Ο Σεπτέμβρης ο μήνας των όψιμων κολυμβητών και των ξεχασμένων ποιητών ...«Όποιος είναι τώρα μόνος, θα μείνει για πολύ /θα ξενυχτήσει, θα διαβάσει, θα γράφει μεγάλα γράμματα/στις λεωφόρους θα περιφέρεται/ανήσυχος, καθώς τα φύλλα θα παρασέρνει ο άνεμος».

Στη «Φθινοπωρινή μέρα» ο Ρίλκε, παρακαλώντας τον θεό να «θέσει την σκιά του πάνω από τα ηλιακά ρολόγια», διαβλέπει την πραγματική σημασία της εποχής που ο προπομπός της μελαγχολίας Σεπτέμβρης αναγγέλλει με τα πεσμένα φύλλα: 

Στον ημεροδείκτη της μελαγχολίας, ως αίσθησης απώλειας του εγώ, ο Σεπτέμβρης χρωματίζει άλλοτε αδρά, σαν ζωγραφιά από σχολικά χρωματιστά μολύβια η σαν σχέδιο του Χάνκυ, που το ξύσμα του περνάει ελαφρά με ένα μικρό βαμβάκι την εικόνα, κι άλλοτε έντονα και σκοτεινά, την διάθεση εκείνη που συνέπιπτε, παλαιότερα, με την φθορά, την φθίση, τη βραδεία αλλά σταθερή αποσύνθεση των χυμών της φύσης και της ζωής. Ο Σεπτέμβρης, ο άρχων του φθινοπώρου, μήνας κατεξοχήν μεταιχμιακός, είναι ταυτόχρονα ο μήνας των όψιμων κολυμβητών και των ξεχασμένων ποιητών. Οι μέρες του και οι νύχτες του είναι τρυφερά υγρές, όχι από την υγρασία των υψηλών
θερμοκρασιών του καλοκαιριού, αλλά από εκείνες «τις πρώτες σταγόνες της βροχής» , τις θεροκτόνες και όμως τόσο συντροφικές, που κάνουν την θάλασσα να γλυκαίνει και να γίνεται μια θερμή αγκαλιά για τους πείσμονες λουόμενους, οι οποίοι ξέρουν πως τα μπάνια του Σεπτέμβρη είναι τα καλύτερα.
 Κατά ένα μυστήριο τρόπο, πουθενά αλλού η μελογχολία δεν βρίσκει καταλληλότερο καταφύγιο από τα πένθιμα δειλινά του φθινοπώρου, αυτά που ζήλεψε ο Ουράνης , παρατηρώντας, στα ίχνη του Μπωντλαίρ, τα κορίτσια της επαρχίας, και στα οποία αναγνώρισε το στίγμα της εποχής που οραματίζεται το θάνατό του, σε αντιδιαστολή με τον Καρυωτάκη, που προτίμησε κατακαλόκαιρο την εθελουσία έξοδο. Η τοπογραφία της μελαγχολίας εξόριστης διά παντός στο σύγχρονο αθηναΪκό άστυ συντίθεται από τους κήπους και τα μεγάλα πάρκα, τις αλέες, ενίοτε και τις προκυμαίες, κατεξοχήν προνομιακούς δημόσιους χώρους, που τους απολάμβανε αβίαστα ο αστός κάτοικος της πόλης, ο μοναχικός περιπατητής, η απρόσιτη γυναικεία φιγούρα. Το αργό, κουρασμένο βήμα, ο σηκωμένος γιακάς, το πρόσωπο στο τζάμι του ζαχαροπλαστείου, που το βλέμμα του χάνεται στο μελίσσι των περαστικών, αναζητώντας «τον άνθρωπο του πλήθους», το θρόισμα των φύλλων, τα υγρά κράσπεδα, παρά το νατουραλισμό που εμπεριέχουν, υποδηλώνουν την ατμόσφαιρα, το σκηνικό, την κίνηση εκείνου που «έχει την ευτυχία να είναι τόσο λυπημένος» (Β. Ουγκώ), δηλαδή του μελαγχολικού, του απόμακρου και ταυτόχρονα ανιαρού, του κινούμενου στα ίχνη του μεσαιωνικού ανθρώπου, που εξισορροπούσε τη fuga mundi με τις περιπλανήσεις του.

 Ο Σεπτέμβρης, που τόσο λυρικά τραγουδήθηκε από τον Πανδή στο «Ένας Όμηρος» και τόσο παραιτημένα από τον Lou Reed στο «September Song» του Βάιλ, έχει προ πολλού πάψει να φιλοξενεί την αναπόληση, τη νοσταλγία, την ανάμνηση. Η ομπρέλα που σηματοδοτούσε με τα πρωτοβρόχια την έλευση του φθινοπώρου, μαζί με την έναρξη των χειμερινών κινηματογράφων, φαίνεται πως έκλεισε για πάντα τις μπαλένες της.

Η μνήμη, σαν total recall, που παγώνει το παρελθόν, μέσα από την απόλυτη, πραγματοποιημένη οπτικοποίησή του ή τη διαχείρισή του από τους επιζήσαντες, έχει εκτοπίσει τις αναμνήσεις, καθώς, η απαισιοδοξία της θέλησης έχει αναπόδραστα ηττηθεί κατά κράτος από την αισιοδοξία της απόλυτης γνώσης. Και αυτό καθιστά –προπαντός- τον Σεπτέμβρη ακόμα πιο μελαγχολικό. Μελαγχολικό και δακρυσμένο….

 http://maga.gr