Γερμανοτσολιάδες & Καταδότες...είδος εν αφθονία, που θα ευδοκιμήσει ακόμα περισσότερο στο άμεσο μέλλον.

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΑΜΑΧΟΥΣ, ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΟΥΣ -ΑΡΙΣΤΕΡΟΥΣ ΚΥΡΙΩΣ- ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ, ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΝΙΚΑΙΑ, ΤΟ 1944.

Στιγμές στιγμές αναρωτιέμαι αν αυτός ο λαός, είναι ο ίδιος με αυτόν, που το αίμα του πότισε τους δρόμους, τη Μάντρα της Κοκκινιάς, γράφοντας Ιστορία…

Τι έχει απομείνει άραγε από τότε, από αυτούς, από την Ιστορία;

Αντιστασιακοί (με την τωρινή έννοια της ανυποταγής σε ένα εκμεταλλευτικό σύστημα, όπως το καπιταλιστικό και της πάλης για την ανατροπή του) λίγοι, αλλά πάντα μια δυναμική μειοψηφία.

Συνεργάτες και Πρόθυμοι προς Συνεργασία, είδος εν αφθονία, που θα ευδοκιμήσει ακόμα περισσότερο στο άμεσο μέλλον.

Καταδότες, φοβάμαι,
ότι θα ζήσω αυτόν τον εφιάλτη.

Και επειδή της λήθης το πηγάδι μπορεί να «κατάπιε» άλλα, το Μπλόκο όμως της Κοκκινιάς θα είναι πάντα εκεί για να μας θυμίζει την βαρβαρότητα των Γερμανών κατακτητών και τη λύσσα των Γερμανοτσολιάδων Συνεργατών & Καταδοτών, μια ελάχιστη αναφορά, έστω και αν είναι «βαρύ» και «στενάχωρο». το θέμα, Αύγουστο μήνα.

Αλλά Αύγουστο τους σκότωσαν.

Χαράματα Παρασκευής, 17 Αυγούστου 1944, η κόκκινη γειτονιά, η Κοκκινιά, ζώστηκε από Γερμανούς και τους Συνεργάτες με μηχανοκίνητες στρατιωτικές ομάδες και εν μέσω πυροβολισμών και εκρήξεων χειροβομβίδων, 20.000 άνδρες από 14 έως 60 χρονών, μαζεύτηκαν στην πλατεία της Οσίας Ξένης.
Βασανιστήρια, ξυλοδαρμοί και μετά η θηριωδία:

76 εκτελέστηκαν στην Μάντρα, 50 σε μια άλλη μάντρα στα Αρμένικα, 40 κάηκαν στο Σχιστό και εκατοντάδες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ στους δρόμους, στα σοκάκια και στα σπίτια τους..
8.000 έκλεισαν στο Χαϊδάρι, από τους οποίους 1.000 έστειλαν στα κάτεργα της Γερμανίας, ως ομήρους, οι περισσότεροι των οποίων δεν γύρισαν..

Πρωταγωνιστές αυτής της εφιαλτικής φρικωδίας ο Πλυτζανόπουλος και ο Σγούρος, οι οποίοι και ΑΘΩΩΘΗΚΑΝ από την «Ελληνική Δικαιοσύνη» το Μάρτιο του 1947, για τα εγκλήματά τους.
Ούτε οι νεκροί, ούτε ο αγώνας τους δικαιώθηκε.
Κάποιοι/ες δεν ξεχνάμε...