «Και οι δύο θέλουν να συνεχίσουν την παράδοση της οικογένειας και να διευρύνουν το επιχειρηματικό της φάσμα, γι’ αυτό και θέλουν να εξειδικευτούν στον τομέα των τροφίμων. Ήδη έχουν τριβή με το αντικείμενο της επιχείρησης καθώς στον ελεύθερό τους χρόνο έχουν ενεργό ρόλο στην παραγωγή και κοντά στους γονείς καλλιεργείται η αγάπη για την παράδοση και την ποιότητα σε κάθε συνταγή ξεχωριστά».



Στο μέλλον η επιχείρηση σκοπεύει να επεκτείνει τις εγκαταστάσεις της, ώστε η παραγωγή και η διανομή να γίνονται με μεγαλύτερη άνεση. Η μονάδα έχει προοπτικές να αποκτήσει και εκπαιδευτικό χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να γίνει κάποια στιγμή μονάδα πρότυπης εκπαίδευσης και παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, ανοιχτή για το κοινό και σε ώρες παραγωγής, ώστε να μπορεί ο κόσμος να έχει πλήρη εικόνα της διαδικασίας παραγωγής σε όλα τα στάδια, από την εισκόμιση του γάλακτος, μέχρι και την τελική διάθεση των προϊόντων για τη διανομή τους.

Τα προϊόντα την Οικογένειας Μπέκα διατίθενται κυρίως σε καταστήματα με βιολογικά και delicatessen είδη σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Το δίκτυο της ξεκινάει από την Αλεξανδρούπολη και φτάνει μέχρι την Ρόδο και την Κρήτη, ενώ στην Θεσσαλονίκη μπορούμε να βρούμε αρκετά καταστήματα που διαθέτουν τα προϊόντα της.

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΤΟΥΣ ΜΕΓΕΘΟΣ




































πηγή
 epixirimatias.gr