Η συνθήκη της Λωζάνης: Τα άρθρα που αφορούν Ελλάδα και Τουρκία

Από την έναρξη της Συνδιάσκεψης(7/11/1922) ως την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης(24/7/1923)- Το παρασκήνιο και οι δραματικές διαπραγματεύσεις

Το καλοκαίρι του 1922, οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν αποφασίσει να διοργανώσουν στη Βενετία διεθνή Συνδιάσκεψη για την Εγγύς Ανατολή ,σαν συνέχεια της συνδιάσκεψης των Παρισίων .
Μετά την ελληνική ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο, τα σχέδια αυτά εγκαταλείφθηκαν και μόνο έπειτα από την ανακωχή των Μουδανιών, άρχισαν να γίνονται συζητήσεις για τη σύγκληση Συνδιάσκεψης
Ειρήνης.


Ο Κεμάλ απαίτησε, η Συνδιάσκεψη αυτή να γίνει στη Σμύρνη . Οι Σύμμαχοι, που είχαν σαν στόχο τη ματαίωση της επίθεσης των κεμαλικών στην Κωνσταντινούπολη και τη Ζώνη των Στενών αρνήθηκαν. Επίσης, και η Βενετία αποκλείστηκε, καθώς οι Αγγλογάλλοι έβλεπαν ότι κάτι τέτοιο θα έδινε στην Ιταλία σημαίνοντα ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Κάτι ανάλογο έγινε με το Λονδίνο και το Παρίσι. Τελικά, η ουδέτερη Ελβετία και η Λωζάνη έλυσαν το πρόβλημα.



Υπήρξε επίσης έντονος προβληματισμός για το πότε θα ξεκινούσε η Συνδιάσκεψη και ποιες χώρες θα έπαιρναν μέρος. Εκτός από την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Σερβία και τη Ρουμανία, πρόσκληση πλήρους συμμετοχής έλαβε και η Ιαπωνία, ως σύμμαχη δύναμη. Πραγματικά, η Ιαπωνία έστειλε αντιπροσωπεία στη Λωζάνη, η οποία όμως δεν πήρε ουσιαστικό μέρος στις διαπραγματεύσεις.



Οι ευρωπαϊκές χώρες που είχαν εμπορικές συμφωνίες και συμφωνίες διομολογήσεων με την οθωμανική αυτοκρατορία (διομολογήσεις: συμβάσεις που ρύθμιζαν το καθεστώς των ξένων στην οθωμανική αυτοκρατορία και σε χώρες της Άπω Ανατολής σύμφωνα με τις οποίες οι πρόξενοι των ευρωπαϊκών χωρών είχαν ευρύτατες δικαιοδοσίες επί των ομοεθνών τους σε θέματα αστικού ,ποινικού και εμπορικού δικαίου, η πρώτη χρονολογείται από το 1535 μεταξύ Γαλλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), αποφασίστηκε να προσκληθούν για να συμμετέχουν με αντιπροσώπους, οι οποίοι θα καλούνταν μόνο όταν ήταν απαραίτητη η παρουσία τους. Οι χώρες αυτές, ήταν: Βέλγιο, Πολωνία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ισπανία, Πορτογαλία και Αλβανία, η οποία ήταν η μόνη που δεν είχε συμφωνία διομολογήσεων με την οθωμανική αυτοκρατορία.

Αρχικά, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να καλέσουν στη Λωζάνη τόσο την κυβέρνηση της Άγκυρας (Κεμάλ) όσο και εκείνη του σουλτάνου ,η οποία όμως ουσιαστικά, δεν είχε καμία ισχύ. Τελικά, στις 22 Οκτωβρίου 1922 η κυβέρνηση του σουλτάνου παραιτήθηκε και ο ίδιος, στις 4 Νοεμβρίου 1922, φυγαδεύτηκε με αγγλικό πλοίο στη Μάλτα.

Για τη Σοβιετική Ένωση, οι Σύμμαχοι δεν είχαν και την καλύτερη άποψη. Ωστόσο η παρουσία της ήταν απαραίτητη, καθώς θα αποφασιζόταν και το καθεστώς των Στενών. Έτσι, κλήθηκε στη Λωζάνη, αλλά μόνο κατά το διάστημα συζήτησης του ζητήματος των Στενών.

Από την άλλη, όλοι οι Σύμμαχοι ήθελαν τη συμμετοχή των Η.Π.Α. στη Συνδιάσκεψη, ωστόσο οι Αμερικανοί, που δεν είχαν υπογράψει και τη συνθήκη των Σεβρών, ήταν επιφυλακτικοί και έστειλαν μόνο παρατηρητές.

Έτσι, στις 7 Νοεμβρίου (με το ιουλιανό ημερολόγιο ) 1922 έγινε η επίσημη έναρξη της Συνδιάσκεψης στη μεγάλη αίθουσα του Casino de Montbenon στη Λωζάνη. Να σημειώσουμε ότι ο φιλέλληνας (κατά τους περισσότερους τουλάχιστον) Βρετανός πρωθυπουργός Λόιδ Τζορτζ είχε παραιτηθεί από τις 17/10/1922 ενώ στην Ιταλία το «Εθνικό Φασιστικό Κόμμα» του Μουσολίνι, είχε καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία.



Ο Ελευθέριος Βενιζέλος στη Λωζάνη


Ποιοι συμμετείχαν στη Λωζάνη- Οι διαπραγματεύσεις


Όπως έχουμε αναφέρει σε άλλα άρθρα μας ,μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ξέσπασε Επανάσταση στρατιωτικών, με επικεφαλής τους Πλαστήρα- Γονατά -Φωκά, η οποία ανέλαβε ουσιαστικά την εξουσία στη χώρα μας.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ανέλαβε εν λευκώ την εκπροσώπηση της χώρας μας στη Λωζάνη, μετά βέβαια από συμφωνία με τους επαναστάτες.

Άλλα μέλη της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν οι: Αλέξανδρος Μαζαράκης (υποστράτηγος -στρατιωτικός σύμβουλος), Δημήτριος Κακλαμάνος (διπλωμάτης), Ανδρέας Μιχαλακόπουλος (πολιτικός, στενός συνεργάτης του Ε. Βενιζέλου) και Μ. Θεοτοκάς (νομικός σύμβουλος και ειδικός στα θέματα του Πατριαρχείου).

Επικεφαλής της βρετανικής αντιπροσωπείας στη Λωζάνη, ήταν ο λόρδος Curzon, που διατήρησε το Υπουργείο Εξωτερικών και στη νέα κυβέρνηση του A. Bonar Low και δεύτερος διαπιστευμένος αντιπρόσωπος, ήταν ο ύπατος αρμοστής της χώρας του στην Κωνσταντινούπολη.

Η Γαλλία αντιπροσωπευόταν από τους διπλωμάτες C. Barrere και L. M. Bombard, η Ιταλία από τον C. Garnoni , ύπατο αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη , τον J. C. Montagna πρεσβευτή στην Αθήνα και τον M. Lago , κυβερνήτη των Δωδεκανήσων.



Ο Ισμέτ Ινονού

Η κεμαλική αντιπροσωπεία, είχε επικεφαλής τον Ισμέτ πασά (μετέπειτα Ισμέτ Ινονού), που είχε ορκιστεί υπουργός Εξωτερικών λίγο πριν τη Συνδιάσκεψη, τον Ριζά Νουρ Μπέη βουλευτή Σινώπης και εκπρόσωπο τον «Αδιάλλακτων» στην Εθνοσυνέλευση και τον Χασάν Μπέη, τέως υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση της Άγκυρας.

Η Σερβία και η Ρουμανία εκπροσωπήθηκαν από τους υπουργούς τους των Εξωτερικών και η Βουλγαρία από τον πρωθυπουργό της A. Stambuliski. Την ομάδα των Αμερικανών παρατηρητών αποτελούσαν οι: R. W. Child , πρεσβευτής των Η.Π.Α στη Ρώμη, J. Crew, πρεσβευτής στη Βέρνη και ο ναύαρχος M.L. Bristol ,ύπατος αρμοστής της χώρας του στην Τουρκία.



Τέλος, τη σοβιετική αντιπροσωπεία αποτελούσαν οι G. V. Tchicherin, παλαιό στέλεχος του Γραφείου Μελετών του τσαρικού καθεστώτος που είχε προσχωρήσει στην επανάσταση και οι C. Rakovski, P. Mdivani και W. Voroski.

Να σημειώσουμε εδώ, ότι οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες αποκρυπτογραφούσαν σχεδόν καθημερινά τα τουρκικά τηλεγραφήματα από και προς τη Λωζάνη! Αυτό φυσικά, ήταν ένα τεράστιο ατού στις διαπραγματεύσεις για τον Λόρδο Curzon. Το ίδιο έκαναν οι Βρετανοί και με αρκετά γαλλικά, ιταλικά και αμερικανικά τηλεγραφήματα, όχι μόνο στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων της Λωζάνης ,αλλά και σε όλη την διάρκεια του Μεσοπολέμου!

Πρώτο συζητήθηκε το θέμα της Θράκης. Ως το 1920, οι Τούρκοι αξίωναν την παραχώρηση σε αυτούς ολόκληρης της Θράκης. Μετά τη δημοσίευση του τουρκικού «Εθνικού Συμβολαίου» (Ιανουάριος 1920), το κεμαλικό κίνημα άλλαξε στάση. Το «Εθνικό Συμβόλαιο» διεκδικούσε μόνο το ανατολικό τμήμα της Θράκης και ζητούσε τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στη δυτική Θράκη. «Είναι κακή πολιτική να μιλάμε για μία, ενωμένη Θράκη ,εφόσον το Δυτικό τμήμα της το έχουμε χάσει με βάση τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως», δήλωσε ο Κεμάλ ένα μήνα αργότερα. Αρχικά και αφού η Ανατολική Θράκη είχε παραχωρηθεί στην Τουρκία με την ανακωχή των Μουδανιών (δείτε σχετικό άρθρο μας στο protothema.gr), οι Τούρκοι ζητούσαν την παραχώρηση σε αυτούς των καζάδων του Κάραγατς και του Διδυμοτείχου . Ο Ισμέτ πασάς, ισχυρίστηκε ότι Βρετανοί και Ιταλοί ,του είχαν υποσχεθεί την περιοχή του Κάραγατς στα Μουδανιά . Οι Βρετανοί παρουσίασαν τηλεγράφημα του στρατηγού Harington ότι ποτέ δεν είχαν δώσει τέτοια υπόσχεση, σε αντίθεση με τους Ιταλούς που δεν παρουσίασαν καμία δήλωση του δικού τους αντιπροσώπου στα Μουδανιά ,στρατηγού Mombelli. Ο Βενιζέλος παρουσίασε στοιχεία ότι το Κάραγατς ήταν αποκλειστικά σχεδόν, ελληνική πόλη κάτι που δέχτηκε και ο Ισμέτ πασάς ,ο οποίος όμως ισχυρίστηκε ότι η κατοχή του Κάραγατς από την Ελλάδα ,θα της έδινε τη δυνατότητα, αν και όποτε ήθελε ,να πετύχει τον οικονομικό αποκλεισμό της περιοχής της Αδριανούπολης. Παρά τις προσπάθειες των Τούρκων, οι σύμμαχοι και οι άλλες βαλκανικές χώρες δεν δέχτηκαν τις απαιτήσεις τους και το κεφάλαιο Θράκη( πλην Κάραγατς )έκλεισε στις 18/1/1923.



Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Σύμφωνα με το άρθρο 48 της συνθήκης του Νεϊγί (6/9/1919), οι Σύμμαχοι είχαν αναλάβει την υποχρέωση να εξασφαλίσουν στη Βουλγαρία «οικονομική διέξοδο» προς το Αιγαίο . Έτσι, πρότειναν στον Βούλγαρο πρωθυπουργό Stambuliski να εξεταστεί η δημιουργία «ελεύθερου λιμένος» στην Αλεξανδρούπολη και η κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής από τα βουλγαρικά σύνορα στο Αιγαίο ,στην αριστερή όχθη του Έβρου . Και τα δύο, θα ήταν κάτω από βουλγαρική διοίκηση, το έδαφος όμως απ' όπου θα περνούσε η σιδηροδρομική γραμμή , θα βρίσκονταν κάτω από ελληνική επικυριαρχία. Ο Stambuliski δεν δέχτηκε την πρόταση αυτή, ούτε εκείνη του Βενιζέλου να δοθεί στη Βουλγαρία ένας «διάδρομος» προς το Αιγαίο ,με αντάλλαγμα περιοχή ίσης έκτασης (της Βουλγαρίας) στα βόρεια σύνορα της Ελληνικής Θράκης. Καθώς η Βουλγαρία, βρισκόταν στην «πλευρά» των χαμένων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, παρέμεινε έτσι στα σύνορα που καθοριζόταν από την Συνθήκη του Νεϊγί. Μεγάλη συζήτηση έγινε για τα νησιά του Αιγαίου. Τα Δωδεκάνησα, που όπως είναι γνωστό (ελπίζουμε...), ανήκαν τότε στην Ιταλία, δεν δόθηκαν στην Ελλάδα ,καθώς η Ιταλία προχώρησε σε ρητή καταγγελία της Συνθήκης που υπογράφτηκε ταυτόχρονα με τη Συνθήκη των Σεβρών, παρόμοιας με το Σύμφωνο Βενιζέλου-Tittoni. Ο Μουσολίνι που ήταν παρών στην αρχή της Συνδιάσκεψης ,απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο συζητήσεις για το καθεστώς των Δωδεκανήσων, είτε με την Ελλάδα ,είτε με την Τουρκία . Έτσι τα Δωδεκάνησα παρέμειναν σε ιταλική κατοχή και προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Τούρκοι θεωρώντας δεδομένες την Ίμβρο και την Τένεδο, με βάση την απόφαση της Πρεσβευτικής Διάσκεψης του 1914 ,ζητούσαν και τη Σαμοθράκη ,ενώ για τη Χίο, τη Λέσβο ,τη Σάμο και την Ικαρία ,ήθελαν πλήρη αποστρατιωτικοποίηση και ειδικό καθεστώς αυτονομίας.

Όμως το 1914, η απόφαση της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης προέβλεπε την παραχώρηση της Ίμβρου, της Τενέδου και του Καστελόριζου (για το οποίο δεν έγινε καμία συζήτηση στη Λωζάνη ) στην οθωμανική αυτοκρατορία ,με ταυτόχρονη παραχώρηση όλων των υπολοίπων νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα . Η Πύλη δέχτηκε ασμένως το πρώτο μέρος της απόφασης των Συμμάχων ,αλλά διαφώνησε με το δεύτερο, την παραχώρηση δηλαδή των νησιών του Αιγαίου στην Ελλάδα.

Έτσι, οι Σύμμαχοι στη Λωζάνη, θεώρησαν ότι οι συζητήσεις θα ξεκινούσαν από μηδενική βάση και για την Ίμβρο και την Τένεδο. Μάλιστα, ο λόρδος Curzon είπε χαρακτηριστικά, ότι η τουρκική απάντηση απέρριπτε τη συμμαχική πρόταση, άρα η Ίμβρος και η Τένεδος, δεν ανήκαν στην Τουρκία.




Και πρόσθεσε: «την πουτίγκα ή την τρώμε ή δηλώνουμε ότι δεν μας αρέσει. Δεν είναι δυνατόν να τσιμπάμε τις σταφίδες και να αφήνουμε το υπόλοιπο». Τελικά, δυστυχώς, η Ίμβρος με αμιγώς ελληνικό πληθυσμό το 1923 και η Τένεδος με 80% ελληνικό πληθυσμό δόθηκαν στην Τουρκία στο πλαίσιο του διακανονισμού του θέματος Στενών. Φυσικά η Τουρκία δεν τήρησε καμία από τις δεσμεύσεις που ανέλαβε για τα δύο νησιά ,στα οποία σήμερα ζουν ελάχιστοι Έλληνες . Και φυσικά, οι ελληνικές κυβερνήσεις έβλεπαν ,αμήχανες και άβουλες ,την Τουρκία να καταπατά (ή να επικαιροποιεί...) τη Συνθήκη της Λωζάνης για τα δύο μαρτυρικά νησιά ,χωρίς ποτέ να αντιδράσουν ουσιαστικά... Επίσης ,όπως έχουμε αναφέρει σε άλλα άρθρα, το «Τρίγωνο του Κάραγατς», δόθηκε τελικά στην Τουρκία ,για να εγκαταλείψει τις απαιτήσεις της για πολεμικές αποζημιώσεις.



Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάνη

Όσο για την ανταλλαγή των πληθυσμών;

Αυτή βασίστηκε αποκλειστικά σε θρησκευτικά και όχι σε φυλετικά κριτήρια. Από την ανταλλαγή πληθυσμών ,εξαιρέθηκαν ρητά οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Θράκης (πουθενά στη Συνθήκη της Λωζάνης δεν γίνεται λόγος για τουρκική μειονότητα).
Το τελικό κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου 1923. Εκτός από την καθαυτό συνθήκη περί ειρήνης ,περιλαμβάνει και 17 συμβάσεις ,πρωτόκολλα και δηλώσεις.

Η Συνθήκη Ειρήνης, αποτελείται από 143 άρθρα, χωρισμένα σε 5 μέρη.

Τον Ιανουάριο του 1923, προηγήθηκε η υπογραφή των δύο πρώτων συμβατικών κειμένων για την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών και για την ανταλλαγή των εκατέρωθεν αιχμαλώτων πολέμου και κρατουμένων. Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτούσια τα δύο πρώτα άρθρα της Συμβάσεως για την ανταλλαγή των πληθυσμών (προσέξτε τη χρήση των όρων : ΕΛΛΗΝΕΣ κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης -ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ κάτοικοι της Δυτικής Θράκης)

Παραθέτουμε στη συνέχεια αυτούσια τα άρθρα της συνθήκης της Λωζάνης για τις εδαφικές διευθετήσεις.





Τέλος, ακούμε συχνά-πυκνά τον Ταγίπ Ερντογάν και άλλους Τούρκους αξιωματούχους ,να αναφέρονται στο «Εθνικό Συμβόλαιο» της Τουρκίας.

Παραθέτουμε στη συνέχεια τα έξι σημεία του «Εθνικού Συμβολαίου»



Θα επανέλθουμε με τις αλλεπάλληλες τουρκικές παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάνης από την Τουρκία και τα ελληνικά λάθη που έχουν αποθρασύνει τη γείτονα…

Πηγές: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τ. ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών
ΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΣΥΡΙΓΟΣ , «Ελληνοτουρκικές Σχέσεις》, εκδόσεις Πατάκη, 2016, απ’ όπου και τα κείμενα της Συνθήκης της Λωζάνης.