Κόκκινη κλωστή δεμένη

Κόκκινη κλωστή δεμένη….
Τ’ αγαπούσε η γιαγιά μου τα παραμύθια.
Τις ώρες που ‘γνεθε, απά στη ρόκα της μπλέκονταν στην κλωστή γητευτές ανέμων,νεράιδες και ξωτικά.
Μπορεί και να τα πίστευε -ποιος ξέρει;-με μιαν αφέλεια, αταίριαστη για την ηλικία της.
Γένονται θάματα μέσα σ’ αυτά, έλεγε και ξανάλεγε.

Μα οι άνθρωποι, κόρη μου, εύκολα λησμονούν και δε ‘μπιστεύονται.Μονάχα τα ‘χουν αποκούμπι φτηνό.
Σα δε φτουράει το νήμα της αλήθειας, παίρνουν κι υφαίνουν ψέματα και πλάνες, στρωσίδια και κεντίδια για να κουκουλώσουν την άδεια τους τη ζήση.
Με του καιρού το πέρασμα κατάλαβα τι ήθελε να πει.
Σαν τα περιγελάς τα παραμύθια, δεν είναι που αχρηστεύονται δράκοι και θεριά. Δεν είναι που γκρεμίζονται κάστρα από χαρτί. Που αρματωμένα παλικάρια λοξοδρομούν αντίπερα κι απομένει η αρχοντοπούλα να καρτεράει βαστώντας στις χούφτες της το αγένωτο.
Είναι που η κλωστή απ’ την ανέμη κόβεται και δεν έχεις με τι να φκιάσεις άλλα όνειρα.
Είναι που, σαν σκληραίνει ο κόσμος, ένα παιδί σε μια γωνιά πεισμώνει που το γέλασαν, χαλνώντας του την αλήθεια.
Ιόλη

 boloudaki.gr