Ο Σόιμπλε, τα επιδόματα και η... φάκα

Ο Σόιμπλε, τα επιδόματα και η... φάκα





Νίκος Γ. Δρόσος n.drosos@euro2day.gr
Φίλτατοι, καλή σας ημέρα!
Στην αρχή ήταν η διανομή μέρους του «υπερπλεονάσματος» μέσω του λεγομένου «κοινωνικού μερίσματος», για το οποίο η κυβέρνηση έφτασε σε συμφωνία με τους εταίρους και δανειστές, παρά τις αντιδράσεις που αυτοί είχαν εγείρει πέρυσι τέτοια εποχή για την διανομή αντίστοιχου επιδόματος, σε βαθμό μάλιστα να παγώσουν τότε πρόσκαιρα και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.
 
Το αφήγημα ήταν ότι κάτι τέτοιο προβλέπεται και από το μνημόνιο, εάν υπάρχει «υπερπλεόνασμα» και η υπόθεση κύλησε ομαλά με μέσο ποσό καταβολής ανά εγκεκριμένη αίτηση τα 554 ευρώ, ενώ δόθηκε και νέα παράταση στη διανομή του όταν έληξε η αρχική διορία υποβολής της σχετικής αίτησης από τους δικαιούχους, οι οποίοι έφτασαν τελικά τα 3,3 εκατ., ήτοι περίπου το 30% του πληθυσμού της χώρας.
Στη συνέχεια ήρθε η έκτακτη οικονομική ενίσχυση για νέους ανέργους εγγεγραμμένους στον ΟΑΕΔ, ύψους 400 ευρώ, την οποία ακολούθησε η μείωση του ΦΠΑ για οίκους ευγηρίας και μονάδες φροντίδας ατόμων με αναπηρία, η χορήγηση βοηθήματος για επανασυνδέσεις ρεύματος φτωχών πολιτών, η εξαίρεση πέντε νησιών επί εξάμηνη περίοδο από την κατάργηση του μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ (Λέσβο, Χίο, Σάμο, Κω και Λέρο) και τελικά η ανακοίνωση, μόλις χθες, νέου βοηθήματος έως και 2.100 ευρώ προς νησιώτες των Νομών Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου -πλην των νήσων Ρόδου, Καρπάθου, Λέσβου, Λέρου, Σάμου, Χίου και Κω-,  ως αντιστάθμισμα της αύξησης κατά 30% του ΦΠΑ.
Πρόκειται κυριολεκτικά για βροχή επιδομάτων, για την οποία –μέχρι στιγμής- δεν έχει «ανοίξει μύτη», με την μορφή αντιδράσεων από τους εταίρους και δανειστές, πλην «διακριτικών ενστάσεων» και «προβληματισμού», που καταγράφηκε χθες, με σχετικό δημοσίευμα της φιλτάτης συναδέλφου, Ε. Λάσκαρη.
Όταν πέρυσι, αρχής γενομένης από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών και στη συνέχεια εκ μέρους σύσσωμης της τρόικας, «έτριξαν τα πατώματα» με την εξαγγελία του «κοινωνικού μερίσματος» προς χαμηλοσυνταξιούχους, -δίχως εισοδηματικά κριτήρια τότε- εφέτος, ούτε λαλιά ή… σχεδόν.
Οφείλεται αυτή η -μέχρι τούδε- μεταβολή στάσης στην απουσία του φίλτατου Β. Σόιμπλε από το υπουργείο Οικονομικών της φίλης και δανείστριας χώρας ή στην αλλαγή του ευρύτερου αφηγήματος περί την Ελλάδα, ώστε να εξέλθει του μνημονιακού της βίου, κατά τρόπο ομαλό, το καλοκαίρι του 2018;
Όπως και να έχει και παρά την εκπεφρασμένη εκτίμηση των δανειστών μας, πως δεν επιθυμούν να προστρέξουν εκ νέου στα εθνικά τους κοινοβούλια με ένα νέο αίτημα προγράμματος στήριξης για την Ελλάδα –οκτώ χρόνια προγραμμάτων είναι υπεραρκετά, λένε- η όλη υπόθεση διανομής των κάθε λογής επιδομάτων, βοηθημάτων ή εξαιρέσεων από αυξημένους συντελεστές ΦΠΑ, κρύβει δυο σαφείς κινδύνους.
Πρώτον, να καλλιεργηθεί η εντύπωση προς όσους παρακολουθούν τα ελληνικά δημοσιονομικά πράγματα ότι η Ελλάδα ακολουθεί εκ νέου μία άφρονα επιδοματική πολιτική, φθάνοντας προς το τέλος του μνημονιακού της βίου, η οποία εξελικτικά θα μπορούσε να οδηγήσει προς έναν νέο εκτροχιασμό.
Δεύτερον, ότι ενόψει μίας εκλογικής χρονιάς, όπως ευρέως εκτιμάται ότι θα αποδειχθεί το 2018, η κυβέρνηση κατέφυγε στην -«παραδοσιακή» προ κρίσης- συνταγή των παροχών, η οποία επίσης ελλοχεύει κινδύνους δημοσιονομικού εκτροχιασμού.
Κυριότερα, όμως, αυτή η πολιτική της κυβέρνησης τείνει να εμπεδώσει την πεποίθηση, που ήδη υφίσταται στην ελληνική κοινή γνώμη, ότι ακολουθείται μία συστηματική πολιτική ενίσχυσης κοινωνικών στρωμάτων χάριν ψηφοθηρικών λόγων ενώ ταυτόχρονα απαξιώνονται, μέσω της υπερφορολόγησης, τα λεγόμενα «μεσαία στρώματα».
Πρόκειται για την πλέον ασφαλή συνταγή κοινωνικής έντασης και συνάμα στέρησης του προϋπολογισμού από τον βασικό του τροφοδότη, την μεσαία τάξη.
Εάν αυτή εκλείψει ή φτωχοποιηθεί, από πού θα ζήσει αυτός ο τόπος;