Διαβήτης τύπου 2: Αυστραλοί επιστήμονες ανέπτυξαν νέο φάρμακο που μειώνει το σάκχαρο και αδυνατίζει

1
Ένα πειραματικό φάρμακο για τον διαβήτη τύπου 2 που ανέπτυξαν Αυστραλοί επιστήμονες μπορεί να μειώσει το σάκχαρο του αίματος και να συμβάλει στην απώλεια βάρους σε παχύσαρκα διαβητικά ποντίκια.

Οι επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Monash της Αυστραλίας δημιούργησαν την πρωτεΐνη IC7Fc και τη χορήγησαν σε ποντίκια μια φορά την ημέρα για διάστημα μίας εβδομάδας. Η πρωτεΐνη αυτή στοχεύει τον υποδοχέα gp13, ο οποίος βρίσκεται σε πολλά κύτταρα του ανθρώπινου σώματος που επηρεάζουν τον μεταβολισμό.
Στο τέλος της εβδομάδας, λοιπόν, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα ποντίκια είχαν χάσει βάρος, έτρωγαν λιγότερο και είχαν μειωμένα επίπεδα σακχάρου, με την απώλεια βάρους να προκύπτει από τη μείωση του λίπους στο σώμα των ποντικιών, χωρίς να επηρεάζει τη μυϊκή τους μάζα.
Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει κάποιο διαθέσιμο αυτή τη στιγμή φάρμακο για τον διαβήτη τύπου 2 που να έχει τα ίδια πλεονεκτήματα και γι’αυτό, άλλωστε, αναζητούν χρηματοδότηση για αντίστοιχες δοκιμές και σε ανθρώπους.
Προς το παρόν, οι υπάρχουσες θεραπευτικές επιλογές για τον διαβήτη τύπου 2 είναι:
  • η μετμορφίνη, που μειώνει την ποσότητα σακχάρου που απελευθερώνει το ήπαρ στο αίμα και βελτιώνει την απόκριση του οργανισμού στην ινσουλίνη, χωρίς όμως να προκαλεί απώλεια βάρους και έχοντας παρενέργειες όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και κοιλιακό άλγος
  • η ορλιστάτη, ένα φάρμακο κατά της παχυσαρκίας που χορηγείται σε ανθρώπους που δεν μπορούν να χάσουν βάρος μέσω της διατροφής και της άσκησης και έχει εγκριθεί για χρήση σε διαβητικούς ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος από 28 και άνω. H ορλιστάτη αποτρέπει την απορρόφηση περίπου του 1/3 των λιπαρών που περιέχεται στα τρόφιμα, ενώ κοινές παρενέργειές της είναι η επείγουσα και συχνή χρήση τουαλέτας, το φούσκωμα και το κοιλιακό άλγος.
Οι Αυστραλιανοί επιστήμονες εργάστηκαν με στόχο να δημιουργήσουν μια ασφαλή και αποτελεσματική εναλλακτική, αναπτύσσοντας τελικά το IC7Fc μέσω συνδυασμού δύο διαφορετικών σηματοδοτικών πρωτεϊνών που υπάρχουν στους ανθρώπους.
Κατά τη διάρκεια του πειράματος, στα ποντίκια της ομάδας ελέγχου, που ήταν επίσης παχύσαρκα και διαβητικά, δόθηκε απλώς λιγότερη τροφή και χορηγήθηκε ένα αλατούχο διάλυμα, με αποτέλεσμα να χάνουν μεν λίπος, αλλά παράλληλα και μυϊκή μάζα.
Επομένως, αν τα οφέλη του IC7Fc παρατηρηθούν και στους ανθρώπους, πιθανότατα θα ωφεληθούν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ασθενείς, που ήδη διατρέχουν κίνδυνο απώλειας μυϊκής μάζας.
Επιπλέον, τα ποντίκια που έλαβαν το IC7Fc είχαν μικρότερη συγκέντρωση λίπους στο ήπαρ τους, με τη μετμορφίνη να έχει αποδειχθεί ότι έχει παρόμοια επίδραση.
Στο δεύτερο στάδιο της μελέτης, εξετάστηκε εργαστηριακά η ασφάλεια του ICF7c σε ανθρώπινα κύτταρα, με το φάρμακο να μην προκαλεί φλεγμονή ή ανοσοαπόκριση, όπως υποστηρίζει η μελέτη.
Οι επιστήμονες, πάντως, ισχυρίζονται ότι επειδή το IC7F περιέχει πρωτεΐνες, η χορήγηση πρέπει να γίνεται μέσω εμβολίου και όχι από το στόματος, με τον εβδομαδιαίο εμβολιασμό να κρίνεται απαραίτητος.

«Το IC7Fc είναι ένας ρεαλιστικός βιολογικός παράγοντας επόμενης γενιάς για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Η επίδρασή του στη μυϊκή μάζα σημαίνει ότι το φάρμακο ενδεχομένως να ευνοεί και ασθενείς με μυϊκή ατροφία, προσθέτουν καταληκτικά οι επιστήμονες.