Κώστας Λιόλιος – Αναμνήσεις από τον πόλεμο του 1940-41

Ξεκινήσαμε από την Βέροια και πήραμε την ανηφόρα προς την Καστανιά. Μόλις τελειώνει εκεί το ύψωμα και αρχινάει κατήφορος, … εκεί σταθήκαμε να ξεκουραστούμε. Είχαμε καλή διάθεση, μάλλον ας το πω καλύτερα, ήμασταν χαρούμενοι. Χαρούμενοι βρε παιδί μου! Και αρχίσαμε να τραγουδάμε! Δηλαδή πώς όταν πας να ξεσκάσεις κάπου, πώς πας σε μια διασκέδαση; Έτσι! Μας ακούει ο αξιωματικός και δεν πίστευε στα αυτιά του…

…Μέσα σε οκτώ μέρες έφαγα μόνο ένα όγδοο ψωμί, αυτό ήταν. Τι περιμέναμε; Φτάσαμε να μην μπορούμε να μιλήσουμε. Άμα κάτσεις νηστικός κάμποσες μέρες, δεν μπορείς ύστερα να μιλήσεις. Μας μιλούσαν και δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, από πείνα. Μια μέρα που, επιτέλους, μας έδωκαν λίγο ψωμί να φάμε: «Γλήγορα τρώτε» λέει «κι εμπρός…». Εμείς όμως δεν μπορούσαμε να φάμε, δηλαδή δεν μπορούσαμε να μασήσουμε και να καταπιούμε, γιατί είχε ξεραθεί, είχε πληγιάσει το στόμα, είχε κάνει εδώ πάνω σημάδι ο ουρανίσκος. «Γλήγορα φάτε και…» Δεν μπορούσαμε όμως να φάμε… Μόνο σιγά-σιγά και με δυσκολία…

… στον Σμόλικα, ανεβαίνοντας, ήταν ένα χωριό. Μας κράτησαν εκεί 24 ώρες, μας έδωκαν και φαγητό… Κρύο και χιόνιζε κιόλας… Μας λένε: «Φάτε καλά τώρα κι ετοιμαστείτε για να ξεκινήσουμε». Ήταν βράδυ, μόλις πήρε να νυχτώνει. Ξεκινούμε λοιπόν. Ένας αέρας! Κι ήταν ανήφορος! Βαδίζαμε προς το ύψωμα. Απάνω ήταν η κορυφή του Σμόλικα. Ββββ.. ο αέρας, δυνατός, να σε γκρεμίσει! Ωπ! ανοίγαμε το πόδι έτσι και βαστούσαμε. Αραιά, αραιά ήμασταν. Νύχτα βέβαια. Λίγο άμα ξέφευγες στις μεριές, μπορεί να χάνοσαν. Έπρεπε να βλέπεις τον μπροστινό σου. Μοιάζαμε σαν σκιές…

… Μόλις φτάσαμε εκεί στις ράχες, ιδρωμένοι από τον πολύ κόπο γιατί είχαμε και φορτιό, ε; όπλα, παλάσκες, χειροβομβίδες, κουβέρτες, γυλιός, όλα,…. βλέπουμε έφεξε… «Κάτσετε εδώ!» μας λέει ο αξιωματικός. «Βάλτε πέτρες μπροστά σας για να προφυλαχτείτε». Βάζουμε πέτρες… …Χιόνιζε. Χιόνιζε. Ησυχία. Κρύο. Καθόσουνα λίγη ώρα και μετά παραμερνούσες. Αν δεν κουνιόσουνα λίγη ώρα, πάγωνες…

…Δίπλα απ’ τη χαράδρα έτσι, ήταν και λίγο πλαγιά. Στήσαμε τα αντίσκηνα εκεί που δεν φαίνονταν. Είχαμε τα πόδια μας μούσκεμα, παθαίναμε κρυοπαγήματα …. Μείναμε μια βραδιά εκεί και φυλάγαμε σκοποί απάνω στο ύψωμα …

…Την άλλη το πρωί κατεβαίνουμε. Από κει μας λεν να προχωρήσουμε. Ανεβήκαμε το υψωματάκι, προχωρήσαμε παρακάτω, πάλι κατήφορος-κατήφορος, φτάνουμε σε κάτι πλαγιές εκεί. «Εμπρός εδώ!», λέει, «αρχινάτε να σκάβετε, θα κάνουμε χαρακώματα». Κάνουμε χαρακώματα και αμπριά μερικά, έτσι να μπαίνεις μέσα κι απάνω να μη φαίνεται. Εγώ έφκιασα λίγο έτσι χαράκωμα, έβαλα λίγες πέτρες και το αντίσκηνο σκεπασμένα με χιόνι. Και εκεί περιμέναμε. Μείναμε μια μέρα εκεί. Το βράδυ αρχίσαμε πάλι να βαδίζουμε, είχε και αντάρα…

…Το βράδυ είχα κοιμηθεί εκεί μέσα στο χαράκωμα. Το πρωί που λες, μας βάζουν με τους όλμους και τις οβίδες, και να σκάζουν συνέχεια. Όπως ήμασταν με τη σειρά, εκεί δεξιά ήταν ένα αμπρί φκιασμένο μέσα σαν γαλαρία. Εκεί μέσα ήταν καμπόσοι, και να πέσει η οβίδα ίσα στο στόμιο! Οι πιο πολλοί σκοτώθηκαν. Σκοτώθηκαν πολλοί. Τόσες πολλές οβίδες έπεσαν, που από σαράντα που ήμασταν, έντεκα έμειναν…


… Την άλλη μέρα, μετά τον βομβαρδισμό, είπα να πάρω χιόνι από ένα μέρος καθαρό δίπλα σε μια οξιά, γιατί διψούσα. Εκεί που πήγαινα, τι να ιδώ που λες; εκεί στην οξιά να κάθεται ένας. Κοιτάω καλύτερα, βλέπω ήταν πεθαμένος. Παγωμένος. Το ένα το πόδι του κομμένο, πεταμένο πιο πέρα κι εδώ η κοιλιά μαυρισμένη, φαίνεται τον είχε βρει εκεί το θραύσμα της οβίδας και ήταν έξω βγαλμένα και πεταγμένα τα σπλάχνα. Κι όμως, πήγα πήρα χιόνι, αλλά δεν ξαναπέρασα από κει. Τί να κάνεις; Ώρα με την ώρα περιμέναμε κι εμείς την ίδια τύχη. Δεν ελπίζαμε να γυρίσουμε ξανά στα σπίτια μας…

…Ύστερα, ήρθε το βράδυ που λες, πού να κοιμηθώ εγώ. Είχα και τα κρυοπαγήματα, είχαν χειροτερέψει πάρα πολύ. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, βογκούσα, δεν μπορούσα να σταθώ. Ήταν πρώτη γραμμή, δεν μπορούσες να βγάλεις τα άρβυλα. Τα πόδια είχαν μαυρίσει, πρήστηκαν, έσπασαν κι έβγαζαν νερά. Το αίμα είχε γίνει νερό. Λοιπόν, προχώρησα λίγο παρακάτω, ήταν ένα δέντρο εκεί και μετά ένα χαράκωμα, ένα αμπρί. Λοιπόν εκεί πήγα να κοιμηθώ. Είδα εκεί έναν τενεκέ που μας έδιναν τρόφιμα κι ήταν άδειος. Λέω αυτό εδώ δεν το μεταχειρίζονται πια, θα βάλω μέσα τα πόδια να μην είναι παγωμένα. Βάζω τον τενεκέ στα πόδια να μην τα παίρνει ο αέρας κι άμα χιονίζει κάπως να προφυλάγονται. Κι έτσι ψευτοκοιμήθηκα λίγο τη νύχτα. Το πρωί που ξυπνήσαμε, πάω στον αξιωματικό, δεν ξέρω τί βαθμό είχε. Ήταν κάτω απ’ το δέντρο, εκεί που ήταν το αμπρί. Λέω «Είμαι άρρωστος. Δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου από βαριά κρυοπαγήματα».

***

Απομαγνητοφώνηση διηγήσεων του Κώστα Λιόλιου από τον γιό του Τάσο Λιόλιο

Αντικλείδι , https://antikleidi.com