Στο καπηλειό του ο χρόνος με κούπες κρασί σε μέθυσε...
από παιδί η ζωή, σου 'ταξε πολλά, σου ‘πε λόγια πλάνα σε... γέλασε
κι εσύ, μόνος καθισμένος σε μιαν άκρη του σκαλιού της μονολογούσες,
ποιος, και γιατί σ' έφερε εδώ χωρίς να σε ρωτήσει... κι απορούσες...
Όλες οι υποσχέσεις που σου δώσανε βγήκανε ψεύτικες
έβλεπες τα όνειρά σου χρόνο με το χρόνο να πεθαίνουν, και μέσα σου μάτωνες...
Κανένας δεν σου 'πε σε ποιο σταθμό θα κατέβεις, και μέχρι που, θα φτάσεις
κι όλο ρωτούσες τους συνταξιδιώτες σου, αν ήξεραν κάτι παραπάνω αυτοί, κι εσύ για να μάθεις...