Τι κάνεις;


Τι κάνεις; – Καλά
Ως παυσίπονο: δεν είμαι καλά, αλλά αν λέω ότι είμαι, θα το πιστέψω και θα γίνω.
Ως παρηγοριά: υπάρχουν άλλοι που είναι χειρότερα, άρα εγώ είμαι καλύτερα.
Ως κατά συνθήκη ψεύδος: εγώ καλά, εσύ καλά, όλοι καλά, πάντα καλά, αχ τι καλά!
Ως άλλοθι: αν είμαι καλά, δε χρειάζεται να αλλάξω τίποτα.


Καλά; Τι είναι αυτό; Ποιος το ορίζει; Τι σημαίνει; Γιατί έχουμε ανάγκη να το δηλώσουμε; Γιατί μας ρωτάνε καν πως είμαστε αφού κανείς δε θέλει να ακούσει; Γιατί ρωτάμε τους άλλους αφού δε μας νοιάζει; Αν η αλήθεια είναι ότι είμαστε χάλια ή μια χαρά, γιατί δεν το λέμε;
– Τι κάνεις;
– Είμαι χάλια. Έχασα τον τάδε/Αρρώστησα/Απολύθηκα κλπ
– Αχ, λυπάμαι. Λοιπόν τα λέμε. Κουράγιο (ή «είσαι δυνατός, θα τα καταφέρεις/θα το ξεπεράσεις).
Παραδόξως οι άνθρωποι αιφνιδιάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ένα από τα πιο σίγουρα στη ζωή, οι απώλειες, προκαλούν αμηχανία. Κάνουν τους άλλους να θέλουν να απομακρυνθούν από αυτές όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Και αν δε μπορώ να το ξεπεράσω; Τι σημαίνει αυτό; Ότι είμαι αδύναμος; Αυτό κάνουν όλοι; Λένε ότι είναι καλά επειδή δε μπορούν να ζητήσουν βοήθεια;
Το πρόβλημα με το «καλά» δεν είναι ότι το λέμε στους άλλους, είναι ότι το λέμε στον εαυτό μας. Λέμε ψέματα σε εμάς. Και που είναι το πρόβλημα θα μου πείτε.
Πουθενά. Εκτός από το ότι, κάθε «καλά» που ακούμε να βγαίνει από το στόμα μας, μας πείθει όλο και περισσότερο ότι δε χρειάζεται να αλλάξουμε τίποτα. Ότι είμαστε καλά χωρίς αγάπη, χωρίς ειλικρίνεια, χωρίς να κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε, χωρίς να αλλάξει αυτό που κατά βάθος θέλουμε να αλλάξει.
Γιατί λέω ότι είμαι καλά αφού δε είμαι; Ίσως επειδή φοβάμαι. Αν είμαι χάλια και το πω στον άλλον το ακούω και εγώ. Αν το ακούσω, νιώθω ότι το αμέσως επόμενο δευτερόλεπτο πρέπει να κάνω κάτι για να το αλλάξω. Αν δεν είμαι έτοιμος να αλλάξω, τότε λέω ότι είμαι καλά, δεν το λέω απλώς, το πιστεύω κιόλας, είμαι καλά. Γιατί δεν αντέχω το κόστος του να μην είμαι. Φοβάμαι να ομολογήσω στον εαυτό μου την αλήθεια.Φοβάμαι την αλλαγή. Φοβάμαι πως αν αλλάξω τότε θα γίνω ένας άλλος. Φοβάμαι ότι είμαι ήδη άλλος.
Ένας άλλος που αξίζει. Αξίζει να έχει μια καλή δουλειά, αξίζει να τον αγαπάνε, αξίζει αυτά που κατακτά. Ένας ξένος που δε μοιάζει σε τίποτα με αυτόν που είχα πειστεί ότι είμαι.
Αν μπορώ να γίνω αυτός ο άνθρωπος, αν είμαι αυτός ο άνθρωπος, τότε όλα τα προηγούμενα χρόνια έζησα σαν να ήμουν άλλος. Κάποιος που με είχαν πείσει οι άλλοι ότι είμαι, κάποιος που ήθελαν εκείνοι να είμαι.
Το μεγαλύτερο κόστος που συνεπάγεται η αλλαγή δεν αφορά το μέλλον, αλλά το παρελθόν-αυτό είναι το μόνο που δε μπορεί να αλλάξει-τα χρόνια που χάσαμε.
Και αυτό, πονάει πολύ. Για αυτό, καλύτερα για όλους να είμαστε «καλά»

***

Από το facebook της Ειρήνης Αγαπιδάκη
Πίνακας: René Magritte – The month of the grape harvest – 1959
Αντικλείδι , https://antikleidi.com