Η παγκόσμια κρίση του κεφαλαίου. Του οικονομολόγου Βασίλη Βιλιάρδου


Έχουν δημιουργηθεί ήδη οι κατάλληλες συνθήκες για κοινωνικές αναταραχές και λαϊκές εξεγέρσεις, για χρηματιστηριακά κραχ, για διακρατικές συγκρούσεις, ακόμη και για συμβατικούς πολέμους ως επακόλουθο των σημερινών οικονομικών και νομισματικών – επειδή οι επενδυτές έχασαν με ευθύνη των κεντρικών τραπεζών τόσο την όρεξη τους για βιώσιμη, σταθερή ανάπτυξη, όσο και τις γνώσεις που απαιτούνται για τη διενέργεια μακροπρόθεσμων, παραγωγικών επενδύσεων.
«Το 2008 τα κράτη διέσωσαν τις εμπορικές τράπεζες και υπερχρεώθηκαν – ενώ αμέσως μετά οι κεντρικές τράπεζες διέσωσαν τα κράτη και τους επενδυτές (=Κεφάλαιο). Ποιός θα διασώσει τώρα τις κεντρικές τράπεζες που έχουν εκτοξεύσει τους Ισολογισμούς τους στα ύψη; Ο πληθωρισμός μήπως; Εάν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο, ποιός θα διασώσει το Κεφάλαιο από τον πληθωρισμό και τις πλούσιες δανειοδότριες χώρες; Η Εργασία ίσως και οι ληστρικές επιδρομές στα αδύναμα κράτη, με την μετατροπή τους σε εξαθλιωμένες αποικίες;
Εάν ναι, η Ελλάδα έχει προηγηθεί των μελλοντικών γεγονότων – σημειώνοντας πως ενώ η διάσωση των εκτεθειμένων στα αμερικανικά ενυπόθηκα δάνεια των Η.Π.Α. πολύ μεγαλύτερων τραπεζών της Γερμανίας κόστισε στο κράτος μόλις 68 δις € και παρέμειναν γερμανικές (πηγή), των ελληνικών που δεν ήταν πουθενά εκτεθειμένες κόστισε πάνω από 60 δις €, ενώ ανήκουν πλέον κατά 100% σε ξένους, έχοντας πλήρως αφελληνιστεί. Εάν αυτό δεν είναι προδοσία, αφού δεν αποδεχόμαστε την ανοησία των κυβερνήσεων ως αιτιολογία, τότε τι είναι;»
 .

Ανάλυση

Ενώ εμείς στην Ελλάδα ασχολούμαστε με τις δημοτικές ουσιαστικά εκλογές, αφού το θέμα τους είναι το ποιός θα εκλεγεί «δήμαρχος» της εξαθλιωμένης γερμανικής αποικίας χρέους, (όταν θα έπρεπε να αναζητούμε όλοι μαζί, κόμματα και Πολίτες, τρόπους ανάκτησης της χαμένης εθνικής μας κυριαρχίας, διαπιστώνοντας πως έχει ήδη δρομολογηθεί η αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της χώρας μας), στον υπόλοιπο ελεύθερο πλανήτη το βασικό θέμα των συζητήσεων είναι η κρίση της Εργασίας – αφού αποτελεί αναμφισβήτητη πραγματικότητα της οικονομίας του 21ου αιώνα το ότι, το Κεφάλαιο έχει κερδίσει τη μάχη, κρίνοντας από το γεγονός της κατακόρυφης ανόδου της αξίας του όταν την ίδια χρονική περίοδο η Εργασία έχει μείνει στάσιμη.
Σε κάθε περίπτωση, οι αντιδράσεις στην Ελλάδα που αφορούν την κατάργηση της δημοκρατίας, τη διακυβέρνηση της με τα μνημόνια στη θέση του Συντάγματος, την υφαρπαγή των τραπεζών από τους ξένους οπότε των 300-400 δις € της ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας που έχουν ως εγγύηση των δανείων τους, τους υπαρκτούς κινδύνους του διαμελισμού, της αλλοίωσης του πληθυσμού και της ληστείας της, δεν πρόκειται ποτέ να μετουσιωθούν σε λύσεις, εάν δεν ανακτηθεί η εθνική μας κυριαρχία – κάτι που κατά τη γνώμη μας είναι αδύνατον, εάν δεν συνεργασθούμε όλοι μαζί.
Στο θέμα τώρα της Εργασίας, το βασικό εύρημα της έρευνας του Γάλλου οικονομολόγου T. Piketty είναι πως το Κεφάλαιο αναπτύχθηκε ταχύτερα από το ΑΕΠ, σε ολόκληρο τον πλανήτη – ενώ οι πραγματικοί μισθοί, τα εισοδήματα δηλαδή από την Εργασία μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού, παρέμειναν στάσιμα για πολλές δεκαετίες, με εξαίρεση μόλις το 5% των μισθωτών. Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται από τις Η.Π.Α. στο γράφημα, όπου σε όρους σταθερών δολαρίων του 2018 ο μέσος ωριαίος μισθός αυξήθηκε από τα 20,27 $ το 1964 μόλις στα 22,65 $ το 2018 – ένα από τα αποτελέσματα της πολιτικής του ακραίου νεοφιλελευθερισμού που εφαρμόσθηκε μετά το 1980 στην Αμερική και που αδυνατούν δυστυχώς να κατανοήσουν οι φιλελεύθεροι στη χώρα μας, ευρισκόμενοι 40 χρόνια πίσω από τις σημερινές εξελίξεις.
Με απλά λόγια, ενώ φαινομενικά ο μέσος μισθός ανά ώρα ήταν 2,50 $ το 1965 έχοντας αυξηθεί στα 22,65 $ σήμερα, η αγοραστική του αξία παρέμεινε σχεδόν η ίδια – ενώ η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων, του Κεφαλαίου δηλαδή, εκτοξεύθηκε από τα 40 τρις $ το 2000 στα 100 τρις $ το 2017, άρα κατά 60 τρις $, όταν την ίδια χρονική περίοδο το ΑΕΠ αυξήθηκε μόλις κατά 9,3 τρις $ (γράφημα). Όσον αφορά δε το δημόσιο χρέος, πάντοτε των Η.Π.Α., το οποίο συνήθως πληρώνεται από τους μισθωτούς, εκτοξεύθηκε σήμερα στα 22 τρις $ από 5 τρις $ το 2000 ή από 8 τρις $ το 2007 – λίγο πριν ξεσπάσει η χρηματοπιστωτική κρίση (πηγή).
Συμπεραίνεται λοιπόν πως το Κεφάλαιο έχει αυξηθεί με πολύ υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με το ΑΕΠ, οπότε με την πραγματική οικονομία – ενώ ο πραγματικός πληθωρισμός, συμπεριλαμβανομένων των μισθών, ήταν ανάλογος με την άνοδο του ΑΕΠ. Στο επόμενο γράφημα φαίνεται (α) η μεγάλη απόκλιση μεταξύ των τιμών των παγίων περιουσιακών στοιχείων αριστερά (=πληθωρισμός παγίων) ανά κατηγορία σε σχέση με το 2009, με κορυφαία αυτή του δείκτη των 500 μεγαλυτέρων αμερικανικών εισηγμένων εταιριών (S&P 500) και (β) των τιμών της πραγματικής οικονομίας (=κανονικός πληθωρισμός) στα δεξιά – με κριτήριο την ονομαστική άνοδο του ΑΕΠ στις Η.Π.Α. και στην ΕΕ, καθώς επίσης την άνοδο των μισθών.
Όταν επομένως οι μετοχές των αμερικανικών εταιρειών αυξήθηκαν σχεδόν κατά 270% (μέσος όρος) από το 2009, των ευρωπαϊκών κατά περίπου 230%, παγκοσμίως κατά 200% (MSCI World) κοκ., ενώ με κόκκινο δεξιά το αμερικανικό ΑΕΠ κατά περίπου 40%, το ευρωπαϊκό λιγότερο και οι μισθοί (γαλάζιο) ακόμη λιγότερο, τότε αφενός μεν μιλάμε για μία τεράστια πληθωριστική φούσκα στα χρηματιστήρια, αφετέρου για τη μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου στην παγκόσμια ιστορία από τα κάτω προς τα επάνω – μέσω των πακέτων των κεντρικών τραπεζών (QE) και των μηδενικών επιτοκίων.
Εν προκειμένω η συνολική μόχλευση του συστήματος, το πλημμύρισμα του δηλαδή με τα νέα χρήματα που τύπωσαν οι κεντρικές τράπεζες στα πλαίσια των QE ή λόγω των προηγουμένων κραχ από το 1987 και μετά, φαίνεται καθαρά στο γράφημα (κόκκινη καμπύλη) – από το οποίο διαπιστώνεται πως ενώ οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν σταθεροί, οπότε ο πληθωρισμός στην πραγματική οικονομία, οι τιμές των μετοχών (δείκτης S&P 500, γαλάζια καμπύλη) ακολούθησαν πιστά τη μόχλευση του συστήματος, την αύξηση της ρευστότητας δηλαδή, με αποτέλεσμα να έχουν εκτοξευθεί στα ύψη.
Οι κίνδυνοι του Κεφαλαίου
Περαιτέρω «φούσκα», υπερβολικά υψηλές τιμές δηλαδή, σημαίνει «κίνδυνος» – ο οποίος δεν αφορά βέβαια άμεσα τους μισθούς που δεν έχουν αυξηθεί ή τα περιουσιακά στοιχεία χωρών που έχουν βυθιστεί στην ύφεση όπως η Ελλάδα, αλλά το Κεφάλαιο και κατ’ αναλογία τις πλούσιες, πλεονασματικές χώρες, όπως η Γερμανία (η Ελλάδα δεν είναι φτωχή, όπως ίσως συμπεράνει κανείς, αλλά υποτιμημένη – ενώ η Γερμανία δεν είναι πλούσια, αλλά υπερτιμημένη). ‘Έμμεσα βέβαια αφορά τους πάντες – αφού εάν καταρρεύσει το Κεφάλαιο, δεν θα μείνει τίποτα όρθιο.
Επειδή τώρα το Κεφάλαιο είναι έξυπνο, οπότε προβλέπει έγκαιρα τους κινδύνους, προσπαθεί να τους αποφύγει – γνωρίζοντας πως αργά ή γρήγορα απειλείται να υποστεί μεγάλες ζημίες. Στο παράδειγμα των κρατών, η Γερμανία ως ο μεγαλύτερος δανειστής της ΕΕ μέσω απ’ ευθείας δανείων, του Target 2 κλπ. γνωρίζει πως κινδυνεύει να χάσει τα χρήματα της – οπότε υφαρπάζει σταδιακά τα πραγματικά περιουσιακά στοιχεία των κρατών που της οφείλουν, όπως η Ελλάδα. Οι κίνδυνοι τώρα για το Κεφάλαιο είναι οι εξής:
(α) Η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, από τα συνταξιοδοτικά ταμεία έως τις ασφαλιστικές εταιρείες και τους παθητικούς επενδυτές σε αμοιβαία κεφάλαια – οι οποίοι εξαρτώνται από τα υπερβολικά σημερινά κεφαλαιακά κέρδη, καθώς επίσης από τις προβλέψεις των κυβερνήσεων όσον αφορά τα μελλοντικά τους φορολογικά έσοδα (τα οποία όμως, σε περιόδους ύφεσης καταρρέουν απρόβλεπτα).
Στα πλαίσια αυτά, οποιαδήποτε παρατεταμένη περίοδος χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης, όπως η επόμενη που προβλέπεται, πόσο μάλλον ύφεσης, θα προκαλέσει μεγάλες ζημίες – ενώ θα αποσταθεροποιήσει επί πλέον κάθε οικονομική δομή που βασίζεται ως συνήθως σε μία προβολή των σημερινών αποδόσεων στο μέλλον.
(β) Οι κίνδυνοι των κεντρικών τραπεζών από τα περιουσιακά στοιχεία μεγάλου ρίσκου που έχουν αγοράσει και τα οποία είναι επικίνδυνο να κρατήσουν – όπως είναι οι μετοχές, τα ομόλογα υψηλής απόδοσης, τα ακίνητα και τα μοχλευμένα παράγωγα, μεταξύ των οποίων τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (συνολικά άνω των 600 τρις $ ή σχεδόν το δεκαπλάσιο του παγκοσμίου ΑΕΠ). Υπενθυμίζουμε εδώ πως την τελευταία δεκαετία οι κεντρικές τράπεζες οδήγησαν το Κεφάλαιο σε αυτά ακριβώς τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου – μειώνοντας τις αποδόσεις των ασφαλών καταφυγίων σχεδόν στο μηδέν, όπως αυτές των ομολόγων υγιών κρατών (ανάλυση).
Για να αντιμετωπίσουν τα ρίσκα που εμπεριέχονται σε αυτές τις κατηγορίες των παγίων περιουσιακών στοιχείων οι κεντρικές τράπεζες, καθιέρωσαν ένα κατώτατο όριο πτώσης των τιμών τους – το ονομαζόμενο «Fed put». Με απλά λόγια, εάν στα συγκεκριμένα πάγια (μετοχές, ακίνητα κλπ.) κινδυνεύσουν να καταρρεύσουν οι τιμές τους, οι κεντρικές τράπεζες υποσχέθηκαν σιωπηρά να μειώσουν τα βασικά επιτόκια και να ανοίξουν τους κρουνούς της ρευστότητας – με την έννοια πως θα αρχίσουν ξανά να τα αγοράζουν τυπώνοντας χρήματα για να τα στηρίξουν, έτσι ώστε να σταματήσει η πτώση τους και να ανακτήσουν τις τιμές τους.
Πρόσφατα όμως, όταν οι κεντρικές τράπεζες μείωσαν τα πακέτα ποσοτικής χαλάρωσης ή σταμάτησαν να τυπώνουν χρήματα και άρχισαν να αυξάνουν τα επιτόκια, όπως η Fed, το Κεφάλαιο φοβήθηκε μήπως παγιδευτεί σε μη ρευστοποιήσιμα πάγια στοιχεία, όπως συνέβη το 2008 όταν κατέρρευσε η Lehman Brothers – οπότε, για να σταματήσει η απότομη πτώση των χρηματιστηρίων που προκλήθηκε από τις μαζικές πωλήσεις μετοχών, αφενός μεν η κυβέρνηση των Η.Π.Α. άδειασε το μαύρο ταμείο που διατηρούσε για ώρα ανάγκης επενδύοντας τα χρήματα του στις αγορές (Δεκέμβριος του 2018), αφετέρου η Fed δήλωσε πως δεν θα προβεί στις προγραμματισμένες αυξήσεις των επιτοκίων. Εν τούτοις το Κεφάλαιο συνεχίζει να ανησυχεί – μειώνοντας σταδιακά το ρίσκο του, μεταξύ άλλων με την τοποθέτηση του σε ασφαλή ομόλογα παρά τις μηδενικές τους αποδόσεις.
(γ) Ο τρίτος μεγάλος κίνδυνος είναι οι κακές επενδύσεις, καθώς επίσης οι πολύ χαμηλές αποδόσεις των μακροπρόθεσμων επενδύσεων – με την έννοια πως οι κεντρικές τράπεζες, με την πολιτική τους, διαστρέβλωσαν τα κίνητρα των επενδυτών. Για παράδειγμα, τα φθηνά χρήματα, με τα οποία πλημμύρισαν τις αγορές, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά κενών εμπορικών ακινήτων και διαμερισμάτων, αυξάνοντας τις τιμές τους χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχες αποδόσεις (ενοίκια κλπ.), για την αγορά μετοχών επί πιστώσει κοκ. – οδηγήθηκαν δηλαδή σε μη παραγωγικές επενδύσεις, με μηδενικά μη κερδοσκοπικά κέρδη και όχι στην πραγματική οικονομία για την αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία είναι η μοναδική πηγή πλούτου και ευημερίας.
Απλούστερα, αντί οι κεντρικές τράπεζες να ωθήσουν τους επενδυτές σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία με μέτρια κέρδη, σε νέες βιομηχανικές διαδικασίες, σε βελτιώσεις της αποτελεσματικότητας, σε καινούργιες παραγωγικές μονάδες κλπ. που ωφελούν γενικότερα τις κοινωνίες και τους Πολίτες, τους «εκπαίδευσαν», τους έδωσαν κίνητρα δηλαδή, να τοποθετούνται σε κερδοσκοπικές αγορές για την επίτευξη γρήγορων και μεγάλων κερδών – με αποτέλεσμα να έχει διαστρεβλωθεί εντελώς η παγκόσμια Οικονομία.
Με τον τρόπο αυτό το Κεφάλαιο έχασε τόσο την όρεξη του για βιώσιμη, σταθερή ανάπτυξη, όσο και τις γνώσεις που απαιτούνται για τη διενέργεια μακροπρόθεσμων, παραγωγικών επενδύσεων – οπότε έχει γίνει πολύ ευάλωτο, αφού δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τις σημερινές, υπερβολικά υψηλές αποδόσεις, τις οποίες έχουν συνηθίσει οι κάτοχοι του, οι επενδυτές.
Επίλογος

Ολοκληρώνοντας οι τρεις παραπάνω μεγάλοι κίνδυνοι για το Κεφάλαιο, καθώς επίσης η διεστραμμένη εκπαίδευση του, το έχουν καταστήσει πλέον εξαιρετικά ληστρικό – με την έννοια ότι, μη έχοντας πια άλλη πηγή εσόδων, προσπαθεί να εκμεταλλευθεί ακόμη περισσότερο την Εργασία.
Έτσι έχει μετατρέψει τις αγορές εργασίας σε μία πραγματική ζούγκλα, μεταξύ άλλων μέσω των μεταναστευτικών ροών που στηρίζει, παρά το ότι με τον τρόπο αυτό πριονίζει μόνο του το κλαδί, επάνω στο οποίο κάθετα – ενώ την ίδια στιγμή τα πλούσια κράτη, μη έχοντας μεριμνήσει για το μέλλον τους επενδύοντας ορθολογικά στην εγχώρια αγορά τους (κάτι που έχουν καταστήσει αδύνατον, με την πολιτική των φθηνών μισθών που οδηγούν στη μείωση της ζήτησης, της κατανάλωσης και των επενδύσεων), προσπαθούν να λεηλατήσουν τα φτωχότερα, μεταξύ άλλων με την πολιτική της φτωχοποίησης του γείτονα, του μισθολογικού dumping, της αφαίμαξης του εκπαιδευμένου εργατικού τους δυναμικού κλπ.
Επομένως, έχουν δημιουργηθεί οι κατάλληλες συνθήκες για κοινωνικές αναταραχές και εξεγέρσεις, για χρηματιστηριακά κραχ, για διακρατικές συγκρούσεις, ακόμη και για συμβατικούς πολέμους ως επακόλουθο των σημερινών οικονομικών και νομισματικών – κάτι που φυσικά γνωρίζει το Κεφάλαιο, το οποίο έχει πάρει ήδη θέσεις μάχης. Δυστυχώς όμως δεν το έχουν συνειδητοποιήσει ακόμη όλοι οι υπόλοιποι, οπότε πολύ πιθανόν θα είναι αυτοί που θα πληρώσουν ξανά το λογαριασμό – ο οποίος θα είναι πολύ πιο ακριβός, σε σχέση με το 2008.
Βιβλιογραφία: Goldman, Charles Smith,  Pew Research, Lance Roberts and Real Investment Advice