ΕΛΛΗΝΕΣ, Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΚΗ, ΠΟΥ ΘΑ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Η ΔΙΚΗ, ΕΙΝΑΙ ΥΨΙΣΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ!
 Οι προσφεύγοντες δικηγόροι ανέφεραν ότι τελευταίο προπύργιο της υπερασπίσεως του Συντάγματος και της νομιμότητας αποτελεί αυτή η δίκη στα πλαίσια του 120Σ και ότι εάν αυτή καταπέσει υπέρ των Μνημονίων τότε απομένει μόνο η αυτοδικία.

Επτά δικηγόροι, ανέλαβαν  με την προσφυγή τους, να σηκώσουν στις πλάτες τους, ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ! 
Η ΔΙΚΗ, ΕΙΝΑΙ ΥΨΙΣΤΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ!

ΑΝ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΤΟΥ  Β' ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΚΡΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΟΥΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, ΤΟΤΕ, ΘΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ Η ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.


ΘΑ ΑΝΑΤΡΑΠΟΥΝ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ, Η ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ, ΤΑ ΠΟΛΥΝΟΜΟΣΧΕΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ ΣΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΦΤΩΧΟΠΟΙΗΣΗ - ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ.

ΘΑ ΤΟ ΠΡΑΞΟΥΝ, ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ;
ΘΑ ΑΡΘΟΥΝ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ ΩΣ ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ;;;

Δεν θα πάρω θέση... δεν θα δώσω απάντηση, αν και έχω αποκρυσταλλώσει άποψη...

Οφείλω όμως να παραθέσω δυο παραμέτρους λιαν σημαντικές:

Ήταν σύμπτωση, το γεγονός ότι η Πρόεδρος του Β' Τμήματος του ΣτΕ κ. Μαρία Σάρπ, η οποία ήταν και η Εισηγήτρια που εισηγήθηκε θετικά την αποδοχή του Α' Μνημονίου;;;;;

Ήταν σύμπτωση το γεγονός, ότι στην έδρα ήταν και ο γιός του πρώην Προέδρου του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Πικραμμένου, το όνομα του οποίου ενεπλάκη στους χρηματισθέντες του σκανδάλου της NOVARTIS;;;;;

Το όνομα των Πικραμμένων, αναφέρονται σε σκοτεινές περιόδους της Ελληνικής Ιστορίας, με τα πιο μελανά χρώματα...


Καλλιόπη Σουφλή




Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΑΑΔΕ ΣΤΟ ΣτΕ

Μια εξαιρετικά νευραλγική, τόσο για το Πολίτευμα όσο και για την οικονομική κατάσταση του κάθε φορολογούμενου και της ίδιας της Χώρας ξεκίνησε σήμερα στο ΣτΕ: αυτή κατά της ΑΑΔΕ.

          Επτά δικηγόροι προσέφυγαν κατά της ΑΑΔΕ, ενός μορφώματος τύπου ‘ανεξάρτητης αρχής’ που έχει αντικαταστήσει στα πλαίσια των Μνημονίων την κρατική Αρχή της Εφορίας, με μια σειρά πολύ σημαντικών επιχειρημάτων που άπτονται της επί έργω καταλύσεως του Πολιτεύματος μας και του Συντάγματος μας έξωθεν και άνωθεν.

          Το πιο σημαντικό επιχείρημα υπέρ της ακύρωσης (δηλαδή του κλεισίματος) της ΑΑΔΕ είναι ότι η ΑΑΔΕ κρίθηκε και απορρίφθηκε από το νομικώς δεσμευτικό Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, όπου είχε πλήρως και ατόφια τεθεί υπό την κρίση του Ελληνικού Λαού: του Σώματος δηλαδή από το οποίο εκπορεύονται όλες οι εξουσίες και κάθε θεσμική νομιμοποίηση για να μπορεί να ονομάζεται το Πολίτευμα έστω και τύποις δημοκρατικό.

          Έτσι αυτή η υπόθεση, με την ευκαιρία του ζητήματος ΑΑΔΕ, πλέον φέρνει το θέμα της νομικής δέσμευσης του Δημοψηφίσματος στο προσκήνιο και δίνει την ευκαιρία (ίσως την μόνη που θα έχουν ποτέ ιστορικά) στους δικαστές να ανατρέψουν το πραξικόπημα του 2015 που έκανε η κυβέρνηση Τσίπρα και βεβαίως να προστατεύσει για πρώτη φορά σε μαζικό επίπεδο η δικαιοσύνη τον Λαό.

          Είναι λοιπόν εμφανές και πρόδηλο γιατί η συγκεκριμένη Ιστορικής σημασίας δίκη/συνεδρίαση/συζήτηση έχει υποστεί την φίμωση από τα ΜΜΕ ωσάν να μην υπάρχει.

          Για αυτό λοιπόν τον σκοπό, δηλαδή το να διασπείρουμε όσο το δυνατόν περισσότερο και πιο ευρέως το θέμα αυτό και την δίκη αυτή σε πείσμα της πραξικοπηματικής κατ’ ουσίαν κυβέρνησης και των συστημικών ΜΜΕ, αυτό το άρθρο είναι μόνο η εισαγωγή στο τι έγινε και τα πρώτα συμπεράσματα που μπορούν να ληφθούν από αυτήν την δίκη στην οποία ήμασταν παρούσες καθ’ όλη την διάρκεια της.

          Θα τελειώσουμε μόνο αναφέροντας ότι οι προσφεύγοντες δικηγόροι ανέφεραν ότι τελευταίο προπύργιο της υπερασπίσεως του Συντάγματος και της νομιμότητας αποτελεί αυτή η δίκη στα πλαίσια του 120Σ και ότι εάν αυτή καταπέσει υπέρ των Μνημονίων τότε απομένει μόνο η αυτοδικία.


Τα ΑΤΤΙΚΑ ΝΕΑ, παρουσιάζουν το πλήρες κείμενο της προσφυγής των επτά δικηγόρων.




ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 

ΑΙΤΗΣΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ


1) Του Δημητρίου Κλούρα του Ευστρατίου, δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Αθηνών οδός Ναυρίνου 11. 
2) Του Παναγιώτη Γαλετσέλη του Μιχαήλ, δικηγόρου Αθηνών, μέλους του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κατοίκου Αθηνών, οδός Εμμανουήλ Μπενάκη 24. 
      3)Της Ελένης Καστρινάκη του Κωνσταντίνου, δικηγόρου Αθηνών, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, οδός Βεργίνας 4
4) Του Κωνσταντίνου Γκέκα του Θωμά, δικηγόρου Αθήνών, κατοίκου Αθηνών, οδός Ψυχάρη αριθ. 39.
5) Της Κωστούλας Γιακουμάκη του Δημητρίου, δικηγόρου Χανίων, κατοίκου Χανίων Κρήτης, οδός Μετόχι Φυντίκι.
6) Της Αθανασίας συζ. Γεωργίου Φωτιάδου, το γένος Βασιλείου Κατσικέρη, συνταξιούχου δικηγόρου,  μέλους του Δ.Σ. του Πανελληνίου Συλλόγου Συνταξιούχων Δικηγόρων, κατοίκου Καλλιθέας, οδός Ολυμπίας 9. 
7) Της Παναγιώτας Τσακούλια του Ιωάννη, συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, οδός Ιερέως Δούση 40, μέλους του Δ.Σ. του Πανελληνίου Συλλόγου Συνταξιούχων Δικηγόρων.

ΚΑΤΑ


α) Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), με έδρα την Αθήνα, οδός Καραγιώργη Σερβίας 10 και από τον Υπουργό Οικονομικών και 
β) Της   Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ,που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπούμενη από τον Διοικητή αυτής, οδός Καραγεώργη Σερβίας 10 
        

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ

 


1) Της με αριθ. Δ.ΟΡΓ.Α 1063470 ΕΞ 2017  Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε) με θέμα «Κανονισμός Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε)» που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β 1579 / 9-5-2017 και διορθώθηκε ως προς τον αριθμό αυτής, σε αριθμό Απόφασης Δ.ΟΡΓ.Γ.Α 1063420 ΕΞ 2017 και  δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β  1710/18-5-2017.
2) Της με αριθ. Αριθμ. Δ.Π.Δ.Α. Α.Α.Δ.Ε. Γ 1107473 ΕΞ 2017 Απόφασης του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με θέμα « Ανάθεση είσπραξης δημοσίων εσόδων σε Φορείς Είσπραξης»  που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’  2435 / 17-7-2017.
3) Κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης ατομικής ή κανονιστικής δημοσιευθείσης ή μη στο Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως  (ΦΕΚ) πράξεως αποφάσεως ή παραλείψεως της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΙΘΕΜΕΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

 

 
Ζητείται η  ακύρωση των προσβαλλομένων κανονιστικών πράξεων εφαρμογής  του Ν 4389/2016  λόγω παραβίασης  του άρθρου 1 παρ 3 Συντάγματος  (λαϊκή κυριαρχία) και 44  Συντάγματος λόγω  παραβίασης του νομικά δεσμευτικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015,  του άρθρου 9 Α Συντάγματος  για την προστασία των προσωπικών δεδομένων,  του άρθρου 26 παρ. 2 Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας  και την Κυβέρνηση , του   άρθρου 43 παρ 2  Συντάγματος που απαιτεί ειδική εξουσιοδότηση για έκδοση διαταγμάτων η οποία  επιτρέπεται μόνον  προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα με τοπικό ή λεπτομερειακό ή τεχνικό χαρακτήρα  ,των  άρθρων  77 ,  78 παρ. 1 και 4  Συντάγματος που αποκλείουν την νομοθετική εξουσιοδότηση για το αντικείμενο της φορολογίας, τον φορολογικό συντελεστή, τις απαλλαγές και εξαιρέσεις από την φορολογία. 

Των  αρθρων 82, 84 και 86  Συντάγματος καθόσον ασκείται εκτελεστική αλλά και νομοθετική εξουσία που ανήκει στον στενό πυρήνα της κρατικής εξουσίας, από διοικητικό όργανο που δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής,  δεν υπέχει πολιτική ευθύνη, δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία αλλά υποκαθιστά εν τούτοις την κυβέρνηση στην άσκηση εκτελεστικής εξουσίας  και των άρθρων  101 και 103 Συντάγματος.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

 


    Με την πρόσφατη αναθεώρηση του Συντάγματος  της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων του Ιουνίου  2001 ,με το άρθρο 101 Α , καθιερώθηκαν οι Ανεξάρτητες Αρχές, ένας θεσμικός νεωτερισμός του ευρωπαϊκού δημοσίου δικαίου.  Στο θεσμικό αυτό νεωτερισμό έχει ανατεθεί η  εποπτεία επί ευαίσθητων τομέων της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής, με σκοπό αφενός την κοινωνική ρύθμιση και αφετέρου την προστασία των ατομικών ελευθεριών αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων. 

Για να επιτευχθεί καλύτερα η αποστολή των Ανεξάρτητων Αρχών,  σύμφωνα με τον ανωτέρω σκοπό τους, έχουν προικισθεί με εγγυήσεις πλήρους ανεξαρτησίας απέναντι στην κυβέρνηση και διακρίνονται από την εξειδίκευση, την εμπειρία και την τεχνοκρατική γνώση των προσώπων – μελών που τις απαρτίζουν σε σχέση με τον συγκεκριμένο ειδικό ή τεχνικό τομέα που εποπτεύουν. 

Η ανάγκη καθιέρωσης των ανεξάρτητων αρχών συνδέθηκε καταρχήν με την προσπάθεια θωράκισης του ατόμου και των δικαιωμάτων του από τις σύγχρονες απειλές που ιδίως η τεχνολογία εγκυμονεί ,π.χ. προστασία της ιδιωτικής σφαίρας και της προσωπικότητας του ατόμου. 
  Με το άρθρο 101Α Συντάγματος  κατοχυρώθηκε η ύπαρξη και η προσωπική και λειτουργική  ανεξαρτησία των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών και η διαδικασία εκλογής των μελών τους. 

Ωστόσο η πρόβλεψη αυτή αναφέρεται μόνο στις πέντε συνταγματικά κατοχυρωμένες Ανεξάρτητες Αρχές οι οποίες αναγνωρίστηκαν με την αναθεώρηση του 2001, ήτοι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης ,Συνήγορος του Πολίτη, Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού ,Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. 

Η συνταγματική κατοχύρωση των Ανεξαρτήτων Αρχών στην Ελλλάδα  εντοπίζεται στα παρακάτω άρθρα  του ισχύοντος Συντάγματος : 9Α: σχετικά με το δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων , 15 §2: «Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΕΣΡ, που είναι ανεξάρτητη αρχή» , 19 §§ 1,2: σχετικά με το απόρρητο των επιστολών και την ελεύθερη ανταπόκριση , 103 §7: ρητή διευκρίνηση ότι η διαφάνεια και η αξιοκρατία στις προσλήψεις στο δημόσιο τομέα εξασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή , 103 §9: για τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του ΣΥΠ,  101 Α: για την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των μελών των ΑΔΑ και τον τρόπο διορισμού τους. Δεν προβλέπεται από το ισχύον Σύνταγμα Ανεξάρτητη Αρχή για τον προσδιορισμό και είσπραξη των φόρων  και λοιπών δημοσίων εσόδων .
  Σύμφωνα με το Σύνταγμα τα μέλη των συνταγματικά προβλεπόμενων Ανεξάρτητων Αρχών διορίζονται με συγκεκριμένη θητεία και απολαμβάνουν εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. 

Η επιλογή των διοικητών και των  μελών   των Ανεξάρτητων Αρχών γίνεται από την Κυβέρνηση και την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, θεσμός ο οποίος προβλέπεται στον Κανονισμό της Βουλής και διαθέτει διακομματική σύνθεση. 

Η απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής για την εκλογή των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών λαμβάνεται, είτε ομόφωνα, είτε με την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών της. Εκτός από τον δικαστικό έλεγχο  από το Συμβούλιο της Επικρατείας των πράξεων και αποφάσεων που εκδίδουν, ο Κανονισμός της Βουλής προβλέπει τον τρόπο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου για την δράση των Ανεξάρτητων Αρχών. Εκτός από τις πέντε συνταγματικά προβλεπόμενες Ανεξάρτητες Αρχές, ένας   αριθμός τους προβλέπεται και νομοθετικά. (Επιτροπή Ανταγωνισμού Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς) 

Οι λόγοι για τους οποίους γεννήθηκε και άνθισε το φαινόμενο των ανεξαρτήτων αρχών διεθνώς αλλά και στην Ελλάδα είναι, όπως προαναφέρθηκε , η αποτελεσματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία πρέπει να περιβληθούν με πρόσθετες θεσμικές εγγυήσεις, ακριβώς γιατί υπάρχουν νέου τύπου απειλές  που συνδέονται με τη σύγχρονη τεχνολογία, απειλές οι οποίες αφορούν για παράδειγμα την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη ,των προσωπικών δεδομένων, τις τηλεπικοινωνίες ή το απόρρητο του ιδιωτικού βίο κλπ  και  η   δημιουργία υπηρεσιών οι οποίες να έχουν την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος αλλά και να απολαμβάνουν την ελευθερία ώστε να ασκούν τις υπηρεσίες τους ανεξάρτητα, από τις αντίστοιχες κρατικές υπηρεσίες, πάντα όμως στα πλαίσια του ειδικότερου επιμέρους σκοπού τους και με την εξασφάλιση του δικαιώματος  της προηγούμενης ακρόασης του πολίτη. 

Οι Ανεξάρτητες Αρχές  θεωρούνται  ως θεσμικά αντίβαρα στην τάση επέκτασης και ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσία αλλά και ως θεσμικές εγγυήσεις για τα ατομικά δικαιώματα και το δημοκρατικό πολίτευμα έναντι των απειλών και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν όχι μόνο από το κράτος αλλά και από τα υπερεθνικά όργανα και την Αγορά.
     Περαιτέρω, οι Ανεξάρτητες Αρχές έχουν ειδικό και συγκεκριμένο αντικείμενο, δεν υποκαθιστούν το κράτος και δη την εκτελεστική εξουσία αυτού και μάλιστα σε τόσο κρίσιμο τομέα όπως ο προσδιορισμός και η είσπραξη των φόρων και των δημοσίων εν γένει εσόδων, ούτε βεβαίως  είναι δυνατή η ανάθεση  σε αυτές αρμοδιοτήτων που ανήκουν στο στενό πυρήνα του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ.2 του Συντάγματος, που προσδιορίζει την διάκριση των εξουσιών, καθώς  και ότι η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, όπως, εν προκειμένω, η φορολογική διοίκηση. 


Εξαιρέσεις από την αρχή διάκρισης των λειτουργιών γενικά έπρεπε να καθιερώνονται μόνο με ρητές διατάξεις του Συντάγματος και μόνο όπου αυτό είναι συνταγματικά ανεκτό. Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος εξουσιοδοτεί όμως τον κοινό νομοθέτη να αφαιρεί σοβαρές αρμοδιότητες της εκτελεστικής λειτουργίας από την Κυβέρνηση και να τις αναθέτει σε άλλες Διοικητικές Αρχές  και μάλιστα Ανεξάρτητη Αρχή όπως η Α.Α.Δ.Ε,  που δεν υπόκειται  σε έλεγχο νομιμότητας, δεν υπέχει ουσιαστική  κοινοβουλευτική ευθύνη, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με τον ανωτέρω εκτεθέντα σκοπό της δημιουργίας των Ανεξαρτήτων Αρχών   δεδομένου μάλιστα ότι  εκφεύγει  του ιεραρχικού ελέγχου ή της εποπτείας της κεντρικής διοίκησης, δεν έχει υποχρέωση  υπακοής έναντι των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας ,ούτε πολιτική ευθύνη παρά το ότι  έχει υποκαταστήσει  τον στενό πυρήνα της κρατικής εξουσίας σε έναν κρίσιμο τομέα όπως η φορολογική διοίκηση και η είσπραξη των δημοσίων εσόδων.
    Παρά ταύτα, ο πυρήνας του Υπουργείου Οικονομικών, η πρώην Γενική Γραμματεία Εσόδων  καταργήθηκε και μετατράπηκε, όπως αυτό προκύπτει από τον ίδιο τον ιδρυτικό νόμο της ανωτέρω Αρχής  ,το άρθρο 2 του νόμου 4389/2016, σε «Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων»  μη υποκείμενη στον οποιονδήποτε ιεραρχικό ή κοινοβουλευτικό ουσιαστικό έλεγχο ή  κυβερνητική εποπτεία και μη έχουσα ουδεμία σχέση με την δικαιοδοσία ,την  έννοια και τον σκοπό των Ανεξαρτήτων Αρχών ,πλην του ονόματος.
   Με τον  νόμο 4389/2016 (ΦΕΚ Α94/27-5-2016) καθιερώθηκε Ανεξάρτητη Αρχή  χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.),  με σκοπό τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της.  

 Η Αρχή απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας, διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και δεν υπόκειται σε έλεγχο ή εποπτεία από κυβερνητικά όργανα, κρατικούς φορείς ή άλλες διοικητικές αρχές. 

Η Αρχή υπόκειται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής και τη διαδικασία του άρθρου 4 του ανωτέρω νόμου.
 Ειδικότερα, το άρθρο 1 του Ν 4389 /2016 (ΦΕΚ Α’ 94/27.5.2016) προβλέπει την κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων και την αντικατάστασή της από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) .

Η Αρχή απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεν υπόκειται σε έλεγχο ή εποπτεία από κυβερνητικά όργανα.   

Σύμφωνα με την παραγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου:    « Συνιστάται Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε ) ,στο εξής η «Αρχή» με σκοπό τον προσδιορισμό, την βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών ,τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων που άπτονται των πεδίων αρμοδιοτήτων της”   

2. «Η Αρχή απολαύει λειτουργικής ανεξαρτησίας και οικονομικής αυτοτέλειας και δεν υπόκειται σε έλεγχο ή εποπτεία από κυβερνητικά όργανα, κρατικούς φορείς ή άλλες διοικητικές αρχές..» 
Στην παρ. 4 του αρθρου 1 προβλέπεται ότι «4. Από την έναρξη λειτουργίας της Αρχής καταργείται η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών,  καθώς και η θέση του Γενικού Γραμματέα που προΐσταται αυτής.»
Η ΑΑΔΕ έχει σημαντικές αρμοδιότητες άσκησης κανονιστικής εξουσίας. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν 4389/2016 με τίτλο «Αρμοδιότητες της Αρχής»:

« 1. Η Αρχή ασκεί όλες τις αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών, που προβλέπονται, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της, στις διατάξεις της Υποπαραγράφου Ε2 της παραγράφου Ε΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της κείμενης νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και των κανονιστικών πράξεων του Υπουργού Οικονομικών, του Αναπληρωτή Υπουργού και του Υφυπουργού Οικονομικών, καθώς και τις αρμοδιότητες που της ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και με οποιαδήποτε άλλη γενική ή ειδική διάταξη.»
«2. Η Αρχή έχει, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: 

α) τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών και τελωνειακών εσόδων, καθώς και την είσπραξη λοιπών δημοσίων εσόδων, 

β) την παρακολούθηση και τον έλεγχο της πορείας της βεβαίωσης και της είσπραξης των δημοσίων εσόδων και της εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας για την είσπραξη δημοσίων εσόδων, 

γ) τη λήψη και την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών υπηρεσιών της, στους τομείς της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου, της φορολογικής απάτης και της παραοικονομίας, της εφαρμογής των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, της βεβαίωσης και είσπραξης και της βελτίωσης της εισπραξιμότητας των δημοσίων εσόδων, 

δ) την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών και λοιπών διοικητικών εγγράφων που αφορούν εν γένει στην ερμηνεία και στην εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής, τελωνειακής και λοιπής νομοθεσίας που σχετίζεται με τους τομείς αρμοδιότητάς της, 

ε) την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων, εγκυκλίων, οδηγιών, ατομικών διοικητικών πράξεων και λοιπών διοικητικών εγγράφων που αφορούν σε θέματα οργάνωσης υπηρεσιών και διαχείρισης των πάσης φύσεως πόρων της, 

στ) τη λήψη και την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος και των συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και για την συμβολή στην υγιή λειτουργία της αγοράς, στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας της χημικής βιομηχανίας και την παροχή σχετικής επιστημονικής υποστήριξης σε δικαστικές, αστυνομικές και λοιπές κρατικές Αρχές και υπηρεσίες, 

ζ) το στρατηγικό και επιχειρησιακό σχεδιασμό των δράσεων όλων των υπηρεσιών της και την κατάρτιση στοχοθεσίας και δεικτών απόδοσης, 

η) την κατάρτιση των επιμέρους επιχειρησιακών σχεδίων φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών ελέγχων αρμοδιότητάς της και τον προγραμματισμό ελέγχων για τη διαπίστωση της εφαρμογής της φορολογικής, τελωνειακής και λοιπής νομοθεσίας αρμοδιότητάς της. 

Επίσης, την αξιολόγηση και την ιεράρχηση των αιτημάτων ελέγχου που υποβάλλονται από άλλους φορείς, 

θ) τον εντοπισμό φαινομένων φοροδιαφυγής, λαθρεμπορίου, φορολογικής απάτης, παραεμπορίου και παραοικονομίας και τον καταλογισμό της διαφεύγουσας φορολογητέας ύλης, 

ι) τον εντοπισμό φαινομένων διαφθοράς, αδιαφανών διαδικασιών, αναποτελεσματικότητας, χαμηλής παραγωγικότητας και ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και μη τήρησης της νομιμότητας που τυχόν παρατηρούνται στη λειτουργία και στη δράση των φορολογικών,τελωνειακών και λοιπών υπηρεσιών της,

ια) την εποπτεία και το συντονισμό των ελεγκτικών φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτήν, καθώς και την αξιολόγηση και τον έλεγχο των αποτελεσμάτων της δράσης τους σε σχέση με την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί με βάση τον επιχειρησιακό σχεδιασμό ελέγχων και τα προγράμματα επιχειρησιακής δράσης που έχει καταρτίσει η Αρχή, 

ιβ) την εισήγηση νομοθετικών διατάξεων και μέτρων για την ενίσχυση της φορολογικής και τελωνειακής συμμόρφωσης και την υποβολή προτάσεων για τη βελτίωση και την επιτάχυνση της εισπραξιμότητας των δημοσίων εσόδων..» 
   Στην παρ.3 του άρθου 2 ορίζεται επιπλέον ότι: “ 3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή του καθ’ ύλην αρμόδιου Aναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να μεταβιβάζονται και να περιέρχονται στην Αρχή περαιτέρω αρμοδιότητες που κατά την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών ή τον αρμόδιο Aναπληρωτή Υπουργό ή Υφυπουργό Οικονομικών ή τους Προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών και  κείνται εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων της Αρχής.  

Οι αρμοδιότητες αυτές ασκούνται από τον Διοικητή της  Αρχής, ο οποίος μπορεί να τις μεταβιβάζει σε υφιστάμενα όργανα της Αρχής ή να εξουσιοδοτεί αυτά, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 14 του παρόντος. 4. Οι αρμοδιότητες που περιέρχονται στην Αρχή ή στα όργανα αυτής, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, καθώς και αυτές που έχουν ήδη μεταβιβασθεί στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και κείνται εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων της Αρχής, δεν μπορούν να αναμεταβιβασθούν στον Υπουργό Οικονομικών ή στον Aναπληρωτή Υπουργό ή στον Υφυπουργό Οικονομικών ή σε άλλα κυβερνητικά όργανα με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη.
  Στο άρθρο 3 του Ν 4389/2016 κατοχυρώνεται η πλήρης λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των μελών της Α.Α.Δ.Ε και προβλέπεται ότι «ο πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, ο Εμπειρογνώμονας και ο Διοικητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους και δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε σε διοικητική εποπτεία από κυβερνητικά όργανα ή άλλες διοικητικές αρχές ή άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό. Ο Πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, ο Εμπειρογνώμονας και ο Διοικητής απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.  »
Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του Ν 4389/2016 με τίτλο Σχέσεις με τη Βουλή και διοικητικές αρχές ορίζεται ότι: Τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, καθώς και ο Διοικητής της Αρχής, μετά από αίτημα διαρκούς ή άλλης Επιτροπής της Βουλής, ή κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, καταθέτουν ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 138Α σε συνδυασμό με το άρθρο 41Α του Κανονισμού αυτής, σχετικά με θέματα που αφορούν στις αρμοδιότητες της Αρχής. Η Αρχή συνεργάζεται με τις διοικητικές αρχές που ασκούν αρμοδιότητες σε συγκεκριμένους τομείς της εθνικής οικονομίας και παρέχει τη συνδρομή της, εφόσον της ζητηθεί, στις εν λόγω αρχές, στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της.”
   Στο  άρθρο 5 του Ν 4389/2016 , ορίζεται η σχέση της Ανεξάρτητης Αρχής με τον υπουργό Οικονομικών. Στο συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται ότι «η Αρχή δεν υπόκειται σε ιεραρχικό έλεγχο ή εποπτεία από τον Υπουργό Οικονομικών».   «3. Η Αρχή ενημερώνει περιοδικά τον Υπουργό Οικονομικών, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 20 του παρόντος νόμου. Ο Υπουργός δεν δύναται, για συγκεκριμένες υποθέσεις ή περιπτώσεις, να υποβάλει προς την Αρχή αίτημα παροχής πληροφοριών ή να παράσχει δεσμευτικές οδηγίες, του παρέχονται όμως υποχρεωτικά από αυτήν συγκεντρωτικά στοιχεία που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του»
Στην παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι «σε περίπτωση διαφωνίας του Υπουργού Οικονομικών με τον Διοικητή της Αρχής, σχετικά με την εφαρμογή της φορολογικής πολιτικής, το ζήτημα παραπέμπεται από τον Υπουργό Οικονομικών στο Συμβούλιο Διοίκησης της Αρχής».
 Στην παρ. 8. Πριν από την έκδοση κανονιστικών αποφάσεων και εγκυκλίων που αφορούν εν γένει στην ερμηνεία και στην εφαρμογή των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας και της νομοθεσίας που άπτεται των αρμοδιοτήτων του Γενικού Χημείου του Κράτους, η Αρχή τις γνωστοποιεί στον Υπουργό Οικονομικών για παροχή απόψεων, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν είναι δεσμευτικές για την Αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου»
  Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 5,6 και 7 του ιδίου άρθρου  «η Αρχή, μέσω του Διοικητή της, εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών νομοθετικές διατάξεις για ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της».  


Ο υπουργός Οικονομικών είναι υποχρεωμένος «πριν από την υποβολή προς ψήφιση στη Βουλή νομοθετικών διατάξεων για ζητήματα φορολογικής και τελωνειακής πολιτικής καθώς και της εφαρμογής τους να τις γνωστοποιεί στην Αρχή

«Η Αρχή εντός 30 ημερών από το χρόνο που έλαβε γνώση διατυπώνει γνώμη επ' αυτών, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν είναι δεσμευτική για τον Υπουργό Οικονομικών. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αυτής θεωρείται ότι η Αρχή έχει διατυπώσει γνώμη σύμφωνη προς το περιεχόμενο των νομοθετικών διατάξεων. Σε περιπτώσεις επείγοντος, η ως άνω προθεσμία συντέμνεται σε 10 ημέρες, ενώ σε περιπτώσεις κατεπείγοντος σε τρεις ημέρες». Αντίστοιχη πρόβλεψη υπάρχει και για κάθε νομοθετική πρωτοβουλία όλων των υπουργείων,(παρ. 7)  όταν αφορούν ζητήματα που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων  της Αρχής.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 και 3 του Ν 4389/16  εξουσιοδοτείται ο Διοικητής της Αρχής να εκδόσει με απόφασή του τον Οργανισμό και τους Κανονισμούς της ΑΑΔΕ.
Οι προθέσεις και η στόχευση της Αρχής  περιγράφονται  περαιτέρω στις προβλέψεις του νομοσχεδίου για τη διοίκηση της Ανεξάρτητης Αρχής, που είναι το Συμβούλιο Διοίκησης και ο Διοικητής, στα άρθρα 13,14,15 του Ν 4389/2016.
Στο άρθρο 8 του Ν4389/2016,  ορίζεται ότι «το Συμβούλιο Διοίκησης της Αρχής  είναι πενταμελές, αποτελούμενο από τον Πρόεδρο και τέσσερα ακόμη τακτικά μέλη, τα οποία δεν είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Διοίκησης συμμετέχει ο Διοικητής της Αρχής ως εκ της ιδιότητάς του χωρίς δικαίωμα ψήφου».
  Στην παρ. 3 του αρθρου 8 του Ν 4389/2016 αναφέρεται ότι : «Κατά τα πρώτα πέντε έτη λειτουργίας της Αρχής, στο Συμβούλιο Διοίκησης θα παρέχει εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες, σε ζητήματα βέλτιστων διεθνών πρακτικών, Εμπειρογνώμονας με εμπειρία σε ζητήματα φορολογικής διοίκησης που έχει αποκτηθεί στο εξωτερικό. 

Ο Εμπειρογνώμονας, ο οποίος δύναται να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Διοίκησης χωρίς δικαίωμα ψήφου, έχει τα ίδια δικαιώματα πρόσβασης στα έγγραφα και στοιχεία της αρχής με τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, καθώς και τις ίδιες υποχρεώσεις. Κατόπιν πρότασης του Συμβουλίου Διοίκησης, ο Υπουργός Οικονομικών δύναται, με απόφασή του που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να παρατείνει το ανωτέρω χρονικό διάστημα έως πέντε ακόμη έτη».   


Ο εμπειρογνώμονας ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, βάσει καταλόγου τριών υποψηφίων, τον οποίο καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή», όπως αναφέρεται σαφέστατα στο άρθρο 10.
  Στο ίδιο άρθρο, σε ό,τι αφορά την επιλογή των μελών του Συμβουλίου Διοίκησης ορίζεται ότι  αυτή «γίνεται από ανεξάρτητη Επιτροπή Επιλογής, η οποία θα απαρτίζεται από: 
α) τον Πρόεδρο του ΑΣΕΠ, ως Πρόεδρο, 
β) τον Συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, 
γ) τον Γενικό Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, 
δ) τον Πρόεδρο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου, 
ε) έναν Ακαδημαϊκό, που υποδεικνύεται από τον Υπουργό Οικονομικών και στ) αποκλειστικά για τα πρώτα επτά έτη λειτουργίας της Αρχής, δύο εκπροσώπους που υποδεικνύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή».
  Στο άρθρο 15 του ανωτέρω νόμου 4389/16 αναφέρεται ότι «η επιλογή των υποψηφίων γίνεται από την ανεξάρτητη Επιτροπή Επιλογής του άρθρου 10 του παρόντος νόμου», δηλαδή, από την 7μελή επιτροπή που επιλέγει και το Συμβούλιο Διοίκησης, στην οποία συμμετέχουν οι δύο επιτηρητές που ορίζει η Κομισιόν.
Οι  αρμοδιότητες της Ανεξάρτητης Αρχής είναι ευρύτατες, περιλαμβάνουν τις βασικές κανονιστικές και νομοθετικές αρμοδιότητες του  Υπουργείου Οικονομικών, αρμοδιότητα για  διορισμούς, για δαπάνες του δημοσίου, ακόμα και ζητήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, του Γενικού Χημείου του κράτους  και θέματα  δημόσιας    υγείας, περιλαμβανομένων  των αστυνομικών τεχνικών ελέγχου και των καταναγκαστικών μέτρων είσπραξης των δημοσίων εσόδων. 

Ιδρύεται   έτσι ένας τεχνοκρατικός μηχανισμός, μακριά από κάθε πολιτικό, κοινοβουλευτικό  και πολύ περισσότερο κοινωνικό έλεγχο και λογοδοσία, η δε εκτελεστική εξουσία  απεκδύεται αντίστοιχα από οποιαδήποτε δικαιοδοσία και ανάμιξη στην φορολογική διοίκηση και την είσπραξη των δημοσίων δαπανών αλλά και της πληθώρας των λοιπών αρμοδιοτήτων κατά  τα περιγραφόμενα στον Ν4389/16 πεδία « αρμοδιοτήτων της Αρχής».
Σε εφαρμογή και κατ’ εξουσιοδότηση  του άρθρου 6 του Ν 4389/2016 , εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλομένη  υπ. Αριθ. Δ..ΟΡΓ.Α 1063470 /2017(ΦΕΚ Β 1579/9-5-2017) η οποία διορθώθηκε ως προς τον αριθμό της απόφασης με την με αριθμό Απόφασης Δ.ΟΡΓ.Γ.Α 1063420 ΕΞ 2017 που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β  1710 στις 18-5-2017,με τίτλο «Κανονισμός Λειτουργίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ)» με την οποία απόφαση του Διοικητή της , θεσμοθετείται ο Κανονισμός της ΑΑΔΕ ,ήτοι το πλαίσιο λειτουργίας της στο οποίο  επαναλαμβάνονται  και εφαρμόζονται οι ανωτέρω διατάξεις του Ν4389/16.
Εν συνεχεία , με την  με αριθ. Δ.Π.Δ.Α. Α.Α.Δ.Ε. Γ 1107473 ΕΞ 2017    Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με θέμα « Ανάθεση είσπραξης δημοσίων εσόδων σε Φορείς Είσπραξης»  που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’  2435 στις 17-7-2017, σύμφωνα με το ανωτέρω νομικό πλάισιο του άρθρου 6 Ν 4389/16 και σε εφαρμογή αυτού ,ο Διοικητής της ΑΑΔΕ ανέθεσε την είσπραξη των κάτωθι δημοσίων εσόδων σε φορείς είσπραξης: 

α)  Βεβαιωμένων Οφειλών σε Δ.Ο.Υ. Η είσπραξη διενεργείται μέσω του κωδικού πληρωμής με ονομασία «Ταυτότητα Οφειλής» ο οποίος εκδίδεται για κάθε . 

β. Τέλη Κυκλοφορίας Οχημάτων. Η είσπραξη διενεργείται μέσω του κωδικού πληρωμής με ονομασία «Κωδικός Πληρωμής» ο οποίος εκδίδεται από την αντίστοιχη διαδικτυακή εφαρμογή. 

γ) e-Παράβολο. Η είσπραξη διενεργείται μέσω του κωδικού πληρωμής με ονομασία «e-Παράβολο» ο οποίος εκδίδεται από την αντίστοιχη διαδικτυακή εφαρμογή. 

δ) Δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων καθώς και ρυθμισμένων ή μη οφειλών που βεβαιώνονται στα Τελωνεία. Η υποβολή παραστατικών όπου η καταβολή του χρηματικού ποσού είναι απαραίτητη για την έκδοση της άδειας παράδοσης των εμπορευμάτων, γίνεται με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω διαδικτύου. Η είσπραξη  διενεργείται μέσω του κωδικού πληρωμής με ονομασία «Ταυτότητα Πληρωμής». 
Καθώς και κάθε μελλοντικό έσοδο προς είσπραξη από τη Φορολογική Διοίκηση που θα εντάσσεται σε κάποια από τις ανωτέρω τέσσερις κατηγορίες »
Οι φορείς που εξουσιοδοτήθηκαν είναι  οι εξής :
1. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. 
2. ALPHA BANK Α.Ε
3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ - Α.Τ.Ε. BANK 
4. ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK – ERGASIAS Α.Ε
5. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΕΡΙΑΣ 
6. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΕΡΡΩΝ 
7. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΧΑΝΙΩΝ 
8. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΣ 
9. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΒΡΟΥ 
10. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΗΠΕΙΡΟΥ 
11. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ 
12. ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ 
13. ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ 
14. ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΑ Α.Ε. (ΕΛΤΑ) 
15. ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 
16. ATTICA BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ 
17. HSBC BANK PLC 
18. ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕ.
Περαιτέρω,σύμφωνα με την ανωτέρω προσβαλλόμενη,
« Το κόστος εκάστης συναλλαγής ανέρχεται 0,075 ευρώ ανά έγκυρη συναλλαγή, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α., για πληρωμή μέσω εναλλακτικών δικτύων (Internet Banking, Phone Banking, ATM, APS και πληρωμές μέσω ηλεκτρονικού αρχείου). 

Και  β) 0,145 ευρώ ανά έγκυρη συναλλαγή, πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α., για πληρωμή ΕΝΦΙΑ και ΦΕΦΠ (Φόρος Εισοδήματος Φυσικών Προσώπων) μη ρυθμισμένων, μέσω καταστήματος με χρέωση τραπεζικού λογαριασμού, των φυσικών προσώπων που τη στιγμή της συναλλαγής ανήκουν σε κάποια από τις κάτωθι συγκεκριμένες ομάδες:
Ι)άνω των 70 ετών ii) σε δικαστική συμπαράσταση iii) παρουσιάζουν βαριές αναπηρίες σε ποσοστό 80% και άνω 

iv) κάτοικοι μη τουριστικών περιοχών με πληθυσμό κάτω των 500 κατοίκων ή κάτοικοι μη τουριστικών νησιών με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ από την τελευταία διαθέσιμη απογραφή ή από την τελευταία διαθέσιμη απογραφή. 

Η πιστοποίηση του υπόχρεου φορολογούμενου ως φυσικού προσώπου ανήκον σε κάποια από τις ανωτέρω συγκεκριμένες ομάδες θα πραγματοποιείται μέσω ειδικής ηλεκτρονικής διαδικτυακής εφαρμογής (web service) της ΑΑΔΕ τη στιγμή της συναλλαγής»

ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ: Παραβίαση άρθρου 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως εξειδικεύεται με το άρθρο 16 του Ν. 4023/2011. 

Κατά τις συζητήσεις του Eurogroup του Ιουνίου 2015  με την ελληνική κυβέρνηση, η οποία προέκυψε από τις εθνικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, τέθηκε από μέρους των επονομαζόμενων «θεσμών» δέσμη προτάσεων για λήψη προαπαιτουμένων μέτρων, με στόχο κοινή συμφωνία με την Ελλάδα, που θα κάλυπτε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας μας, όπως και την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής από τη χώρα μας στο Eurogroup των τελικών προτάσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν, δεν κατέστη εφικτή, καθώς οι εκπρόσωποι της ελληνικής πλευράς αποχώρησαν από τη διαδικασία το βράδυ της 26ης Ιουνίου 2015. 
Το δε Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 26ης Ιουνίου 2015, αποφάσισε να προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος για την Κυριακή 5-7-2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Το ερώτημα που προτάθηκε ήταν το εξής: 

«Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.6.2015 και αποτελείται από δύο μέρη τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους; 

Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt Sustainability Analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους). Όσοι από τους πολίτες της χώρας απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Δεν εγκρίνεται/ΟΧΙ. Όσοι από τους πολίτες της χώρας συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Εγκρίνεται/ΝΑΙ».


Στη συνέχεια, κατά τη συνεδρίαση ΞΕ΄ της 27ης Ιουνίου 2015, η Ολομέλεια της Βουλής, με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, και, ειδικότερα, με 178 θετικές ψήφους, έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. απόφαση της Προέδρου της Βουλής από 28.6.2015 – ΦΕΚ Α 62/28.6.2015). 

Κατόπιν τούτου,   σύμφωνα με τον νόμο  4023/2011 (ΦΕΚ Α 220/24-10-2011 - «Διερεύνηση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με την διενέργεια δημοψηφίσματος»), εξεδόθη το Προεδρικό Διάταγμα 38/2015 (ΦΕΚ 63/Α/28-6-2015), με το οποίο προκηρύχθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την Κυριακή, 5.7.2015, με το ως άνω ερώτημα. Η προκήρυξη έγινε για αυστηρώς εθνικό λόγο.
Το δημοψήφισμα προκηρύχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδάφιο α΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου».
Ο νόμος, ο οποίος εξειδικεύει τη διαδικασία διενέργειας ενός δημοψηφίσματος, είναι ο 4023/2011. Στο δε άρθρο 16 παρ. 3 του Ν. 4023/2011 ρητώς προβλέπονται τα ακόλουθα: «Το αποτέλεσμα δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα είναι δεσμευτικό, όταν στην ψηφοφορία λάβει μέρος τουλάχιστον το σαράντα τοις εκατό (40%) όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους». 
Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 διενεργήθηκε, όπως ρητώς προβλέπει και το σχετικό προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας (αριθμ. 38 – ΦΕΚ Α 63/28-6-2015), για εθνικούς λόγους. 

Στο ίδιο Προεδρικό Διάταγμα αναφέρεται και το ερώτημα του δημοψηφίσματος: 

«Προκηρύσσουμε δημοψήφισμα για την 5η Ιουλίου 2015, ημέρα Κυριακή, προκειμένου ο Ελληνικός Λαός να αποφανθεί δια της άμεσης και ελεύθερης έκφρασης της βούλησής του επί του ακόλουθου ερωτήματος:

 «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015 και αποτελείται από δύο μέρη, τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους;».
Στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 η συμμετοχή των ψηφοφόρων υπερέβη το ποσοστό του 60%, καταφανώς πολύ μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό συμμετοχής σε εθνικές βουλευτικές εκλογές και κατά πολύ υπέρτερο του ελάχιστου ποσοστού 40% που απαιτεί ο εφαρμοστικός του άρθρου 44§2 του Συντάγματος Νόμος (4023/11) περί διεξαγωγής Δημοψηφισμάτων, ώστε να καθιστά τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος δεσμευτικά για τον κοινό νομοθέτη

Το τεθέν στην κρίση του ελληνικού λαοϋ ζήτημα ήταν κρίσιμο και ο ελληνικός λαός κλήθηκε να αποφασίσει υπό τις ασφυκτικές πιέσεις – εκβιασμούς των δανειστών της χώρας και μάλιστα με «κλειστές» τις τράπεζες. 

Σε πείσμα όλων των αντιξοοτήτων ο ελληνικός λαός αποφάσισε κυρίαρχα, αρνούμενος τα προτεινόμενα  προαπαιτούμενα μέτρα με τον πλέον εμφαντικό τρόπο, και μάλιστα σε ποσοστό 61,3%. 

Κατ’αυτόν τον τρόπο κατέγραψε τη διαφωνία του, τόσο προς τις επαχθέστατες για τον ίδιο γενικότερες δεσμεύσεις των ελληνικών κυβερνήσεων της τελευταίας πενταετίας, όσο και ειδικότερα την κατηγορηματική διαφωνία του στο προταθέν από τους «θεσμούς» - δανειστές της χώρας μας σχέδιο συμφωνίας.
Ειδικότερα, στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 το 61,31% των ψηφισάντων, ήτοι η συντριπτική πλειοψηφία των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επέλεξε το «ΟΧΙ» έναντι του 38,69% των ψηφισάντων, που επέλεξε το «ΝΑΙ» στην προτεινόμενη συμφωνία. 

Η συμμετοχή στο δημοψήφισμα ξεπέρασε το 40% του εκλογικού σώματος, ήτοι έφθασε στο 62,50%. 

 Ως εκ τούτου, εξασφαλίστηκε η απόλυτη δεσμευτικότητα του αποτελέσματός του. Αυτή η δεσμευτικότητα συνεπαγόταν την υποχρέωση της κυβερνήσεως, αλλά και όλων των υπολοίπων κομμάτων, να το σεβαστούν. 

Ειδικότερα, η κυβέρνηση όφειλε να φέρει στη Βουλή συμφωνία, η οποία θα είχε την προηγούμενη έγκριση του ελληνικού λαού και θα ήταν ευνοϊκότερη αυτής που τέθηκε στην κρίση του στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015.

 Οποιαδήποτε αντίστοιχη συμφωνία ή οποιαδήποτε συμφωνία με δυσμενέστερο περιεχόμενο θα έπρεπε να αποκλεισθεί

Το δε ορθό και σύννομο θα ήταν η οποία νέα συμφωνία να τεθεί εκ νέου στην κρίση του ελληνικού λαού, πριν εισαχθεί προς ψήφιση στη Βουλή.  

Μόνο με αντίθετο αποτέλεσμα ενός νέου δημοψηφίσματος ήταν νομικά - συνταγματικά δυνατό να ανατραπεί το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015.
Στο σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν  η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25ης Ιουνίου 2015 και απέρριψε η ελληνική κυβέρνηση, θέτοντάς το προς έγκριση ή απόρριψη από τον ελληνικό λαό στο Δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, περιλαμβανόταν και πρόβλεψη  ίδρυσης ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων. Ειδικότερα, στη σελίδα 15 της προταθείσας συμφωνίας,  και στο κεφάλαιο με τίτλο «Μεταρρυθμίσεις φορολογικής διοίκησης» προβλέπονταν ρητώς ως υποχρέωση της Ελλάδας τα εξής: 

«Οι Αρχές θα: - θεσπίσουν νομοθεσία για την εγκαθίδρυση μίας ανεξάρτητης φορολογικής και τελωνειακής αρχής, η οποία θα είναι πλήρως λειτουργική ως το τέλος Ιουνίου 2016 και θα ενσωματώσει όλο το προσωπικό και τις αρμοδιότητες που σχετίζονται με τα φορολογικά και τελωνειακά έσοδα, συμεριλαμβανομένου και του ΣΔΟΕ. Ως τον Οκτώβριο του 2015, θα διοριστεί το Διοικητικό Συμβούλιο και θα θεσπιστεί κατά προτεραιότητα παράγωγη νομοθεσία σχετικά με το νόμο για την αυτόνομη αρχή φορολογικής διοίκησης».

Η πρόταση αυτή απερρίφθη, μαζί με όλο το σχέδιο, από το 61,31 % των ψηφισάντων Ελλήνων πολιτών.
 Ωστόσο, σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος και με τη λαϊκή βούληση, η τότε κυβέρνηση και πολλά εκ των κοινοβουλευτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης παραβίασαν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. 

Συγκεκριμένα, αφού προηγήθηκε η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών της 7ης Ιουλίου 2015, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στη διάρκεια της οποίας αποφασίσθηκε η μετατροπή του «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού σε «ΝΑΙ», σε αγαστή μάλιστα συνεργασία με τους δανειστές της χώρας, όπως και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές έχουν δημοσίως παραδεχθεί, εξουσιοδότησαν τον τότε και νυν πρωθυπουργό να φέρει πάσει θυσία μία οποιαδήποτε συμφωνία, αρκεί να μην διακυβευθεί η παρουσία μας στην ευρωζώνη, αγνοώντας ευθέως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και τη λαϊκή βούληση

Ένα δημοψήφισμα, του οποίου τη διενέργεια είχε προκηρύξει - εγκρίνει με Προεδρικό Διάταγμα ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Είναι ενδεικτικό το γεγονός, ότι στο κοινό ανακοινωθέν δεν υπάρχει η παραμικρή φράση, στην οποία να δίνεται η διαβεβαίωση, ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα γίνει σεβαστό ή ότι η όποια νέα συμφωνία θα τεθεί στην προηγούμενη κρίση του ελληνικού λαού. 
    Πράγματι, ο τότε και νυν πρωθυπουργός προέβη την 12η Ιουλίου 2015 σε μια αρχική συμφωνία, που παραβίαζε ευθέως τη βούληση του ελληνικού λαού και το Σύνταγμα και παρέδιδε τη χώρα στις ορέξεις των κάθε είδους «δανειστών» της. 

Αργότερα, συνεχίζοντας τις παραβιάσεις του Συντάγματος και της λαϊκής βούλησης, τα περισσότερα κοινοβουλευτικά κόμματα, ψήφισαν στη Βουλή μία πρόταση συμφωνίας – μνημόνιο (βλ. Ν. 4337/2015), η οποία, σύμφωνα και με την ομολογία των ιδίων, είναι χειρότερη αυτής, που απέρριψε  η πλειοψηφία του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα. Μία απλή σύγκριση των κειμένων αποδεικνύει του λόγου το αληθές. 

Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται μία ευθεία παραβίαση του Συντάγματος και τής λαϊκής βούλησης (άρθρο 1 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος: «2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. 3. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα»). 
 Όπως προαναφέραμε, μία απλή ανάγνωση της συμφωνίας – μνημόνιο αρκεί για να διαπιστώσει κανείς το γεγονός, ότι ευθέως παραχωρούνται, χωρίς την παραμικρή συνταγματική και λαϊκή νομιμοποίηση, όλες σχεδόν οι βασικές λειτουργίες του κράτους στους «δανειστές» της, αλλά και το σύνολο της περιουσίας του Δημοσίου. 

Το πλέον δε εξωφρενικό είναι το γεγονός, ότι, σε αντίθεση με την απορριφθείσα από τον ελληνικό λαό, στη νέα συμφωνία προβλέπεται η ίδρυση της νέας και ανεξάρτητης αρχής δημοσίων εσόδων. 

Ειδικότερα, στις σελίδες 1016 και 1018 του ΦΕΚ Α 94/14-08-2015, στο οποίο περιλαμβάνεται ο Ν. 4336/2015, με τη συμφωνία – μνημόνιο, ρητώς προβλέπονται τα ακόλουθα στο κεφάλαιο με στοιχεία 2.2. και τίτλο «Μεταρρυθμίσεις φορολογικής πολιτικής»:
«Η κυβέρνηση δεσμεύεται να θεσπίσει μεταρρυθμίσεις, τόσο στην άμεση όσο και στην έμμεση φορολογία, για τη βελτίωση της αποδοτικότητας, της εισπραξιμότητας και την τόνωση της προσφοράς εργασίας.
…….
«Η κυβέρνηση δεσμεύεται για περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, ως ακολούθως:
«i. ...…, ii. ……, iii. ….., iv. …., v. ….., vi. ….., vii. …. viii. θα ενισχύσουν την ανεξαρτησία της φορολογικής διοίκησης. 

Έως τον Οκτώβριο του 2015, οι αρχές θα θεσπίσουν νομοθεσία (βασικό παραδοτέο) για την ίδρυση αυτόνομου φορέα εσόδων, με την οποία θα προσδιορίζονται:  

α) η νομική μορφή, η οργάνωση, το καθεστώς και το πεδίο άσκησης των αρμοδιοτήτων του φορέα· 

β) οι εξουσίες και οι λειτουργίες του Διευθύνοντος Συμβούλου και του ανεξάρτητου Διοικητικού Συμβουλίου·  

γ) η σχέση με το Υπουργείο Οικονομικών και άλλους κυβερνητικούς φορείς· δ) η ευελιξία όσον αφορά τους ανθρώπινους πόρους του φορέα και η σχέση του με τη δημόσια διοίκηση·  

ε) η αυτονομία του προϋπολογισμού του, με τη δική του Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (ΓΔΟΥ) και νέο τρόπο χρηματοδότησης για την εναρμόνιση των κινήτρων με την είσπραξη των εσόδων και για τη διασφάλιση της προβλεψιμότητας και της ευελιξίας του προϋπολογισμού· 

στ) η υποβολή εκθέσεων στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Έως τον Δεκέμβριο του 2015, (βασικό παραδοτέο) οι αρχές θα διορίσουν το Διοικητικό Συμβούλιο και θα θεσπίσουν κατά προτεραιότητα δευτερογενή νομοθεσία δυνάμει του νόμου (βασικοί ανθρώπινοι πόροι, προϋπολογισμός) περί του αυτόνομου φορέα διαχείρισης των εσόδων, ώστε να καταστεί πλήρως λειτουργικός έως τον Ιούνιο του 2016. 
«Οι αρχές θα συνεχίσουν να βελτιώνουν τις λειτουργίες, όπως μετρώνται με βασικούς δείκτες επιδόσεων. Μεσοπρόθεσμα, οι αρχές θα συνεχίσουν με μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της φορολογικής διοίκησης, οι ο- ποίες πρέπει να συμφωνηθούν με τους θεσμούς, λαμβα- νομένων υπόψη συστάσεων από τις εκθέσεις τεχνικής βοήθειας που εκπονούνται από την Επιτροπή / το ΔΝΤ».
Ό,τι δηλαδή απέρριψε με συντριπτική πλειοψηφία ο ελληνικός λαός, επεβλήθη στη συνέχεια, κατά παράβαση του Συντάγματος και ιδίως της λαϊκής κυριαρχιας. 
Στη συνέχεια δε και στα πλαίσια υλοποίησης των παραπάνω αντισυνταγματικών προβλέψεων του Ν. 4336/2015, που περιλαμβάνει τη συμφωνία – μνημόνιο, ψηφίσθηκε στη Βουλή ο Ν. 4389/2016, με τον οποίο στο άρθρο 1, με τίτλο «Σύσταση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων – Σκοπός» ιδρύθηκε τελικά η εν λόγω ανεξάρτητη αρχή με τις ίδιες αρμοδιότητες – εξουσίες και σκοπό, που αναφερόταν και στη απορριφθείσα από τον ελληνικό λαό πρόταση συμφωνίας του Ιουνίου 2015
Σε εκτέλεση τέλος, τόσο του προαναφερθέντος νόμου, όσο και του Ν. 4336/2015, που περιλαμβάνει τη συμφωνία – μνημόνιο, εξεδόθησαν οι προσβαλλόμενες πράξεις, μία εκ των οποίων είναι ο Κανονισμός λειτουργίας αυτής της αντισυνταγματικής ανεξάρτητης αρχής.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ


Παραβίαση του άρθρου 43 παρ. 2 Συντάγματος   σύμφωνα με το οποίο «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Yπουργού  επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Eξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό.
 


Η   αυθεντική ερμηνεία των νόμων (άρθρο 77 §1),επίσης δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο φορολογικής εξουσιοδοτήσεως. 
Παραβίαση των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος σύμφωνα με τα οποία:
Άρθρο 4 παρ 5 Σ: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους»
 Άρθρο 78 παρ. 1 και 4 Σ: «1. Kανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.  ….  4. Tο αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης. 
Παραβίαση του άρθρου 82 παρ. 1 του Συντάγματος,  σύμφωνα με το οποίο: «H Kυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Xώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων».
Παραβίαση των άρθρων 84   παρ 1-7, 85 και 86 του Συντάγματος   (Εμπιστοσύνη της Βουλής - αρχή της δεδηλωμένης, Ευθύνη Υπουργικού Συμβουλίου), σύμφωνα με τα οποία: 
Αρθρο 84 παρ. 1 Σ: « 1. H Kυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Bουλής. Mέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού, η Kυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης της Bουλής και μπορεί να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε…” υπό τους ειδικότερους όρους των άρθρων 2 έως και 7. Στα άρθρα 84-86 Συντάγματος ορίζεται η πολιτική ευθύνη και λογοδοσία των μελών της κυβέρνησης. 
Παραβίαση του άρθρου  103 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο:  «1. Oι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Kράτους καi      υπηρετούν το Λαό οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Tα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο».
 Στο άρθρο 26 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται, ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται από την Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Με τις διατάξεις του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. 

Τίθεται δε ο κανόνας, ότι η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, που ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με προεδρικά διατάγματα, με τα οποία ρυθμίζονται είτε θέματα καθοριζόμενα σε γενικό πλαίσιο υπό ορισμένους όρους διά νόμων ψηφιζομένων από την ολομέλεια της Βουλής (νόμων πλαισίων) (παρ. 4), είτε ειδικά θέματα προσδιοριζόμενα συγκεκριμένως από την εξουσιοδοτική νομοθετική διάταξη (παρ. 2)

Στην τελευταία αυτή περίπτωση επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση του τιθέμενου ως άνω κανόνα, όπως ορισθούν ως φορείς της κατ’ εξουσιοδότηση ασκούμενης κανονιστικής αρμοδιότητας και άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, εφόσον πρόκειται,  περί «ειδικοτέρων» θεμάτων, τέτοια δε θέματα είναι εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση προς την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω νομοθετικής ρυθμίσεως.
Κατά συνέπεια, με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη η δυνατότητα να μεταβιβάζει στην εκτελεστική εξουσία την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου. 

Τίθεται δε ο κανόνας, ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση, που επιβάλλεται να είναι ειδική και ορισμένη, παρέχεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με προεδρικά διατάγματα. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να ορισθούν ως φορείς της κατ’ εξουσιοδότηση ασκούμενης νομοθετικής αρμοδιότητας και άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, εφ’ όσον όμως πρόκειται για ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό (βλ. Σ.τ.Ε. 1892/2010 Ολομ., 3973/2009 Ολομ. κ.α.). Ως «ειδικότερα θέματα», για την ρύθμιση των οποίων επιτρέπεται η νομοθετική εξουσιοδότηση σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, νοούνται μερικότερες περιπτώσεις θεμάτων που ρυθμίζονται ήδη στον τυπικό νόμο σε γενικό έστω, αλλά πάντως ορισμένο πλαίσιο (βλ. Σ.τ.Ε. 1892/2010 Ολομ, 152/2009, 4025/1998 Ολομ. κ.λπ.).
Επειδή η νομοθετική εξουσιοδότηση, η οποία απαιτείται για την άσκηση από τη διοίκηση κανονιστικής εξουσίας πρέπει να είναι ορισμένη και ειδική και υπάγεται συνταγματικά σε αυστηρά κριτήρια ως προς το εύρος της. 

Επιτρέποντας, κατ’εξαίρεση, ο συντακτικός νομοθέτης, την παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης αλλά και πλήρη εκτελεστική εξουσία ,όπως εν προκειμένω, σε όργανα της Διοίκησης υποδεέστερα του Προέδρου της Δημοκρατίας, τα περιβάλλει με νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες, παρά το ότι αυτά  δεν ερείδονται στην αρχή της  λαϊκής κυριαρχίας. Η κανονιστική αυτή αρμοδιότητά τους αφορά αποκλειστικά τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων ή θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό, ουδέποτε δε φορολογικό.
Η νομολογία δέχεται ότι ειδικότερα είναι τα θέματα που αποτελούν μερικότερη περίπτωση του θέματος που αποτελεί κύριο αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης ή έχει λεπτομερειακό χαρακτήρα σε σχέση με τη βασική ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νόμο. Απαιτείται  συνεπώς , στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο, όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (βλ. ενδεικτικά ΣτΕ Ολ. 1101/2002μ Ολ. 2815/2014, αναλυτικά για τα παραπάνω βλ. Ε. Πρεβεδούρου, άρθρο 43 σε Φ. Σπυρόπουλος- Ξ. Κοντιάδης- Χ. Ανθόπουλος-Γ. Γεραπετρίτης (διεύθ.), Σύνταγμα. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Σάκκουλας, 2017, σελ. 898 επ.).
Οι Ανεξάρτητες Αρχές, οι οποίες συνιστούν όργανα του Κράτους και της Διοίκησης, όπως εν προκειμένω η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, έχουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν κανονιστικές πράξεις, κατόπιν σχετικής νομοθετικής εξουσιοδότησης, μόνον εφόσον πρόκειται για τη ρύθμιση θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό

Στο άρθρο 1 της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης και του εξουσιοδοτικού Ν4389/16, αναφέρεται όμως ρητά ότι «αποστολή της Α.Α.Δ.Ε. είναι ο προσδιορισμός, η βεβαίωση και η είσπραξη των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών δημοσίων εσόδων, που άπτονται του πεδίου των αρμοδιοτήτων της», η δε πράξη αυτή ερείδεται στη σχετική νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 2 του Ν. 4389/2016), σύμφωνα με την οποία «2. Η Αρχή έχει, ιδίως, τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) τον προσδιορισμό, τη βεβαίωση και την είσπραξη των φορολογικών και τελωνειακών εσόδων, καθώς και την είσπραξη λοιπών δημοσίων εσόδων β) την παρακολούθηση και τον έλεγχο της πορείας της βεβαίωσης και της είσπραξης των δημοσίων εσόδων και της εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας για την είσπραξη δημοσίων εσόδων γ) τη λήψη και την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία των φορολογικών, τελωνειακών και λοιπών υπηρεσιών της, στους τομείς της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου, της φορολογικής απάτης και της παραοικονομίας, της εφαρμογής των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας, της βεβαίωσης και είσπραξης και της βελτίωσης της εισπραξιμότητας των δημοσίων εσόδων». 

Η ΑΑΔΕ είναι επίσης αρμόδια ακόμα και για θέματα δημόσιας υγείας και του γενικού χημείου του κράτους αλλά και για οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα της μεταβιβαστεί στο μέλλον από τον υπουργό Οικονομικών χωρίς να προσδιορίζεται ποια είναι αυτή και χωρίς να δύναται ο Υπουργός Οικονομικών να ανακαλέσει ( αρθρο 2 Ν4389/2016) ούτε να ασκήσει οποιαδήποτε εποπτεία στην Αρχή,τα δε προκύπτοντα θέματα επιλύονται από το Συμβούλιο Διοίκησης της Αρχής (άρθρα 3,4 και 5 Ν4389/2016)
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διατάξεως προκύπτει, η γενικότητα και η ευρύτητα της παρεχόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, καθόσον το περιεχόμενό της δεν είναι ειδικό και ορισμένο και, συνεπώς, επηρεάζεται και το κύρος των προσβαλλόμενων πράξεων, οι οποίες εξεδόθησαν από όργανο της Διοίκησης στα πλαίσια της εξουσιοδότησης αυτής. Κατά συνέπεια, η μνημονευόμενη εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 4389/2016, που παρέχει τη δυνατότητα στη Διοίκηση να ρυθμίσει τα θέματα των ασφαλιστικών κανόνων, δεν είναι ειδική και ορισμένη, με την έννοια που έχει πιο πάνω εκτεθεί, καθόσον δεν καθορίζονται στην εξουσιοδότηση αυτή ειδικώς και συγκεκριμένως τα θέματα που μπορούν να ρυθμιστούν κανονιστικώς (πρβλ. Ολομ. Σ.τ.Ε. 2304, 1466/1995). Ενόψει τούτου, η πιο πάνω νομοθετική εξουσιοδότηση δεν αποτελεί νόμιμο έρεισμα για την έκδοση των προσβαλλόμενων κανονιστικών αποφάσεων.
 Είναι σαφές ότι οι παραπάνω σημαντικές αρμοδιότητες της ΑΑΔΕ αφορούν θέματα γενικού, αφηρημένου και καθολικού χαρακτήρα, τα οποία εμπίπτουν κατεξοχήν στην ύλη του τυπικού νομοθέτη  είναι αντίθετες  στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. 
 Εξάλλου,η εξουσιοδότηση που παρέχεται στον Διοικητή της ΑΑΔΕ δια των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 Ν. 4389/2016  και των άρθρων 7,9 και 41 αυτού για την έκδοση των προσβαλλομένηων πράξεων δεν είναι ειδική και ορισμένη, ούτε θέτει τα κατά το Σύνταγμα προβλεπόμενα κριτήρια ως προς το εύρος της.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, «Oι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Στο δε άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος προβλέπεται ότι «1. Kανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Από τα ως άνω άρθρα συνάγεται η εξουσία του Κράτους προς επιβολή και είσπραξη των φόρων, η οποία αποτελεί κατεξοχήν πεδίο μονομερούς άσκησης της κρατικής κυριαρχίας (βλ. Β. Γκέρτσο, άρθρο 78 σε Φ. Σπυρόπουλος- Ξ. Κοντιάδης- Χ. Ανθόπουλος-Γ. Γεραπετρίτης (διεύθ.), Σύνταγμα. Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Σάκκουλας, 2017, σελ. 1205).
Αντικείμενο της κανονιστικής αρμοδιότητας της Διοίκησης αποτελεί κάθε θέμα το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί με πράξη του νομοθετικού οργάνου, εκτός από εκείνα που εξαιρούνται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση με ρητή συνταγματική διάταξη ή των οποίων η εξαίρεση προκύπτει σαφώς από τις συνταγματικές διατάξεις. Τέτοιες εξαιρέσεις προβλέπονται,μεταξύ άλλων, στα άρθρα 77 παρ. 1 (αυθεντική ερμηνεία των νόμων), και 78 (φορολογία, φορολογικές απαλλαγές και απονομή συντάξεων) του  Συντάγματος.
 Στα πλαίσια και υπό του όρους του Συντάγματος και του δημοκρατικού πολιτεύματος, ο  στενός πυρήνας του Κράτους, η  δράση δηλαδή της Διοίκησης που συνδέεται άμεσα με τα παραδοσιακά θεμέλια της κρατικής κυριαρχίας  όπως ασφάλεια, δικαιοσύνη, φορολογία και η μονομερής άσκηση καταναγκασμού τίθεται, ως δέσμη αρμοδιοτήτων, εκτός της εκχώρησης σε μη κρατικούς φορείς, τούτο δε γίνεται παγίως δεκτό και στην νομολογία.

  Η νομοθετική εξουσιοδότηση για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Επομένως, η εξουσιοδοτική διάταξη δεν πρέπει να είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα, συνεπώς, της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενό της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της (ΣτΕ ΣτΕ 3051/2014   2267, 2325/2013, Ολ 1210/2010, 11/1999, Ολ 1466/1995).
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 43 Συντάγματος επιτρέπει, κατ’εξαίρεση, την παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης και σε άλλα όργανα της Διοίκησης, υποδεέστερα του Προέδρου της Δημοκρατίας (Υπουργικό Συμβούλιο, Πρωθυπουργό, Υπουργό, Δημοτικό Συμβούλιο, Σύγκλητο ΑΕΙ κ.λπ.). 

Εν προκειμένω, το Σύνταγμα τάσσει αυστηρότερες προϋποθέσεις ως προς το εύρος της εξουσιοδότησης, δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό τα όργανα της Διοίκησης, που μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο απομακρυσμένα από την πηγή της λαϊκής κυριαρχίας, περιβάλλονται με νομοθετικές, κατ’ουσία, αρμοδιότητες. Η κανονιστική αυτή αρμοδιότητα αφορά τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων, η θεμάτων με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό. Ερμηνεύοντας τους ανωτέρω όρους, η νομολογία δέχεται ότι ειδικότερα είναι τα θέματα που αποτελούν μερικότερη περίπτωση του θέματος που αποτελεί κύριο αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης ή έχει λεπτομερειακό χαρακτήρα σε σχέση με τη βασική ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στον νόμο.  Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά, επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμιση του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (βλ. ενδ. ΣτΕ Ολ 1101/2002, Ολ 2815/2004). Χαρακτηριστικές περιπτώσεις συναφώς είναι ο προσδιορισμός του χρόνου προβολής των πολιτικών κομμάτων από τα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα κατά την προεκλογική περίοδο (ΣτΕ Ολ 3427/2010 (μειοψ.), ΣτΕ 4331/1996) και ο καθορισμός της τιμής εισιτηρίων στα καζίνα (ΣτΕ Ολ 4027/1998) που έχουν έχουν χαρακτήρα ειδικότερου θέματος. Η επιβολή στα μέλη των δικηγορικών συλλόγων εισφορών προς χάρη της εξυπηρέτηση σκοπών για τους οποίους έχουν συσταθεί ως νπδδ, με απόφαση της οικείας Γενικής Συνέλευσης ρυθμίζει ειδικότερο θέμα των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου από την ίδια την Γενική Συνέλευση του Συλλόγου (ΣτΕ Ολ 4430/1984, 2274/1985), ΣτΕ 2536/2011).    Σύμφωνα με την Απόφαση  ΣτΕ 1934/1998 για τα παρκόμετρα και την άσκηση εν γένει αρμοδιοτήτων αστυνομικής φύσεως από ιδιώτες, «...οι μνημονευμένες διατάξεις του άρθ. 36 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα και του άρθρου 45 του νόμου 2218/1994, κατά το μέρος που προβλέπουν ευθέως ή επιτρέπουν την ανάθεση αστυνομικής φύσεως αρμοδιοτήτων (βεβαίωση της παράβασης, ακινητοποίηση οχημάτων, επιβολή προστίμων) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αντίκεινται στις θεμελιώδεις διατάξεις του άρθ. 1 παρ. 3 και 26 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την έννοια των οποίων, αστυνομική εξουσία, ως η κατεξοχήν δημόσια εξουσία και έκφραση κυριαρχίας, ασκείται, δια της αστυνομικής αρχής, μόνο από το Κράτος (και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που και αυτά είναι αποκεντρωμένες καθ’ ύλην κρατικές υπηρεσίες) και όχι από ιδιώτες». 

Στην πρόσφατη απόφαση 2192/2014, το Δικαστήριό Σας έκρινε ότι «η εθνική άμυνα, η δημόσια τάξη και η κρατική ασφάλεια, ειδικότερες εκφάνσεις των οποίων αποτελεί η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, ως κατεξοχήν δημόσιες εξουσίες και εκφράσεις κυριαρχίας, αποτελούν αρμοδιότητες αναπόσπαστες από τον πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Για τον λόγο αυτό, η άσκηση των επιμέρους αρμοδιοτήτων που συγκροτούν την αποστολή των σωμάτων αυτών, μη δυνάμενη κατ’ αρχήν να παραχωρηθεί σε ιδιώτες ασκείται, μέσω των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, μόνον από το κράτος»  (Βλ. επίσης ΣτΕ 867/2002, ΤοΣ, 2002, σελ. 653 επ. με αντικείμενο την ιδιωτικοποίηση του ΟΔΔΥ).
Οι Ανεξάρτητες Αρχές που επιτελούν ειδικό έργο είτε αυτές που προβλέπονται από το Σύνταγμα είτε αυτές που ιδρύονται με νόμο μπορούν να καταστούν φορείς κανονιστικής αρμοδιότητας για τη ρύθμιση ειδικότερου θέματος ή θέματος με τεχνικό ή λεπτομερειακό χαρακτήρα (ΣτΕ 930/1990 Ολ.) με ειδική εξουσιοδότηση νόμου. Προκειμένου να χορηγηθεί νομοθετική εξουσιοδότηση σε Ανεξάρτητη Αρχή αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί «όργανο της διοίκησης» και να προσδιοριστεί το θέμα για το οποίο θα της χορηγηθεί η νομοθετική εξουσιοδότηση. 
   Οι προαναφερθείσες στον εξουσιοδοτικό νόμο 4389/16  και τις προσβαλλόμενες πράξεις, δραστηριότητες  της ΑΑΔΕ δεν δύνανται  να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης κατά το άρθρο 43 παρ. 2 Συντάγματος. 

Η κανονιστική δράση της διοίκησης τίθεται, με βάση   τον Ν. 4389/2016, σε ένα ευρύτατο και γενικό ερμηνευτικό πλαίσιο, βάσει του οποίου η ΑΑΔΕ αντικαθιστά τη λειτουργία του νομοθέτη σε μια σειρά ζητημάτων γενικής φορολογικής και οικονομικής πολιτικής και διοίκησης (όπως π.χ. ειδικότερα, ο προσδιορισμός των εσόδων, ο έλεγχος της είσπραξής τους, τα μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας , λαθρεμπορίου,  της δημόσιας υγείας ,τα θέματα του γενικού χημείου του κράτους ,ο εντοπισμός των φαινομένων διαφθοράς και παραοικονομίας και ο καταλογισμός φορολογικών παραβάσεων   κλπ) Συνεπώς,  θέτει παράνομα κανόνες δικαίου, αφού στηρίζεται σε διάταξη νόμου (Ν 4389/2016), η οποία δεν έχει οποιοδήποτε συνταγματικό έρεισμα. (ΣτΕ 1934/1998 , 1717/2003, 2192/2014, ΣτΕ 867/2002)
  Με τον  εξουσιοδοτικό νόμο 4389/2016 συντελείται η πλήρης εκχώρηση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων που εντάσσονται στη φορολογική πολιτική και διοίκηση, και δη πεδίων που ανήκουν στην άσκηση της γενικής πολιτικής της χώρας,  από την Κεντρική Διοίκηση - Κυβέρνηση του Κράτους, δηλαδή το Υπουργείο Οικονομικών, σε μια Ανεξάρτητη Αρχή, η οποία είναι μεν δημόσια αρχή, δεν εντάσσεται όμως οργανικά και λειτουργικά στον στενό κρατικό πυρήνα

Οι ανωτέρω  αρμοδιοτήτες της ΑΑΔΕ, φορολογικού, δημοσιονομικού και εν γένει αυστηρά καταναγκαστικού χαρακτήρα ή ακόμη και «αστυνομικής» φύσης, καθιστά παράνομη και αντισυνταγματική την ανάθεσή τους σε μια Αρχή που δεν υπόκειται σε ιεραρχικό διοικητικό έλεγχο ή εποπτεία ούτε υπάγεται στον πολιτικό ή ουσιαστικό έλεγχο της Κυβέρνησης.  Η ΑΑΔΕ δεν υπόκειται ,εξάλλου, ούτε σε ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο.


 Τα θέματα τα οποία ρύθμισαν με κανονιστικό περιεχόμενο οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αποτελούν θέματα τοπικού ενδιαφέροντος, ούτε τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 43 παρ. 2 εδάφιο β΄ του Συντάγματος
  Σύμφωνα με το άρθρο άρθρο 4 παρ. 1 του Ν 4389/16  με τίτλο  «Σχέσεις με τη Βουλή και διοικητικές αρχές»: 

 Τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, καθώς και ο Διοικητής της Αρχής, μετά από αίτημα διαρκούς ή άλλης Επιτροπής της Βουλής, ή κατόπιν δικής τους πρωτοβουλίας, καταθέτουν ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, σύμφωνα με το άρθρο 138Α σε συνδυασμό με το άρθρο 41Α του Κανονισμού αυτής, σχετικά με θέματα που αφορούν στις αρμοδιότητες της Αρχής. : 1. Κάθε ανεξάρτητη αρχή, συνταγματικά κατοχυρωμένη ή συσταθείσα με νόμο, υποβάλλει στον Πρόεδρο της Βουλής, μέχρι την 31η Μαρτίου κάθε έτους, έκθεση πεπραγμένων για το έργο της κατά το προηγούμενο έτος. 

Ο Πρόεδρος της Βουλής διαβιβάζει την έκθεση στη μόνιμη επιτροπή θεσμών και διαφάνειας ή στην αρμόδια διαρκή επιτροπή ή και σε επιτροπή συνιστώμενη, κατά περίπτωση, από τη Διάσκεψη των Προέδρων”  Περαιτέρω ,  παρ. 4, Η μόνιμη επιτροπή θεσμών και διαφάνειας, η αρμόδια διαρκής επιτροπή και η τυχόν συνιστώμενη κατά την παράγραφο 1 επιτροπή υποβάλλουν στον Πρόεδρο της Βουλής τα πορίσματα των συζητήσεών τους για το έργο κάθε ανεξάρτητης αρχής, ο οποίος τα αποστέλλει στον αρμόδιο Υπουργό και την ελεγχόμενη αρχή. (παρ. 5 και 6)
Η  διαδικασία του ανωτέρω άρθρου αφορά σε απλό δικαίωμα ακρόασης κατόπιν αιτήσεως και  δεν συνιστά παρά έναν ελλιπή και αποσπασματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο και  ουδεμία σχέση έχει με  αυτόν στον οποίον υπόκειται η εκλεγμένη κυβέρνηση και ο Υπουργός Οικονομικών σύμφωνα με τις επιταγές  του Συντάγματος . 
Η ΑΑΔΕ , αν και υποκαθιστά ουσιαστικά την κυβέρνηση σε κρίσιμο τομέα, δεν υπόκειται σε οποιονδήποτε διοικητικό ή  ιεραρχικό έλεγχο αλλά ούτε καν σε  στοιχειώδη πολιτικό έλεγχο. 

Ως Ανεξάρτητη Αρχή δεν υπάγεται άλλωστε εκ φύσεως  σε διοικητικό και ιεραρχικό έλεγχο ούτε σε οποιονδήποτε ,στοιχειώδη έστω, πολιτικό έλεγχο και εποπτεία. 

Ο δε κοινοβουλευτικός έλεγχος που εξαντλείται  σε δικαίωμα ακροάσεως είναι αποσπασματικός και ελλιπής. Πάντα ταύτα δε παρά το ότι η ΑΑΔΕ έχει αρμοδιότητες που εμπίπτουν στην νομοθετική εξουσία και στον στενό πυρήνα κρατικής εξουσίας ασκούσα ουσιαστικά γενική κυβερνητική πολιτική και εκτελεστική εξουσία  χωρίς να  δεσμεύεται από  τις εγγυήσεις ευθύνης και λογοδοσίας που είναι προϋπόθεση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος για την Κυβέρνηση. 
Περαιτέρω, ο Διοικητής και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου  της ΑΑΔΕ, αν και ασκούν κρατική ουσιαστικά εξουσία, δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι ,δεν διορίζονται από την Κυβέρνηση, ούτε από την διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής όπως οι λοιπές Ανεξάρτητες Αρχές και δεν μπορούν να παυθούν  ή να ανακληθούν από αυτήν παρά μόνο μετά από πρόταση του Συμβουλίου Διοίκησης της Αρχής στον Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 16 του Ν 4389/16) ,ούτε υπόκεινται στον οποιονδήποτε  ιεραρχικό έλεγχο του Υπουργού Οικονομικών. Περαιτέρω ,όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν 4389/16 ,ο Διοικητής, τα μέλη του Συμβουλίου Διοίκησης και ο Εμπειρογνώμονας, παρ’όλον ότι έχουν ευρύτατες κανονιστικές εξουσίες και αρμοδιότητες,    δεν  δεσμεύονται από το Σύνταγμα και την πίστη προς την πατρίδα όπως απαιτεί το άρθρο 103 παρ. 1 Συντάγματος  αλλά από  όρους αόριστους και αμφιλεγόμενους όπως  η «συνειδηση» , ο «νόμος» η «ακεραιότητα» ,η  «αμεροληψία» ,η προσήλωση στις αρχές της Αρχής ,  η «στοχοθεσία» (άρθρα 18,20,22 Ν4389/16) ,υπέρτατη αρχή της Αρχής με στόχο την είσπραξη των δημοσίων εσόδων και την αποπληρωμή των δανειστών , που  συνοδεύεται από τα αντίστοιχα νομοθετημένα «bonus» κατά τα πρότυπα κερδοφορίας  των ιδιωτικών χρηματιστικών -κεφαλαιουχικών ιδιωτικών εταιρειών  και όχι με βάση την αρχή της χρηστής διοίκησης και των συνταγματικών επιταγών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.


 Στην ΑΑΔΕ ανήκουν κατ΄εξουσιοδότηση του Ν4389/16 όλες οι αρμοδιότητες του άρθρου 1 του Ν 4093/12 (Αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Εσόδων) και του  Ν4174/13 (φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις) . 

Στο άρθρο 27 Ν. 4174/2013 προβλέπονται οι τεχνικές ελέγχου των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων και εξουσιοδοτείται ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων να εξειδικεύσει το περιεχόμενό τους. 

Ήδη η ως άνω εξουσιοδότηση χορηγείται στον Διοικητή της ΑΑΔΕ ,δυνάμει δε αυτής καθόρισε και  εξέδωσε και την δευτέρα προσβαλλομένη με την οποία εξουσιοδότησε τους  εκεί αναφερόμενους ιδιωτικούς τραπεζικούς φορείς για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που αναφέρονται. 

Ο Διοικητής της ΑΑΔΕ αποκτά την αρμοδιότητα να διαμορφώσει έτσι κατά το δοκούν, με απόφασή του, τόσο τον προσδιορισμό και την είσπραξη των φόρων όσο και το περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου. 

Το άρθρο 27 του ν 4174/2013 δεν προσδιορίζει το περιεχόμενο των τεχνικών ελέγχου. Με τον  προσδιορισμό του κάθε μορφής τεχνικού ελέγχου καθορίζονται  οι μέθοδοι με τις οποίες η φορολογική διοίκηση θα προσδιορίσει τη φορολογητέα ύλη δηλαδή το οικονομικό μέγεθος επί του οποίου επιβάλλεται ο φόρος. 

Κατά συνέπεια ο προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης συναρτάται απολύτως με το περιεχόμενο των επιμέρους τεχνικών ελέγχου, που πλέον προσδιορίζονται πλήρως και απολύτως από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ. 

Ο  προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης και της φορολογικής βάσης συναρτάται απολύτως με το περιεχόμενο των επιμέρους τεχνικών ελέγχου, που πλέον προσδιορίζονται πλήρως  από τον Διοικητή της ΑΑΔΕ και την αυθαίρετη κρίση του. 

Ο προσδιορισμός της φορολογικής βάσης πραγματοποιείται με κανονιστική πράξη του Διοικητή της ΑΑΔΕ και όχι με τυπικό νόμο, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 78 του Συντάγματος, ή δια κανονιστικής πράξεως της κεντρικής διοίκησης δυνάμει ειδικής και ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης. 

Ως εκ τούτου ο προσδιορισμός της φορολογικής βάσης πραγματοποιείται με κανονιστική πράξη του Διοικητή της ΑΑΔΕ και όχι με τυπικό νόμο, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 78 του Συντάγματος, ή έστω δια κανονιστικής πράξεως της κεντρικής διοίκησης δυνάμει ειδικής και ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης.


ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ

 
Σύμφωνα με το άρθρο 9Α του Συντάγματος, «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή ,επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων  διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή που συγκροτείται και λειτουργεί ,όπως νόμος ορίζει».
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ιδιωτικής ζωής αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. 
Ο νόμος παρέχει ορισμένα δικαιώματα στα φυσικά πρόσωπα (τα υποκείμενα των δεδομένων) και θέτει συγκεκριμένες υποχρεώσεις σε όσους τηρούν και επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα (τους υπευθύνους επεξεργασίας).   
Η προστασία των προσωπικών δεδομένων εγκαθιδρύεται και προστατεύεται από την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (άρθρο 6) ,την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (άρθρο 8) και τον Χάρτη των θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης  (άρθρο 8) .
 Με τον Νομο 2472/97 και δη το άρθρο 7 αυτού , και τον Νόμο  3471/2006 η προστασία αυτή εξειδικεύεται και ορίζεται ,μεταξύ άλλων και όσον αφορά στην υπό κρίση περίπτωση (άρθρο 7 ν 2472/97)  ότι « Η συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται κατ’εξαίρεση  .. ε) στην άσκηση δημοσίου  φορολογικού ελέγχου ή δημοσίου ελέγχου κοινωνικών παροχών»

Με το άρθρο 2 παρ 4β της πρώτης προσβαλλομένης  με θέμα «Κανονισμός Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων,  ορίζεται ρητά ότι « το προσωπικό της Αρχής ανεξάρτητα από την σχέση εργασίας που έχει με την Αρχή καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του φορολογικού απορρήτου ,όπως εκάστοτε ισχύουν»  
 Το ίδιο αναγράφεται και στην δεύτερη προσβαλλομένη «  Οι Φορείς Είσπραξης αναλαμβάνουν την υποχρέωση τήρησης των διατάξεων τουν.2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων» όπως ισχύει» 
Όπως  αναγράφεται στην δευτέρα προσβαλλομένη, η υλοποίηση της είσπραξης  των εκεί αναφερομένων φόρων και εσόδων προϋποθέτει μια σειρά ανταλλαγών-αλληλεπίδρασης ,όπως εκεί λεπτομερώς περιγράφεται, μεταξύ των ηλεκτρονικών συστημάτων της ΑΑΔΕ ,όπου βρίσκονται τα αρχεία με τα προσωπικά δεδομένα των φορολογουμένων από τα αντίστοιχα της πρώην Γενικής Γραμματείας Εσόδων,    και των εξουσιοδοτηθέντων τραπεζικών και μη ιδρυμάτων που έχουν έτσι πλήρη πρόσβαση σε αυτά,  με μεγάλο και μη προκαθοριζόμενο αριθμό υπαλλήλων τους. 
 
  Για όσους λόγους  έχουμε ήδη  ανωτέρω αναπτύξει στον πρώτο ,δεύτερο και τρίτο λόγους ακύρωσης ,  η ΑΑΔΕ δεν είναι κατά το Σύνταγμα  νόμιμη δημόσια φορολογική αρχή καθόσον η ίδρυση και λειτουργία της προσκρούει στα προαναφερθέντα άρθρα του Συντάγματος, καταλαμβάνεται  όμως από το φορολογικό απόρρητο εφόσον  τηρεί  και επεξεργάζεται αρχείο ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. 

Με την δεύτερη προσβαλλομένη ,η ΑΑΔΕ έθεσε στην διάθεση όλων των προαναφερθέντων ημεδαπών και αλλοδαπών τραπεζικών ιδρυμάτων και των υπολοίπων φορέων που εκεί αναφέρει ,όπως π.χ τα ΕΛΤΑ,  όλα τα ευαίσθητα στοιχεία των φορολογουμένων από το αρχείο της χωρίς αυτοί να ερωτηθούν και να δώσουν την συναίνεσή τους καθόσον η είσπραξη των δημοσίων εσόδων γίνεται πλέον από τα τραπεζικά ιδρύματα χωρίς να προβλέπεται καν η συναίνεση του ενδιαφερομένου για την μεταφορά των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων του σε μεγάλο αριθμό   νομικών προσώπων τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα της «φορολογικής αρχής» καθώς και σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων αυτών στην διάθεση των οποίων είναι «με το πάτημα ενός κουμπιού» του υπολογιστή όλα τα προσωπικά δεδομένα του φορολογούμενου καθώς και ημών των αιτούντων. 
  Με την  δεύτερη προσβαλλομένη με αριθ. Α Δ.Π.Δ.Α. Α.Α.Δ.Ε. Γ1107473 ΕΞ 2017 (ΦΕΚ 2435/17-7-2017) Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με θέμα « Ανάθεση είσπραξης δημοσίων εσόδων σε Φορείς Είσπραξης»   που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’ Αριθ. Φύλλου 2435 στις 17-7-2017 , η Α.Α.Δ.Ε ανέθεσε την είσπραξη δημοσίων εσόδων σε τραπεζικά ιδρύματα  ,  και μεταβίβασε έτσι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των πολιτών ,μεταξύ των οποίων και τα δικά μας των αιτούντων , στα ανωτέρω τραπεζικά και άλλα ιδρύματα. Στα ευαίσθητα αυτά προσωπικά δεδομένα περιλαμβάνονται πληροφορίες όπως ο αριθμός φορολογικού μητρώου , η κατοικία, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας, η ακίνητη περιουσία, η οικογενειακή κατάσταση ,το εισόδημα,οι οφειλές προς την εφορία, η υπαγωγή ή μη στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα που προϋποθέτουν την απαλλαγή από την δαπάνη ανά συναλλαγή με την τράπεζα.
Κατά την ανάθεση αυτή της προσβαλλομένης δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες εγγυήσεις από  το Σύνταγμα , διότι δεν υπήρξε προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση εφόσον ο φορολογούμενος εξαναγκάστηκε στην πράξη να αποδεχτεί μια δεδομένη κατάσταση για την οποία δεν έδωσε νόμιμα την συναίνεσή του. 

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ


Στο άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 ορίζεται: 

«1. Αίτηση ακυρώσεως δικαιούται να ασκήσει ο ιδιώτης ή το νομικό πρόσωπο, τους οποίους αφορά η διοικητική πράξη ή των οποίων έννομα συμφέροντα, έστω και μη χρηματικά, προσβάλλονται από αυτήν». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως τόσο κατά ατομικής όσο και κατά κανονιστικής πράξεως απαιτείται προσωπικό, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον του αιτούντος και δεν αρκεί το γενικό ενδιαφέρον του κάθε πολίτη για την τήρηση των νόμων και τη σύννομη άσκηση της διοικητικής εξουσίας ούτε συμφέρον μελλοντικό ή απλώς ενδεχόμενο (ΣτΕ 4391/2011 7μ., 2446/1992 7μ.), ειδικότερα δε για την προσβολή κανονιστικής πράξεως, άμεσο και ενεστώς έννομο συμφέρον γεννάται, κατ’ αρχήν, από την έναρξη της ισχύος της, από την οποία επέρχεται μεταβολή στην έννομη τάξη (ΣτΕ 1253/2006 7μ.). Εξ άλλου, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά (ΣτΕ 880/2016 7μ., 1844/2013 7μ., 4391/2011 7μ., 4331/2011, 3153/2003, 2484/2000 7μ. κ.ά.), το έννομο συμφέρον για την άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως πρέπει να υφίσταται σωρευτικώς σε τρία χρονικά σημεία, ήτοι κατά τον χρόνο 

α) της τελειώσεως (εκδόσεως ή δημοσιεύσεως) της προσβαλλομένης διοικητικής πράξεως, 

β) της ασκήσεως του ενδίκου βοηθήματος και 

γ) και της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου. 

Η ύπαρξη δε του εννόμου συμφέροντος κρίνεται, όταν η διοικητική πράξη δεν απευθύνεται ευθέως προς τον αιτούντα δημιουργώντας γι’ αυτόν συγκεκριμένες έννομες συνέπειες (όπως συμβαίνει επί κανονιστικών πράξεων), από τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ των εννόμων αποτελεσμάτων των επερχομένων από την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη και του περιεχομένου μιας συγκεκριμένης νομικής κατάστασης ή ιδιότητας, στην οποία βρίσκεται ή την οποία ο αιτών έχει και επικαλείται (ΣτΕ 3317/2014 Ολομ., 2855-2856/1985 Ολομ., 2160-2161/2014 7μ., 2629/2011 7μ., 2303/2011 7μ., 2717/2007 7μ. κ.ά.).
Οι πέντε πρώτοι αιτούντες, είμαστε δικηγόροι, εγγεγραμμένοι στον  Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών  και στρεφόμαστε κατά των κανονιστικών πράξεων εφαρμογής του Ν. 4389/2016, κατά το μέρος που προσβάλλουν τις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις και γενικές αρχές και θίγουν τα επαγγελματικά δικαιώματα και τα προσωπικά μας συμφέροντα. 
Οι δε δύο επόμενοι είμαστε συνταξιούχοι δικηγόροι. Υπαγόμαστε όλοι, οι μεν πέντε πρώτοι ως εν ενεργεία επαγγελματίες νομικοί, οι δε επόμενοι δύο (οι  6η και 7η ) ως συνταξιούχοι,  στη δικαιοδοσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων  ως φορολογούμενοι. 

Οι πέντε πρώτοι αιτούντες ως εν ενεργεία δικηγόροι  επιβαρυνόμεθα με  φόρους, ΕΝΦΙΑ, τέλη επιτηδεύματος, και υποκείμεθα στη δικαιοδοσία της «ΑΑΔΕ »,  η οποία προσδιορίζει πλέον κυριαρχικά  είσπραξη των φόρων και τελών που μας αναλογούν, τον τρόπο ελέγχου και διαπίστωσης της φορολογητέας ύλης, την λήψη αναγκαστικών μέτρων, χωρίς όμως να υπόκειται, όπως προαναφέραμε, σε οποιονδήποτε πολιτικό, κρατικό, κοινωνικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο για τις αποφάσεις της αυτές. 

Πράγματι ,η εν λόγω Αρχή έχει ήδη λάβει  σωρηδόν και με καταχρηστικό τρόπο αναγκαστικά μέτρα είσπραξης μη συνταγματικά προσδιορισμένων εσόδων, όπως πλασματικών φόρων εισοδήματος που προέκυψαν από την κατάργηση του αφορολογήτου  ορίου και μόνον και παρά την ύπαρξη εκκρεμών δικών, εις βάρος της τρίτης και τέταρτου από εμάς, τα οποία συνίστανται σε κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και ακινήτων. 

Ταυτόχρονα, όλοι έχουμε υποστεί την  αναγκαστική διαρροή των προσωπικών μας δεδομένων που έχουν περιέλθει σε μεγάλο αριθμό τραπεζικών και λοιπών ιδρυμάτων που αναφέρονται στη δεύτερη προσβαλλομένη. 
Επειδή, εξάλλου, η σύσταση της Α.Α.Δ.Ε  δεν συνιστά  κάποια ενδεχομένως  ήσσονος σημασίας συνταγματική παραβίαση, αλλά συνιστά παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος, όπως αυτού που αφορά στη λαϊκή κυριαρχία και εν γένει στο πολίτευμά μας, καθόσον το κράτος έχει απεκδυθεί από το σύνολο της εκτελεστικής του αρμοδιότητας σε έναν  εξόχως κρίσιμο τομέα όπως αυτός της φορολογικής νομοθεσίας και διοίκησης και της είσπραξης των δημοσίων εσόδων, αλλά και έχει παραβιασθεί κατάφωρα η βούληση του ελληνικού λαού, όπως εκφράσθηκε κυριαρχικά στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 (ενάντια μεταξύ άλλων στην ίδρυση αυτής της αρχής), έχουμε το δικαίωμα, αλλά και την  υποχρέωση, βάσει του άρθρου 120 του Συντάγματος, να ζητήσουμε την ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων, αλλά και την κήρυξη των επίμαχων διατάξεων του Ν. 4389/2016 και του Ν. 4336/2015, ως αντισυνταγματικών. 

Επειδή οι προσβαλλόμενες κανονιστικές πράξεις ,που συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις ,παραδεκτώς και εμπροθέσμως προσβάλλονται  ενώπιον του Δικαστηρίου Σας.
 Επειδή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 5 του ΠΔ 18/89 ,σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 1 του Ν 3900/2010 παρέχεται η δυνατότητα εισαγωγής της παρούσας αιτήσεως ακυρώσεως στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου Σας ή άλλως στην επταμελή σύνθεση του Δικαστηρίου ,όταν η ακυρωτική διαφορά παρουσιάζει στοιχεία μείζονος σπουδαιότητας  ή όταν με το ασκηθέν ένδικο μέσο τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων . 
Επειδή, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη λεχθεί, φρονούμε ότι η παρούσα αίτηση ακυρώσεως πρέπει να εισαχθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου  με πράξη του αξιοτίμου κ. Προέδρου, λόγω πρόδηλης βαρύτητας του τιθεμένου νομικού ζητήματος.
Επειδή προσάγεται το απαιτούμενο παράβολο.
Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 63 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, δεν υποχρεούμεθα στην καταβολή γραμματίου προκαταβολής εισφορών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

 

Και με την ρητή επιφύλαξη όσων τυχόν προσθέσουμε νόμιμα
 

ΖΗΤΟΥΜΕ


1) Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ακυρώσεως 
2) Να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι οι Α) η με αριθ. Δ.ΟΡΓ.Α 1063470 ΕΞ 2017  Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε) με θέμα «Κανονισμός Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε)» που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β 1579 / 9-5-2017 και διορθώθηκε ως προς τον αριθμό αυτής, σε αριθμό Απόφασης Δ.ΟΡΓ.Γ.Α 1063420 ΕΞ 2017 και  δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β  1710/18-5-2017 και  

Β) η με αριθ. Αριθμ. Δ.Π.Δ.Α. Α.Α.Δ.Ε. Γ 1107473 ΕΞ 2017 Απόφαση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων με θέμα « Ανάθεση είσπραξης δημοσίων εσόδων σε Φορείς Είσπραξης»  που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β’  2435 / 17-7-2017.
3) Να κηρυχθούν, ως αντισυνταγματικές, οι αναφερθείσες στην παρούσα μας διατάξεις του Ν. 4389/2016 και του Ν. 4336/2015, που αφορούν στην ίδρυση και λειτουργία της καθ’ού (ΑΑΔΕ).
4) Να καταδικαστεί το Ελληνικό Δημόσιο στην εν γένει δικαστική μας δαπάνη

Αντίκλητο ορίζουμε τον υπογράφοντα την παρούσα πληρεξούσιο δικηγόρο,    Ελένη Κων. Καστρινάκη , Δικηγόρο 
,κάτοικο Αυμαρουσίου Αττικής οδέ Βεργίνας 4-6 ,ΑΜ 11067ΔΣΑ ,τηλ. 210 8053676, 6977195846   email  elenkastr@yahoo.gr
                          
Αθήνα, 22 Σεπτεμβρίου 2017





Κάνοντας ένα flash back θα δούμε πως ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΟΡΙΑΚΟΙ έχουν κινηθεί ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΑΔΕ, καταθέτοντας προσφυγή, η οποία συνεκδικάστηκε με την προσφυγή των επτά δικηγόρων.

Καλλιόπη Σουφλή

Πυρ ομαδόν εφοριακών κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων


Πυρ ομαδόν εφοριακών κατά της Ανεξάρτητης Αρχής Δημόσιων Εσόδων
Ομαδικά πυρά από τους εφοριακούς και τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις δέχεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) που προβλέφθηκε με το νόμο 4389/2016 και λειτουργεί από 1η Ιανουαρίου 2017, καθώς όπως καταγγέλλουν καταργεί βασικές αρμοδιότητες του στενού πυρήνα του Κράτους και καθίσταται απόλυτος και πλήρως ανέλεγκτος κριτής των φορολογικών ελέγχων.

Εξι εφοριακοί και τρεις συνδικαλιστικές οργανώσεις προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας να κριθεί αντισυνταγματικός και παράνομος ο νόμος  4389/2017 με τον οποίο η ΑΑΔΕ ανέλαβε τον νευραλγικό τομέα της είσπραξης των εσόδων του κράτους και της οργάνωσης των φορολογικών και τελωνειακών ελέγχων με δυνατότητα παρέμβασης στο νομοθετικό φορολογικό έργο. 
Όπως υποστηρίζουν μάλιστα νομικοί, ανατίθενται σε αυτήν αρμοδιότητες του στενού πυρήνα του κράτους και είναι πολιτικά "ανεύθυνη", αφού δεν υπόκειται σε πολιτικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο, παρότι  υποκαθιστά την κυβέρνηση, ενώ θεωρούν πως ουσιαστικά καταργεί τους οικονομικούς εισαγγελείς. 

Αντισυνταγματικός

Οι προσφεύγοντες επισημαίνουν ότι οι αρμοδιότητες της Αρχής  -σε αντίθεση  με τις  Συνταγματικές επιταγές- την καθιστούν φορέα στην ουσία νομοθετικής εξουσίας, που υποκαθιστά εν τέλει την Κυβέρνηση, ενώ δεν μπορεί να ελεγχθεί από τα αρμόδια υπουργεία, δεν λογοδοτεί και δεν έχει ευθύνες, παρά τις περί αντιθέτου προβλέψεις του κοινοβουλευτικού συστήματος και της εκτελεστικής εξουσίας.

Ακόμη, υπογραμμίζουν ότι είναι αντισυνταγματική και παράνομη η  ανάθεση στην Αρχή αρμοδιοτήτων που είναι φορολογικού, δημοσιονομικού και γενικά αυστηρά καταναγκαστικού και αστυνομικού χαρακτήρα και υπάγονται στις αρμοδιότητες του στενού κρατικού πυρήνα. Μάλιστα, επισημαίνουν στο σημείο αυτό την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ που  έκρινε αντισυνταγματική την μεταφορά αστυνομικών αρμοδιοτήτων στους Δήμους, όπως και άλλες ανάλογες περιπτώσεις. 
Παράλληλα ουσιαστικά μεταφέρονται υπο την έλεγχό της όλες οι φορολογικές υπηρεσίες της χώρας, γεγονός που συνιστά για τους υπαλλήλους δυσμενή υπηρεσιακή μεταβολή.

Στο ΣτΕ προσέφυγαν η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, η Ομοσπονδία Τελωνειακών Υπαλλήλων Ελλάδος, η Ομοσπονδία Συλλόγων Υπουργείου Οικονομικών και έξι πρώην υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών και νυν υπάλληλοι της ΑΑΔΕ.


 πηγή

Διαβάστε εδώ, ολη την προσφυγή των Εφοριακών 





Εν αναμονή, λοιπόν της απόφασης που θα εκδόσει το ΣτΕ.

Τα κατατεθέντα στοιχεία, δεν επιδέχονται διαφορετικής ερμηνείας σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις προσφυγές, γιατί η οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, παραπέμπει σε πλήρη και ολοσχερή κατάλυση του Συντάγματος.

ΘΑ ΤΟ ΚΑΤΑΛΥΣΟΥΝ ΟΙ ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΜΕΝΟΙ ... ΥΠΕΡΑΠΙΣΤΕΣ ΤΟΥ;;; 
ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ;;;

Στην περίπτωση αυτή, ας αναλάβουν και το κόστος των αποφάσεών τους... 


Καλλιόπη Σουφλή


https://attikanea.blogspot.gr/2018/03/blog-post_848.html