Οι αποδείξεις δαπάνης της... οργής

Με την αλλαγή του έτους, ενεργοποιήθηκε και η διάταξη που προβλέπει την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών σε όσους αμείβονται με «αποδείξεις δαπάνης». Ο τρόπος που είχαν κυρίως οι νέοι για να εισπράξουν μια αμοιβή χωρίς να χρειαστεί να κάνουν έναρξη στην εφορία, καθίσταται εξαιρετικά ασύμφορος καθώς μόνο υπό προϋποθέσεις θα μπορεί να πάρει κάποιος μια επιστροφή φόρου και αυτή ακόμη και με καθυστέρηση 20 ή 22 μηνών.


Το νέο πλαίσιο, διαμορφώνεται ως εξής:
Επί της μεικτής αμοιβής που συμφωνείται να καταβληθεί με απόδειξη δαπάνης, το λογιστήριο είναι υποχρεωμένο να παρακρατήσει φόρο 20% και χαρτόσημο 3,6%. Άρα σε μια αμοιβή 1000 ευρώ, ο ενδιαφερόμενος γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα εισπράξει 764 ευρώ. Μέχρι αυτό το σημείο δεν υπάρχει καμία αλλαγή.
Επί της καθαρής αμοιβής που απομένει, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να υπολογίσει και τις ασφαλιστικές εισφορές που θα καταβάλλει θέλει δεν θέλει στον ΕΦΚΑ. Ο συντελεστής υπολογισμού διαμορφώνεται στο 26,95% κάτι που σημαίνει ότι ο ΕΦΚΑ θα ζητήσει (και μάλιστα την εισφορά θα την παρακρατήσει ο εργοδότης) 205,9 ευρώ. Έτσι, το καταβληθέν ποσό θα διαμορφωθεί στα 558 ευρώ.

Όταν θα έρθει η ώρα της εκκαθάρισης της φορολογικής δήλωσης, η περαιτέρω φορολογική μεταχείριση του τίτλου κτήσης, θα εξαρτηθεί από την ιδιότητα του αμοιβόμενου:
Αν οι αμοιβόμενος είναι μισθωτός (και χρησιμοποιεί τον τίτλο κτήσης για να ενισχύσει το εισόδημά του) τότε το ποσό του τίτλου κτήσης θα φορολογηθεί ως εισόδημα από ελεύθερο επάγγελμα. Θα προστεθεί στις αμοιβές από μισθωτές υπηρεσίες και ο φόρος θα υπολογιστεί είτε με συντελεστή 22% είτε με συντελεστή 29% είτε με συντελεστή 37% ανάλογα με το ύψος του μισθού. Έτσι, η τελική επιβάρυνση θα είναι ακόμη μεγαλύτερη από το 44,2% ενώ μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και το 50%.
Αν οι αμοιβόμενος έχει μέχρι τρεις εργοδότες στους οποίους έχει εκδώσει αντίστοιχους τίτλους κτήσης, τότε θα φορολογηθεί ως «μισθωτός». Αυτό είναι και το ιδανικό σενάριο καθώς το ποσό των 200 ευρώ που παρακρατήθηκε ως φόρος θα επιστραφεί καθώς θα καλυφθεί από το αφορολόγητο. Έτσι, από τα 1000 ευρώ, θα μείνουν καθαρά τα 758 ευρώ. Βέβαια, για να φτάσουμε στην επιστροφή του φόρου, μπορεί να περάσουν ακόμη και πάνω από 18 ή 20 μήνες. Όποιος εισπράξει ένα ποσό με απόδειξη δαπάνης μέσα στον Ιανουάριο, μπορεί να πάρει πίσω τα χρήματά του τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο του 2019.