Κάρολος Ντίκενς – Τα Δύσκολα χρόνια. Η γριά


Ο ΓΕΡΟ-ΣΤΕΦΑΝΟΣ κατέβηκε τα δυο άσπρα σκαλοπάτια, κλείνοντας πίσω του τη μαύρη πόρτα που ‘χε τη χάλκινη ταμπέλα με τη βοήθεια της χάλκινης τελείας, που πριν φύγει τη γυάλισε με το μανίκι του, γιατί πρόσεξε πως το ιδρωμένο χέρι του την είχε θαμπώσει. Πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου, με χαμηλού μένα τα μάτια, κι απομακρυνόταν γεμάτος λύπη, όταν έξαφνα ένιωσε να τον αγγίζει κάποιος στο μπράτσο.

Δεν ήταν εκείνο το άγγιγμα, που, περισσότερο από καθετί, χρειαζόταν σε τέτοιες στιγμές -το άγγιγμα που μπορούσε να γαληνέψει τα τρικυμισμένα νερά της ψυχής του, όπως το υψωμένο χέρι της υπέρτατης αγάπης και καρτερίας μπορούσε να καταλαγιάσει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα- κι όμως ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα γυναίκας.
Καθώς στάθηκε και γύρισε, το βλέμμα του έπεσε σε μια γριά ψηλή, που διατηρούσε ακόμα κάτι από τη νεανική της λυγεράδα, μόλο που ο χρόνος είχε μαράνει το πρόσωπό της. Ήταν ντυμένη απλά και καθαρά. Τα παπούτσια της ήταν λασπωμένα, και φαινόταν πως μόλις είχε φτάσει από κάποιο χωριό. Το σάστισμά της μέσα στον ασυνήθιστο θόρυβο των δρόμων, το δεύτερο σάλι που κρατούσε ξεδιπλωμένο στο μπράτσο της, η βαριά ομπρέλα, το καλαθάκι, τα φαρδιά γάντια με τα πολύ μακριά δάχτυλα, που τα χέρια της δεν τα ’χαν καθόλου συνηθίσει, όλα αυτά μαρτυρούσαν μια γριά χωρική, που φόρεσε την απλή κυριακάτικη φορεσιά της, κι ήρθε στο Κοκτάουν, για μια εξαιρετική της υπόθεση.
Ο Στέφανος Μπλάκπουλ, από την πρώτη ματιά που της έριξε, τα κατάλαβε όλα αυτά, με την οξυδέρκεια που διακρίνει τους ανθρώπους της τάξης του. Έσκυψε το πρόσωπό του -που, σαν το πρόσωπο πολλών εργατών του κλάδου του, εξαιτίας της μακρόχρονης δουλειάς, με τα μάτια και με τα χέρια, μέσα στον ξεκουφαντικό θόρυβο, είχε πάρει την έκφραση της συγκεντρωμένης προσοχής που βλέπουμε στους κουφούς- για ν’ ακούσει καλύτερα τι τον ρωτούσε.
«Συγνώμη, κύριε» είπε η γριά, «δε βγήκατε, θαρρώ, από κείνη εκεί την πόρτα;» κι έδειξε το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη. «Πιστεύω πως είσαστε σεις, εκτός αν είχα την κακή τύχη να πάρω άλλον από πίσω».
«Ναι, κυρούλα» αποκρίθηκε ο Στέφανος «εγώ ήμουν».
«Και -συγχωρήστε την περιέργεια μιας γριάς γυναίκας-τον είδατε τον κύριο;»
«Ναι, κυρούλα».
«Και πώς σας φάνηκε; Ήταν αξιοπρεπής, τολμηρός, αποφασιστικός και ζωηρός;» Καθώς τέντωνε το κορμί της και σήκωνε το κεφάλι της για να χρωματίσει καλύτερα τα λόγια της, ο Στέφανος σχημάτισε την ιδέα πως κάπου είχε ξαναδεί αυτή τη γριά και δεν του άρεσε και τόσο.
«Ω, ναι» αποκρίθηκε κοιτάζοντάς την με περισσότερη προσοχή, «ήταν όλα αυτά!»
«Και γερός και φρέσκος» είπε η γριά, «σαν το δροσερό αεράκι;»
«Ναι» αποκρίθηκε ο Στέφανος. «Έτρωγε κι έπινε -δυνατός και γερός σαν ταύρος».
«Ευχαριστώ!» είπε η γριά με απέραντη χαρά. «Ευχαριστώ!»
Σίγουρα δεν την είχε ξαναδεί. Κι όμως είχε μιαν αόριστη ανάμνηση αυτής της γριάς, σαν να ’χε δει αρκετές φορές τη μορφή της στον ύπνο του.
Περπατούσε πλάι του, και προσαρμόζοντας από αβρότητα τον εαυτό του με τη δική της διάθεση, είπε πως το Κοκτάουν ήταν μια πολυθόρυβη πολιτεία, ε; Και κείνη του απάντησε: «Ναι, τρομερά πολυθόρυβη». Ύστερα της είπε πως σίγουρα ερχόταν από την επαρχία, ναι; Και κείνη του απάντησε καταφατικά.
«Ήρθα σήμερα το πρωί με το τρένο. Ταξίδεψα σαράντα μιλιά με το τρένο σήμερα το πρωί, και το βράδυ, γυρίζοντας πίσω, θα ταξιδέψω άλλα σαράντα. Περπάτησα εννιά μιλιά για να πάω στο σταθμό σήμερα το πρωί, κι αν δε συναντήσω κανέναν στο δρόμο να με πάρει με τ’ αμάξι του, θα ξανακάνω την ίδια πεζοπορία το βράδυ. Δεν είναι και λίγο για την ηλικία μου, κύριε» είπε η ομιλητική γριά, με μια θριαμβευτική λάμψη στα μάτια.
«Μα την πίστη μου, όχι. Μα δεν πρέπει να το κάνετε αυτό συχνά, κυρούλα».
«Όχι, όχι. Μια φορά το χρόνο» αποκρίθηκε κουνώντας το κεφάλι της. «Έτσι ξοδεύω τις οικονομίες μου, μια φορά το χρόνο. Έρχομαι για να σεργιανήσω στους δρόμους και να ιδώ τους κυρίους».
«Για να τους δεις μονάχα;» ρώτησε ο Στέφανος.
«Αυτό μου φτάνει» απάντησε με μεγάλη ζωηρότητα κι ενδιαφέρον. «Δε ζητώ τίποτ’ άλλο! Κόβω βόλτες από τούτη τη μεριά του δρόμου, για να ιδώ αυτό τον κύριο» και ξαναγύρισε πάλι το κεφάλι της προς το σπίτι του κυρίου Μπαουντερμπάη, «να βγαίνει έξω. Μα εφέτος αργεί πολύ, και δεν τον είδα ακόμα. Αντί για κείνον, βγήκατε σεις. Αν αναγκαστώ να φύγω χωρίς να του ρίξω μια ματιά -δε ζητάω και περισσότερο- τι να γίνει! Είδα εσάς, εσείς πάλι είδατε εκείνον, πρέπει να ’μια ευχαριστημένη». Καθώς μιλούσε έτσι, κοίταζε το Στέφανο σαν να ’θελε ν’ αποτυπώσει τα χαρακτηριστικά του στη μνήμη της, και το μάτι της δεν είχε πια την πρώτη του λάμψη.

Όσο μεγάλη κι αν δεχόταν πως μπορούσε να ’ναι η διαφορά στα γούστα των ανθρώπων, και μ’ όλη την υποταγή στους μεγιστάνες του Κοκτάουν, παραξενεύτηκε τόσο πολύ από το εξαιρετικό της αυτό κι ακατανόητο ενδιαφέρον, που δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Μα κείνη τη στιγμή περνούσαν μπροστά απ’ την εκκλησία, και μόλις έριξε το βλέμμα του στο ρολόι, τάχυνε το βήμα του.
«Μήπως πηγαίνετε στη δουλειά σας;» ρώτησε η γριά βιάζοντας και κείνη χωρίς δυσκολία το βήμα της. Ναι, η ώρα ήταν περασμένη. Μόλις της είπε πού εργαζόταν, η γριά έγινε ακόμα πιο αλλόκοτη απ’ ό,τι φάνηκε ώς τώρα.
«Δεν είστε ευτυχισμένος» τον ρώτησε.
«Όλος ο κόσμος έχει τα βάσανά του κυρούλα». Απάντησε αόριστα, γιατί εκείνη η γριά φαινόταν να πιστεύει πως ήταν πολύ ευτυχισμένος, και δεν του ’κάνε καρδιά να την απογοητεύσει. Ήξερε πως ο κόσμος είχε πολλά βάσανα κι αν η γριά, που είχε ζήσει τόσο πολύ, μπορούσε να πιστεύει πως το μερτικό του σ’ αυτά τα βάσανα ήταν τόσο λίγο… τόσο το καλύτερο γι’ αυτήν… κι όσο γι’ αυτόν… το ίδιο του κάνει.
«Ναι, ναι! Καταλαβαίνω: Θα ’χετε οικογενειακές στενοχώριες, ε;» ρώτησε η γριά.
«Κάπου κάπου» απάντησε βαρετά.
«Μα, αφού είστε στη δούλεψη ενός τέτοιου αφέντη, δε θα σας ακολουθούν και στο εργοστάσιο οι στενοχώριες· ε;»
Όχι, όχι. Δεν τον ακολουθούσαν, είπε ο Στέφανος. Όλα εκεί μέσα ήταν εντάξει. Κάθε πράγμα στη θέση του. (Δεν έφτασε ώς το σημείο να πει, για να της κάνει ευχαρίστηση, πως εκεί μέσα βασίλευε ένα είδος θείας δικαιοσύνης ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχω ακούσει ακόμα και τέτοιους μεγαλόπρεπους ισχυρισμούς).
Είχαν φτάσει τώρα στο σκοτεινό πλαϊνό δρόμο που έφερνε στο εργοστάσιο, κι οι εργάτες μαζεύονταν μπουλούκια. Το καμπάνι χτυπούσε, το φίδι βοστρυχωνόταν σε πλήθος κουλούρες, κι οι μηχανές ξεκινούσαν. Η παράξενη εκείνη γριά ένιωσε χαρά ακόμα και με το καμπάνι. Ήταν το ωραιότερο καμπάνι που ’χε ακούσει στη ζωή της, είπε, κι είχε έναν τόσο επιβλητικό ήχο!
Όταν ο Στέφανος στάθηκε με καλοσύνη και της έδωσε το χέρι για να την αποχαιρετήσει, πριν μπει στο εργοστάσιο, τον ρώτησε πόσον καιρό δούλευε εκεί μέσα.
«Δώδεκα χρόνια» αποκρίθηκε εκείνος.
«Πρέπει να φιλήσω το χέρι» του είπε, «που δούλεψε δώδεκα χρόνια σ’ αυτό το ωραίο εργοστάσιο!» Και μόλο που προσπάθησε να την εμποδίσει, του άρπαξε το χέρι και το ’φερε στα χείλη της. Ο Στέφανος δεν ήξερε ποια βαθύτερη εσωτερική αρμονία, εκτός από την ηλικία της και την απλοϊκότητά της, ρύθμιζε τις εκδηλώσεις της μα ακόμα κι αυτό το αλλόκοτο φέρσιμό της είχε κάτι που δεν ήταν εκτός τόπου και χρόνου* κάτι που κανείς άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει τόση σοβαρότητα, ή να το εκδηλώσει με τόσο φυσικό και συγκινητικό τόνο.
Είχε μισή ώρα που ύφαινε, έχοντας στο νου του εκείνη τη γριά, όταν, σε μια ευκαιρία που του δόθηκε να σηκωθεί για να ταχτοποιήσει τον αργαλειό του, έριξε μια ματιά από ένα παράθυρο, και την είδε να κοιτάζει ακόμα το πελώριο κτίριο του εργοστασίου, συνεπαρμένη από θαυμασμό. Ξεχνώντας τον καπνό και τη λάσπη και τη βροχή και τα δυο μεγάλα ταξίδια της, στεκόταν εκεί και το κοιτούσε, λες και το βαρύ βουητό, που έβγαινε από τα πολλά του πατώματα, ήταν γι’ αυτήν μια μουσική που την έριχνε σ’ έκσταση.
Εφυγε σε λίγο και πίσω της έφυγε η μέρα. Άναψαν πάλι τα φώτα και  το εξπρές πέρασε σαν αστραπή μπροστά από το παραμυθένιο παλάτι, πάνω απ’ την κοντινή θολωτή γέφυρα. Μόλις το πήραν είδηση μέσα στη χλαπαταγή των μηχανών, κι ούτε τ’ άκουσαν καλά καλά απ’ τη βουή και το θόρυβο. Από πολλή ώρα οι σκέψεις του Στέφανου βρίσκονταν στο σκοτεινό δωμάτιο και στη σιχαμερή μορφή που κείτονταν βαριά πάνω στο κρεβάτι, μα ακόμα πιο βαριά πάνω στην καρδιά του.
Οι μηχανές χαλάρωσαν την ορμή τους· ο κρότος τους έγινε αργός, σαν ένας σφυγμός που σβήνει* σταμάτησαν. Ακούστηκε πάλι το καμπάνι σβήνουν τα δυνατά φώτα κι η θερμοκρασία πέφτει. Τα εργοστάσια διαγράφονται βαριά μέσα στην υγρή και σκοτεινή νύχτα -κι οι ψηλές καμινάδες τους υψώνονται στον αέρα, σαν Πύργοι Βαβέλ, που αντιμάχονται ο ένας τον άλλο.
Μόλις χτες βράδυ, είν’ η αλήθεια, είχε μιλήσει με τη Ραχήλ κι είχε περπατήσει λίγο μαζί της. Μα τον έτρωγε τώρα το καινούριο σαράκι, και κάνεις άλλος δε θα μπορούσε να του δώσει μιας στιγμής ανακούφιση* γι’ αυτό, μα κι επειδή καταλάβαινε πόσο είχε ανάγκη να ξαλαφρώσει από το βάρος της οργής του, πράγμα που μονάχα η δική της φωνή μπορούσε να το πετύχει, σκέφτηκε ν’ αδιαφορήσει για τη σύσταση που του ’χε κάνει να μην την περιμένει πια στο δρόμο. Περίμενε λοιπόν, μα δεν την είδε. Είχε φύγει. Ολόκληρο εκείνο το χρόνο, καμιά άλλη νύχτα δεν του στοίχισε τόσο πολύ σαν αυτή τη νύχτα, που στερήθηκε το ήρεμο και γλυκό της πρόσωπο.
Ω! Καλύτερα να μην έχεις πού να γείρεις το κεφάλι, παρά να ’χεις ένα σπίτι και να φοβάσαι να πας, για έναν τέτοιο λόγο. Έφαγε κι ήπιε γιατί ήταν εξαντλημένος, χωρίς να ξέρει ή να νοιάζεται ούτε τι τρώει ούτε τι πίνει. Υστέρα άρχισε να περπατάει άσκοπα, μέσα στην κρύα βροχή, βυθισμένος σε σκέψεις.
Ποτέ δεν είχε γίνει λόγος μεταξύ τους για ένα νέο γάμο μα η Ραχήλ τον συμπονούσε από πολλά χρόνια, και μονάχα σ’ αυτήν είχε ανοίξει, όλον αυτόν τον καιρό, την κλειστή καρδιά του και της είχε εμπιστευτεί τις στενοχώριες του κι ήξερε καλά πως, αν ήταν ελεύθερος και τη ζητούσε, θα τον παντρευόταν. Σκεφτόταν το σπιτάκι του, όπου θα πήγαινε τώρα, ευχαριστημένος και περήφανος πόσο διαφορετικός άνθρωπος θα ήταν εκείνη τη νύχτα, πόσο ανάλαφρο θα ’ταν το στήθος του, που τώρα τον βάραινε τόσο πολύ πώς θα ξανάβρισκε πάλι την τιμή, τον αυτοσεβασμό και την ηρεμία του, που ’χαν γίνει κομμάτια.
Σκεφτόταν πώς χαραμίστηκαν τα καλύτερα χρόνια της ζωής του, την αλλαγή που γινόταν στο χαρακτήρα του, ολοένα προς το χειρότερο, τη φριχτή του μοίρα να ’ναι δεμένος χεροπόδαρα με μια γυναίκα νεκρή, και να βασανίζεται από ένα δαίμονα που είχε πάρει τη μορφή της.
Σκεφτόταν τη Ραχήλ, τόσο νέα τότε που πρωτογνωρίστηκαν, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τόσο ώριμη τώρα, και που γρήγορα θ’ άρχιζε να γερνάει. Σκεφτόταν πόσα κορίτσια και πόσες γυναίκες είχε δει να παντρεύονται, πόσα σπιτικά με παιδιά να θεμελιώνονται γύρω της, πώς ακολουθούσε ευχαριστημένη το μοναχικό και ήρεμο δρόμο της -για χάρη του- και πως έβλεπε πότε πότε μια σκιά μελαγχολίας στο αγαπημένο της πρόσωπο, που του ’φερνε απελπισία και τύψεις.
Έβαλε την εικόνα της πλάι στο απαίσιο θέαμα της περασμένης νύχτας· και σκεφτόταν αν ήταν ποτέ δυνατόν, ολόκληρη η επίγεια ζωή ενός πλάσματος τόσο ευγενικού, καλού και γεμάτου αυταπάρνηση, να θυσιάζεται εξαιτίας αυτού του κτήνους.
Γεμάτος με τούτες τις σκέψεις -τόσο γεμάτος, που ’χε την αφύσικη αίσθηση πως είχε χοντρύνει, πως έβλεπε τα αντικείμενα γύρω του να παίρνουν καινούρια παράξενα σχήματα, πως έβλεπε τον πολύχρωμο κύκλο γύρω από κάθε θαμπό φανάρι να γίνεται κόκκινος- γύρισε σπίτι του για να βρει στέγη.

***

Κάρολος Ντίκενς (Charles Dickens) – Δύσκολα χρόνια
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com