Καμπανάκι από ΔΝΤ για νέο Μνημόνιο

Το ΔΝΤ ζητεί να προετοιμαστεί προληπτικό σχέδιο αντιμετώπισης των δημοσιονομικών απειλών

fimotro.gr
Πολλαπλούς κινδύνους εκτροχιασμού της ελληνικής οικονομίας βλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην πρώτη μεταμνημονιακή έκθεσή του για τη χώρα μας, η οποία περιλαμβάνει ακόμα και «σενάριο καταστροφής», που θα οδηγούσε ακόμη και σε νέο Μνημόνιο.
Το ΔΝΤ ζητεί να προετοιμαστεί προληπτικό σχέδιο αντιμετώπισης των δημοσιονομικών απειλών, ενώ επικρίνει την αύξηση του κατώτατου μισθού και χαρακτηρίζει ευάλωτη την κατάσταση των τραπεζών, ζητώντας να υπάρξει κεφαλαιακή ενίσχυσή τους και να δοθεί προτεραιότητα σε μέτρα μείωσης των «κόκκινων» δανείων χωρίς κρατική βοήθεια.
Το βασικό σενάριο της έκθεσης προβλέπει επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% του ΑΕΠ έως και το 2022 και στη συνέχεια πρωτογενές πλεόνασμα 3% το 2023 και 2,8% το 2024, ενώ σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει την πρόθεση να αποπληρώσει πρόωρα μέρος του χρέους της προς το Ταμείο. Εντούτοις, οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ έχουν αφιερώσει ειδική ενότητα σε ένα «καθοδικό σενάριο» (downside scenario), στο οποίο η Ελλάδα θα δυσκολευτεί να καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της από το 2021 και θα χρειαστεί δραστικά δημοσιονομικά μέτρα, αναδιάρθρωση χρέους ή νέα χρηματοδοτική στήριξη, δηλαδή νέο Μνημόνιο!
Η έκθεση υπολογίζει το πιθανό δημοσιονομικό κόστος των δικαστικών αποφάσεων σε 9,4 δισ. ευρώ (4,9% του ΑΕΠ) για την καταβολή αναδρομικών, ενώ η πρόσθετη ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση που θα προκύψει εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 1,5 δισ. ευρώ (0,8% του ΑΕΠ).
Οι τεχνοκράτες του ΔΝΤ αναγνωρίζουν ότι «η οικονομική ανάκαμψη στην Ελλάδα επιταχύνεται και διευρύνεται», ότι «η ικανότητα αποπληρωμής του χρέους είναι επαρκής» και ότι «οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου παραμένουν διαχειρίσιμες στο βασικό σενάριο», αλλά προσθέτουν ότι «εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες και αυξανόμενα καθοδικά ρίσκα» και ότι «εάν ορισμένοι δημοσιονομικοί κίνδυνοι επιβεβαιωθούν, η ικανότητα αποπληρωμής θα μπορούσε να αντιμετωπίσει προκλήσεις σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα». Στο πλαίσιο αυτό, εντοπίζουν πέντε βασικούς κινδύνους:
1. Πισωγυρίσματα έναντι προηγούμενων μεταρρυθμίσεων (υψηλός κίνδυνος, με πιθανότητες από 30% έως 50%): Η μεταρρυθμιστική κόπωση μπορεί να επιβραδύνει την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ή να οδηγήσει σε πισωγυρίσματα, ιδίως λόγω πολιτικών πιέσεων ενόψει των επικείμενων εκλογών. Οι δικαστικές αποφάσεις για ακύρωση μνημονιακών μέτρων μπορεί να λάβουν χαρακτήρα χιονοστιβάδας.
2. Έντονη επιδείνωση της εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες (μεσαίου μεγέθους κίνδυνος με πιθανότητες 10%-30%): Καθυστερήσεις στην εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών μπορεί να επιδεινώσουν δραστικά το επενδυτικό και καταθετικό κλίμα.
3. Μικρότερη ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης (μεσαίος κίνδυνος με πιθανότητες 10%-30%): Μεγαλύτερες των προβλεπομένων αρνητικές επιδράσεις των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων στην ανάπτυξη και καθυστερήσεις στις επενδύσεις λόγω πολιτικής αβεβαιότητας υπάρχει κίνδυνος να περιορίσουν την ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης.
4. Ραγδαία επιδείνωση των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών (υψηλός κίνδυνος με πιθανότητες από 30% έως 50%).
5. Αύξηση του διεθνούς προστατευτισμού με ενίσχυση των εμπορικών πολέμων (υψηλός κίνδυνος με πιθανότητες 30%-50%).
Οι βασικές συστάσεις
Το ΔΝΤ εξακολουθεί να προβλέπει για την Ελλάδα ισχνή μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη που οριακά θα ξεπερνά το 1% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα και συνιστά και πάλι να εφαρμοστεί η προνομοθετημένη μείωση του αφορολόγητου ορίου το 2020, προκειμένου να δημιουργηθεί χώρος για μειώσεις φορολογικών συντελεστών στο εισόδημα των φυσικών προσώπων και τα κέρδη των επιχειρήσεων.
Επιπλέον, το Ταμείο συνιστά για άλλη μια φορά μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, μεταρρυθμίσεις για περαιτέρω άνοιγμα των αγορών προϊόντων και ενίσχυση του επιχειρηματικού και επενδυτικού κλίματος. Εξάλλου, όπως αναμενόταν, τάσσεται κατά μιας νέας ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο με πολλές δόσεις.