Η OΔYNH THΣ «AΠΩΛEIAΣ»

 Θάνατος είναι η μοναξιά των ανθρώπων που αγαπήθηκαν, η καταχνιά που τους τυλίγει και που καμιά τρυφερή λέξη δεν μπορεί να τη διαπεράσει.
Θάνατος είναι ο πόνος και η απόγνωση μέσα στις ίδιες εκείνες λέξεις που ήταν η μέθη της ευτυχίας.
Θάνατος είναι τα δάκρυα που αναβλύζουν στο άκουσμα μιας λέξης που σήμαινε αγάπη.
Joe Bouquet

Η αλήθεια είναι αντιφατική. Η αλήθεια του έρωτα εμπεριέχει πάντοτε την αμφιθυμία. Το ερωτικό πάθος μάς καθιστά ικανούς να δώσουμε τη ζωή μας, αλλά και να αφαιρέσουμε τη ζωή του άλλου. Δεν υπάρχουν
μέσες λύσεις: Όπου υπάρχει έρωτας υπάρχουν και οδυνηρές συγκρούσεις.

O έρωτας είναι ζωή και θάνατος: Περιέχει τις προϋποθέσεις και τις προοπτικές της αιωνιότητας, αλλά και, ως φροϋδικό ένστικτο του θανάτου, το σπόρο του αφανισμού. Η πνοή του αφανισμού «φτάνει στο ερωτευμένο υποκείμενο από την οδό της απελπισίας ή της πλήρωσης» (Μπαρτ). Είναι η στιγμή που νιώθεις ότι δεν υπάρχει τίποτα πια για να μιλήσεις μαζί του, ότι δεν έχεις πια έρεισμα και ταλαντεύεσαι οδυνηρά, σαν ανυπόστατος.

Στον έρωτα γεύεται κανείς πολλούς θανάτους, ξαναγεννιέται όμως και γίνεται ανθός: Και μες στα δάκρυα υπάρχει δύναμη...

O πόνος, ο βαθύς εσωτερικός πόνος είναι το «στοιχείο» του θανάτου και της αναγέννησης.
Είναι σαν να κρατάς το κεφάλι σου κάτω από νερό και να πνίγεσαι, να νιώθεις τον αέρα που αναπνέεις να λιγοστεύει ασφυκτικά. Σ’ αυτή την ασφυξία ανασυγκροτείς την αλήθεια του εαυτού σου. «Η οδός της οδύνης οδηγεί τον άνθρωπο στην ολοκλήρωσή του ως άτομο για τον απλό λόγο ότι κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση του στον πόνο, όπως κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση του στο θάνατο» (Νatoli).

Αυτή η αποκλειστικά προσωπική εμπειρία του ερωτικού πόνου είναι πάντοτε βουβή. Εκφράζεται μέσα από τη σιωπή που καθρεπτίζει τον εσωτερικό μας κόσμο. Αν εκφραστεί με λόγια, αυτά δεν είναι παρά η «μετάφραση της σιωπής».

O σπαραγμός της σιωπής είναι το δραματικό τέλος μιας ερωτικής σχέσης. Η οδύνη της απώλειας ή της εγκατάλειψης είναι η πένθιμη σιγή μιας νεκρής πόλης. Η εγκατάλειψη και η καταστροφή μιας ερωτικής σχέσης είναι ένας πίνακας θλιβερός. O εγκαταλειμμένος είναι ένας «ζωντανός νεκρός», ένας μάρτυρας της καταστροφής, αλλά και θύμα της συντριβής που έχει συντελεστεί στον εσωτερικό του κόσμο.

Το τέλος ενός αυθεντικού ερωτικού πάθους είναι ένα πλήγμα στο βαθύ πυρήνα της προσωπικότητας των ατόμων.

Αποδιοργανώνεται και καταρρέει η ψυχολογική οργάνωση που είχε κτιστεί. O έρωτας -ως δύναμη ταύτισης του «όλου»- πάντοτε θέτει σε κίνηση μεταμορφωτικούς μηχανισμούς που μεταβάλλουν την ψυχολογική μας οργάνωση, έτσι ώστε να μπορούμε να έρθουμε σε αρμονία με το αγαπημένο πρόσωπο. Με τη ρήξη ή την εγκατάλειψη ανατρέπεται αυτή η οργάνωση και αμφισβητούνται θεμελιώδη σημεία της ύπαρξής μας: Είμαστε ένα εγώ χωρίς «εγώ»...

Η απελπισία της απώλειας μας κλείνει στον εαυτό μας.
Καμιά λογική κουβέντα δεν μας βοηθάει. Μας λεηλατούν ανελέητα οι μνήμες των στιγμών που μας έδωσαν μια ταυτότητα που τώρα την έχουμε χάσει, την ταυτότητα εκείνου του Έρωτα. Αναδύονται απαιτητικά, προκαλώντας οδυνηρές επιθυμίες, ακόμα και οι λεπτομέρειες του έρωτα...

Δεν υπάρχει, όμως, μόνο πόνος. Υπάρχει και οργή. Υπάρχουν και εναλλασσόμενες φαντασιώσεις κακίας, εκδίκησης, ζήλιας και επιστροφής. Υπάρχει και ο εγωισμός: Νιώθεις αδικημένος και την επιθυμία της δικαίωσης. Υπάρχει το παράπονο για έναν έρωτα που ήταν δικό σου και πλέον φαίνεται να πέταξε. Υπάρχουν πολλά...

Το κατακάθι όλων αυτών είναι η ασφυξία της απόγνωσης: Ένα κενό, μια δίνη που σε κάνει να νιώθεις πιο κοντά στο θάνατο. «Oι ερωτικές ιστορίες, όταν τελειώνουν, συμμαχούν με το θάνατο» (Μπεβιλάκουα).

Μέσα από τις στάχτες, όμως, αναγεννιόμαστε. Μέσα από τον πόνο ανασυγκροτούμε την αλήθεια της ζωής: Φτάνουμε στην επίγνωση και συνειδητοποίηση των ορίων της ύπαρξής μας, σε «βάθος ωριμότητας». Έτσι οι ρωγμές στις ερωτικές σχέσεις δείχνουν τα όρια της ψυχικής μας ζωής και το μέγεθος της ανάγκης να ζήσουμε τον έρωτα παρά τον κίνδυνο του αφανισμού μας..