Ανθισμένη γαζία της νοσταλγίας στο Ηρώδειο

Πριν από χρόνια, ίσως τέτοια εποχή, μες στον συνωστισμό και το καυσαέριο της Ακαδημίας, με τράβηξε απ’ τη μύτη άρωμα γαζίας. «Πού διάολο γλίτωσε γαζία στην καρδιά της σημερινής Αθήνας!» αναρωτήθηκα περιφέροντας το βλέμμα, με την όσφρηση σε υπερδιέγερση. Την εντόπισα. Στο παρκάκι πίσω από την Εθνική Βιβλιοθήκη. Τη χρονογράφησα στην «Ελευθεροτυπία». Νομίζω ζει ακόμα.Εθνική Βιβλιοθήκη.
Τη χρονογράφησα στην «Ελευθεροτυπία». Νομίζω ζει ακόμα.
Λίγο αργότερα χρονογράφησα ακόμα μία Αθηναία γαζία· την ωραιότερη έως τώρα, κάπου στη Ροβέρτου Γκάλι. Προχθές, στον αθηναϊκό κυριακάτικο περίπατο, πάλι με έσυρε άρωμα γαζίας, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αριστερά ξεκινώντας τα πλατύσκαλα προς Ηρώδειο. Κατάφορτη. Δεν θυμάμαι να ξανάδα πιο γεμάτη. Να σε λιγώνει το άρωμα. Εκοψα ένα μπαλάκι, το μύρισα, το έβαλα στην τσέπη· ευώδιαζε δυο μέρες!
Στα διάφορα που… καταμαρτυρούν της γαζίας (μην πιάσουμε τώρα τα επιστημονικά, διάβασα αρκετά) είναι ότι στο άρωμά της κάτι σαν να αποστάζεται μνήμη, νοσταλγία, αίσθηση χαμένη ή πόνος από παρελθόν και άλλα ομοειδή της θλίψης. Τι να πω; Προσωπικά, αν η νοσταλγία ήταν επάγγελμα, νομίζω ότι θα το διάλεγα και μάλλον θα το ασκούσα ευσυνείδητα.
Εμαθα ν’ αγαπώ τα τραγούδια, λαϊκά και «ευρωπαϊκά» (στις παλιές καλές μέρες… τύχαινε να τραγουδάω ώρες), από τον μεγάλο μας αδελφό, τον Γιώργο (συμπλήρωσε φέτος δέκα χρόνια απουσίας), λάτρη του τραγουδιού, καλλίφωνο και με θυμητικό ελέφαντα.
Δυο τραγούδια ήταν τα αγαπημένα του: το «Χωρίσαμ’ ένα δειλινό», του Τσιτσάνη και το «Παίξε πλακιώτικη κιθάρα», αθηναϊκή καντάδα, από προπολεμική επιθεώρηση, του σπουδαίου επιθεωρησιογράφου/στιχουργού Κώστα Κιούση (μουσική Θόδωρος Παπαδόπουλος), με πρώτο δίστιχο: «Εχει μπλέξει το φεγγάρι / στης γαζίας το κλωνάρι». Ελπίζω η χθεσινή βροχάρα να σταμάτησε. Η γαζία αγαπάει τον ήλιο…efsyn.gr/