Λειβαδίτης Τάσος


Mόνον αφήστε με μες στ' όνειρο, γιατί εκεί κανείς δεν πεθαίνει..
Ήμουν πολύ έρημος για έναν τόσο μεγάλο ουρανό..
 Γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα...
 Όσο για τις λεπτομέρειες αυτού του μνημειώδους σφάλματος που υπήρξε η ζωή μου, θα μείνουν τελικά άγνωστες...
Oπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος...
 Πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μεσ' απ' τα πιό πικρά βιβλία, πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ' ένα παραμύθι, πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιο αληθινή μας ιστορία...
 Ποτέ δε φανταζόμουν οτι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή..
 
Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν' αποσιωπηθούν, απο νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω...
Μπήγω την μύτη της ομπρέλας μου στο χώμα και συνομιλώ με τις εποχές ή καθισμένος στο πάτωμα περιμένω μιαν απερίγραπτη επίσκεψη ακριβώς γιατί η πόρτα είναι χρόνια κλειδωμένη.
Εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση...
Κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά
θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.
Είναι η μαγεία που έχουν οι λέξεις όταν δεν θέλουν να πουν τίποτα, όπως και το παράδοξο αυτό ταξίδι μας μέσα στον κόσμο δε θα 'χε καμιά σημασία αν ήταν αληθινό.
Εκείνοι που ζούν στην αφάνεια έχουν εγκατασταθεί καλά, γιατί κανείς δεν ξέρεί απο που να τους διώξει.
Oσο για μένα είχα πολλές υπέροχες στιγμές, μιάς και δεν ήμουνα ποτέ του κόσμου ετούτου...
Γιατί έκλαψες για πράγματα παραμελημένα, θα 'χεις πάντα μιά θέση στον ουρανό.


Αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε, πήραμε μέρος σ' εξεγέρσεις κι άξαφνα ένα πρωί, όταν ξυπνήσαμε, με μια γυναίκα δίπλα μας στο κρύο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, καταλάβαμε πόσο λίγο είχαμε αγαπήσει τον πλησίον.
Και μετά τον Θεό αγαπώ τη θλίψη — και λέω ευτυχώς, γιατί μόνον εγώ ξέρω τους λόγους όπως τότε παιδί που έζησα σε μεγάλους φωτεινούς κήπους με ροδιές κι εξαδέλφες κι αν ταπεινώθηκα είναι γιατί ζήλεψα τις καμπάνες: ποιος ο λόγος να υπάρχουν αν δεν τις χτυπούν. Βγάζω το καπέλο μου και χαιρετώ, ώ χαμένη υπόθεση του κόσμου.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου χάνονταν μυστηριωδώς: σα νά' σουν κάπου αλλού την ώρα που τα χρησιμοποιούσες. Ίσως γι' αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν; Και γιατί γύρισες;
Λοιπόν, τί κάνουμε εδώ και πότε θ' αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα- βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιό πέρα..
Και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο κι αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που αποφύγαμε ( και μετανιώσαμε ) μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μές στη συντομία των ημερών, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιάν άλλη παιδικότητα.
A, ζωή! Eνα ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά, μέσα στον πανικό του βομβαρδισμού.
Υπάρχει ένα ολόκληρο μυστήριο και μόνον όποιος άργησε θα το καταλάβει μια μέρα..
Eτσι έζησα όλη τη ζωή μου κρύβοντας τα χέρια μου σ' αυτά τα κουρέλια.
Kι ας νομίζουν οι άλλοι οτι επαιτώ...
Μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου
ν’ απομακρύνεται αδιάφορος..
Και κάποτε θα τρομάξεις
όταν καταλάβεις ποιος είσαι
Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά, πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σε έναν εφιάλτη κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν της δώσαμε σημασία.
Labels: Τάσος Λειβαδίτης