Ελάτε στην Ελλάδα για 25 ευρώ μεροκάματο

Του Γιώργου Κράλογλου
Αριστερή Ελλάδα τύπου ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλαμε; Καθεστώς πλέον η μερική απασχόληση με 25 ευρώ μεροκάματο ή 340 ευρώ μισθό στην τσέπη. Πώς θα το αλλάξουμε; 
Ρωτήστε και τον ΕΦΚΑ που ανακοίνωσε τα πρόσφατα στοιχεία του για την αγορά εργασίας, στην αριστερή Ελλάδα του 2019. 
Δουλειά δίνουν,   με το ζόρι, κάπου 300.000 επιχειρήσεις από τις οποίες 13.000 είναι σε γιαπιά. Από τους 2.500.000 εργαζόμενους οι 650.000 είναι σε μερική απασχόληση με πρώην μισθούς Βουλγαρίας...
 Λέμε πρώην γιατί τα πράγματα άλλαξαν και στη Βουλγαρία. Στα εργασιακά ψαχνόμαστε μόνο εμείς και η Τουρκία. 
Σημειώστε πως οι 250.000 από τους 650.000 εργαζόμενους της μερικής απασχόλησης,   ζητάνε κανονική απασχόληση (έστω και με 480 ευρώ στην τσέπη τον μήνα) αλλά κανείς δεν την προσφέρει.
Επίσης,  πώς αυτοί που δουλεύουν με μεροκάματο πλήρους απασχόλησης παίρνουν 50 ευρώ και είναι ευχαριστημένοι... Γιατί; Γιατί έχουν δουλειά και δεν είναι ανάμεσα στους 920.000 άνεργους!!
Τι συζητάει ή τι εύχεται ο κόσμος της εργασίας στις συναντήσεις τους; Δεν συζητάνε. Απλά ρωτάει ο ένας τον άλλο,  με έκφραση αγωνίας, αν έχει δουλειά... Και αν στέκεται το μαγαζί, το ξενοδοχείο,  η καφετέρια, η αποθήκη που σε έχει προσλάβει. Γιατί κανείς δεν ξέρει πότε θα μπει το λουκέτο. 
Να σκεφθεί κανείς ότι η βιομηχανία,   όταν υπήρχε..., τους καιρούς που έκανε και επενδύσεις, απασχολούσε μέχρι 750-800.000. Τώρα είναι δεν είναι 250.000,   με 15% Αλβανούς και άλλους μετανάστες. 
Δεν ξέρω αν,   στην καρδιά της κρίσης, κάναμε καλά που ζητήσαμε να πάει η Ελλάδα όσο περισσότερο αριστερά γίνεται (και το 2015 διαλέξαμε τους αριστερούς του ΣΥΡΙΖΑ και τους ακροδεξιούς των ΑΝΕΛ να μας φτιάξουν κυβέρνηση..., μπας και χάσουμε) αλλά αυτή την Ελλάδα μας παρέδωσε ο αχταρμάς που επιλέξαμε. Και αυτό είναι το εργασιακό σκηνικό που παρέλαβε ο κ. Μητσοτάκης να διορθώσει από το 2020. 
Η κυβέρνηση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη όμως θα κριθεί,  στις εκλογές του 2023, όχι για τα μεγέθη της ανάπτυξης (γιατί ούτε ένας Θεός δεν μπορεί,  μέσα σε μια 3ετία,   να διατάξει... επενδύσεις με νέες δουλειές), αλλά να έδωσε δουλειές στους 920.000 άνεργους (τους πραγματικούς άνεργους και όχι μόνο σε εκείνους που "βλέπει" ο ΟΑΕΔ). 
Ας το καταλάβουμε,   λοιπόν, και ας μην μας αρέσει. Δουλειές για το 2020 ως το 2023 προσφέρει και θα προσφέρει μόνο η ιδιωτική αγορά που διαθέτουμε. Και υπό την προϋπόθεση πως τα περίπου 2.000 λουκέτα (αυτά που προέβλεπαν το 2018-2019 οι βιοτεχνικές Οργανώσεις και τα Επιμελητήρια τους, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη) δεν θα μπουν τελικά. 
Και δεν θα μπουν γιατί οι βιοτέχνες (στους οποίους έχει περάσει πλέον η εγχώρια δευτερογενής παραγωγή) θα κρατήσουν τις αποφάσεις αυτές περιμένοντας κάτι να αλλάξει στην φοροκαταιγίδα της 4ετίας 2015-2019 με την πρώτη φορά αριστερά στην Ελλάδα...
Επιμένουμε στην φοροκαταιγίδα της 4ετίας του ΣΥΡΙΖΑ γιατί χωρίς αυτή ούτε τα παραπάνω υπερπλεονάσματα (υψηλότερα από αυτά που ζητούσαν οι δανειστές) θα είχε πετύχει ούτε τα "σώματα επιδοματούχων" θα είχαν σχηματισθεί.
Τους επιδοματούχους,  που παρέλαβε ο κ. Μητσοτάκης και θα τους έχει σε όλη την κυβερνητική του θητεία καθώς είναι πολύ λίγος ο χρόνος της, για να αλλάξουν ριζικά τα πράγματα στην οικονομία. 
Ακόμη και οι δρομολογημένες επενδύσεις (εμβληματικές και άλλες) να προχωρήσουν από το 2020 οι μόνοι ωφελημένοι θα είναι οι εργάτες οικοδομής (από τους οποίους το 80% θα είναι -ως συνήθως- αλλοδαποί). Προσλήψεις στις μονάδες ή στις υποδομές (τουριστικές και άλλες),  που έχουν προγραμματισθεί,  θα πάρουν μια 4ετία να γίνουν πράξη. 
Εάν λοιπόν η Ελλάδα δεν θέλει να τρέφει την κοινωνία της μέσα από παλαιοσοβιετικά μοντέλα,   οφείλει να δώσει οξυγόνο στην ιδιωτική οικονομία που διαθέτει. Και για να γίνει αυτό ας αρχίσουμε, εντός του Ιανουαρίου, από όσα υποσχέθηκε ήδη η κυβέρνηση, για μειώσεις και απαλλαγές επιχειρήσεων και μισθωτών από υπερβάλλουσες εισφορές που είχαν σκοπό να διατηρήσουν τις γνωστές αριστερές παλαβομάρες των υπερπλεονασμάτων (μεγαλύτερα των υποχρεώσεών μας) ώστε να δουλέψει ο λαϊκισμός του κρατισμού. Σε βάρος βεβαίως, των συνεπών φορολογούμενων και της ανάγκης,  να συρρικνώσουμε τη μαύρη αγορά στην εργασία και στην οικονομία. Τη μαύρη αγορά,  που καρφώθηκε για τα καλά στο 40% και δεν κατεβαίνει.