Το λευκό καναρίνι

Το λευκό καναρίνι – Νίκος Γκίκας
ΣΤΗ ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ Πεντέλης, μπροστά στους πρόποδές της, υπάρχει, αιώνες τώρα, ένα ήσυχο προάστιο των Αθηνών, στα μάτια των πολλών ένας παράδεισος, η απεικόνιση μιας ζωής με αρχοντική ουσία, που, από όσους ζουν εκεί, αν σκόπευαν ποτέ να μιλήσουν με ειλικρίνεια, θα περιγραφόταν ως τόπος ανείπωτων τραγωδιών
και δραμάτων γεννημένων από την πιο νοσηρή επιθυμία, εκείνη της απληστίας.
Στις λίγες γειτονιές γύρω και κατά μήκος του μεγάλου δρόμου στέκονται για περισσότερους από τρεις αιώνες μεγαλοπρεπή μέγαρα και επαύλεις με παρελθόν, μνημεία που αποδεικνύουν την απόσταση που χωρίζει τους ενοίκους τους από τον απλό λαό και διατηρούν καλά κρυμμένα μυστικά, ανομολόγητους έρωτες, πάθη, σφοδρές επιθυμίες και φόβους που γεννούν φρίκη σε όσους τους βιώνουν.
Μία από τις ιστορίες, που δεν έμελλε να φωτιστεί ποτέ από το φως της αλήθειας, είναι εκείνη της κυρίας με τα καναρίνια. Ο λόγος, για τον οποίο επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί, κρίνεται αδιάφορος, εφόσον όλοι οι εμπλεκόμενοι σε αυτή δε ζουν πια και η λήθη που συνοδεύει το πέρασμα του χρόνου έχει ντύσει με τα πέπλα της τη μνήμη των απογόνων, πολλών εν αγνοία τους. Το επίκεντρο της ιστορίας, ο πυρήνας της πλοκής που σίγουρα αρκεί για να απασχολήσει και τον πιο αδιάφορο αναγνώστη, είναι η επιμονή αυτής της κυρίας να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή της στο άπιαστο όνειρο της τελειότητας, ζώντας σε έναν κόσμο όπου ο ιδιοφυής αντιμετωπίζεται σαν τρελός.
Το λευκό καναρίνι 

Πριν ξεκινήσει, ο αφηγητής αισθάνεται υποχρεωμένος να ζητήσει συγνώμη για την ταραχή και το πνιγηρό αίσθημα αδικίας, που περιμένει όποιον ολοκληρώσει την ανάγνωσή της.
Η μαντάμ Σαλ -ας της δώσουμε αυτό το όνομα χάρη στη φωτεινότητα της παρουσίας της και τα Ιβηρικά χαρακτηριστικά του προσώπου της- ζούσε την ακύμαντη καθημερινότητά της στο τέρμα του μεγάλου δρόμου, σ’ αυτό το περίβλεπτο προάστιο των Αθηνών, -το όνομα του οποίου διστάζω ακόμα να αποκαλύψω, για να μη θιγούν, άσκοπα, υπολήψεις- σε μια έπαυλη με γνήσιο, μεστό μεγαλείο, χρωματισμένη με τη χυτή λάμψη αποχρώσεων που μόνο στην έρημο συναντά κανείς. Ακόμα κι η βλάστηση στον περιβάλλοντα χώρο των δώδεκα στρεμμάτων βοηθούσε στη δημιουργία μιας εικόνας βγαλμένης από τις σελίδες αραβικού παραμυθιού. Ίσως η αίσθηση αυτή επιβαλλόταν στη συνείδηση κάθε επισκέπτη ή περαστικού χάρη και στους τέσσερεις φοίνικες που βρίσκονταν ακροβολισμένοι καθένας απέναντι από μια γωνία του κτιρίου, θυμίζοντας ακροπύργια μυθικού παλατιού.
Η οικοδέσποινα κι η φήμη της στον υπόλοιπο κόσμο δε θα μπορούσαν να απέχουν από αυτή την ονειρική ψευδαίσθηση, ιδιαίτερα χάρη στην ήπια μορφή και στη λεπτότητα των τρόπων της. Ζούσε τη ζωή της απομονωμένη από κάθε είδος πειρασμού και κοινωνικής ματαιοδοξίας και επέτρεπε στον εαυτό της να απολαμβάνει μόνο τα εύσημα για το καλλιτεχνικό της άστρο. Εμφανιζόταν δύο ή τρεις φορές το χρόνο σε μεγάλες σκηνές της Ευρώπης και άλλες τόσες σε χοροεσπερίδες των Ανακτόρων, συνήθως για να τιμήσει με τη φωνή της τα γενέθλια του Βασιλιά ή την έλευση του καινούργιου χρόνου. Η πρόσφατη γιορτή της Πρωτοχρονιάς σφραγίστηκε με την ερμηνεία αποσπασμάτων του Σικελικού Εσπερινού, -τη δεύτερη σε διάστημα ενός χρόνου- που θεμελίωσε το όνομά της στην κορυφή, παρασύροντας σε εκφράσεις ενθουσιασμού τους πιο επιφανείς παράγοντες των θεατρικών δρώμενων της ηπείρου. Ακολούθησαν τρεις προσκλήσεις από τρεις ονομαστές σκηνές της Ευρώπης, που απορρίφθηκαν με μια λιτή, ευγενική ευχαριστία και όσοι βιάστηκαν να τη χρεώσουν με μεγαλομανία και σνομπισμό χάριν της φημολογούμενης επιθυμίας της να εμφανιστεί μόνο στη σκηνή της όπερας Γκαρνιέ, ανακάλεσαν τους ισχυρισμούς τους ταπεινωμένοι ένα μήνα αργότερα, όταν η άρνησή της να εμφανιστεί και εκεί δημοσιεύτηκε από το διευθυντή του θεάτρου στο πρώτο δευτεριάτικο φύλλο του Ιουνίου, στη μεγαλύτερη εφημερίδα του Παρισιού.
Ήταν τότε που οι περισσότερες συναδελφικές κακοήθειες καταρρίφθηκαν, δίνοντας τη θέση τους σε χειρότερες, που έκαναν λόγο για κατάθλιψη ή για τρέλα. Η μαντάμ Σαλ δεν είχε φίλους, ούτε πίστευε στην καλοσύνη των ανθρώπων. Απέφευγε κάθε συνδιαλλαγή μαζί τους, -ιδιαίτερα όσες χαρακτηρίζονταν «κοινωνικές»- οπότε, μοιραία, αδυνατούσε να αποκρούσει τις φήμες που έσπερναν όσοι τη φθονούσαν. Αν μπορούσε να το κάνει, η εξήγηση που θα έδινε σε αυτόν τον κοινωνικό αποκλεισμό θα ήταν ανάλογη της φωνής της, εντελώς απροσδόκητη κι ανυπόφορη για όποιον δεν πίστευε στο ιδανικό της τελειότητας. Είχε ήδη αποκτήσει πολλούς εχθρούς, φυσικά θηλυκού γένους, επίδοξες ή καταξιωμένες συναδέλφους της που επέμεναν πως η δραματουργική ικανότητα της φωνής της, η ευχέρεια στην εναλλαγή των τόνων και η ακρίβεια των συναισθημάτων που απέδιδε η χροιά της στον ακροατή οφείλονταν εν μέρει σε ένα πηγαίο, ραφιναρισμένο ταλέντο, όμως όλα μαζί συνυπήρχαν, γεννιούνταν και γεννούσαν το ένα το άλλο χάρη σε αμφίβολης προέλευσης αλχημείες και σε χρήση σκευασμάτων που απείχαν από τις συνήθειες του καθώς πρέπει κόσμου. Η υπεροχή της ήταν διαβολικά συγκλονιστική, τρομακτική για το ανθρώπινο μέτρο, ώστε να γίνει δεκτή ως αποτέλεσμα εξάσκησης.
Στον αντίποδα των υποτιμητικών αυτών διαδόσεων υπήρχε η βεβαιότητα για τον ιδιότροπο χαρακτήρα των φωνητικών της ασκήσεων, που περιλάμβαναν τη συμμετοχή εβδομήντα δύο καναρινιών. Αυτοί οι ασυνήθιστοι φωνοδιδάσκαλοι  προσέφεραν ανεκτίμητα παραδείγματα χειρισμού των φωνητικών χορδών, καλύπτοντας όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά μιας ερμηνεύτριας λυρικής  κολορατούρας, μιας γνήσιας λυρικής, μιας σουμπρέτας, ακόμα και μιας σπίντο. Λεγόταν τότε, πως στο «δωμάτιο καναρινιών» της οικίας της περνούσε τις περισσότερες ώρες τις ημέρας, όμως επέλεγε μόνο τις δύο πρώτες του μεσημεριού και την τελευταία μισή πριν τη δύση, για να εξασκείται μαζί τους, κάτι που επιβεβαιωνόταν και από τους ισχυρισμούς του υπηρετικού προσωπικού. Τις υπόλοιπες ώρες τις περνούσε καθισμένη στην πολυθρόνα της, ακούγοντας κελαηδίσματα και μελετώντας άριες, ή ταξιδεύοντας στις σελίδες κάποιου μυθιστορήματος.
Το λευκό καναρίνι 
Το λευκό καναρίνι – Νίκος Γκίκας
Το δωμάτιο με τα καναρίνια ήταν το τελευταίο στην νοτιοανατολική γωνία του πρώτου ορόφου και το μόνο που κρατούσε μέσα του ανόθευτο το φως του ήλιου. Βρισκόταν μπροστά στο μόνο σημείο του κήπου με χαμηλή βλάστηση, κι οι δυο σειρές από παράθυρα άφηναν να περνά όλη η λάμψη της ανατολής και των μεσημεριών. Η νότια πλευρά του ήταν σχεδόν τριπλάσια σε μήκος απ’ την ανατολική. Κατά μήκος της βρίσκονταν, καθένα στο κλουβί του, σε διαφορετικό ύψος κρεμασμένο, τα εβδομήντα δύο καναρίνια, όλα σε κίτρινες και λευκές αποχρώσεις. Κανείς δε γνώριζε το λόγο αυτής της πλεονεξίας -αν υπήρχε κάποιος- και η μόνη εξήγηση που μπορούσε να δοθεί ήταν η μοναδικότητα κάθε χροιάς και η επιθυμία της κυρίας τους να καλύπτει όλο το φάσμα της καλλιφωνίας. Ο χώρος μύριζε κανναβούρι και καλαμπόκι και τις ημέρες του καλοκαιριού η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Τότε η μαντάμ Σαλ έδινε εντολή να ανοίξουν τα παράθυρα και τα κεντήματα της φωνής της ακούγονταν ως το δρόμο. Αλλά, και πάλι, κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος, αν τούτη η μαγεία ανήκε ολότελα στην ίδια.
Εκείνη τη ζεστή Δευτέρα του Ιουνίου η ανησυχία του έξω κόσμου για την αναπάντεχη άρνηση της ντίβας να εμφανιστεί μπροστά στο Γαλλικό κοινό είχε μεταφερθεί και στο δωμάτιο. Το τηλέφωνο είχε χτυπήσει πολλές φορές, διακόπτοντας την πρόβα, και, την τελευταία απ’ αυτές, τα έντεκα λευκά καναρίνια που κελαηδούσαν σπίντο, οδηγώντας την κυρία τους με μαεστρία στην κατάκτηση μιας ακόμα τελειότητας, διαμαρτυρήθηκαν εκνευρισμένα και παρέσυραν και τα υπόλοιπα σε μια ακατάσχετη πολυλογία, που θα μπορούσε να είχε εμπνευστεί από το σούσουρο που επικρατούσε την ίδια ώρα στα κοσμικά καφενεία της Αθήνας. Η είδηση είχε μεταδοθεί νωρίς το πρωί από το κρατικό ραδιόφωνο ως «ιδιαιτέρως σημαντική», ενόψει της εμφάνισής της στα Ανάκτορα, το ίδιο βράδυ, για τα δωδέκατα γενέθλια του Διαδόχου του Ελληνικού θρόνου.
Οι πρωινές φήμες είχαν εξελιχθεί σε πομπώδεις διαβεβαιώσεις, χάρη στην αφέλεια της καμαριέρας να παραδεχτεί στην ομόλογη της διπλανής οικίας την εξαφάνιση του δωδέκατου λευκού καναρινιού. Το νέο, παρά τα πενιχρά μέσα επικοινωνίας της εποχής, είχε ταξιδέψει σε όλη την Αθήνα μέσα σε λίγη ώρα και τα πρώτα συμπεράσματα μιλούσαν για κλοπή, με κύριο ύποπτο τον επίδοξο μνηστήρα της πριμαντόνας, που την επισκεπτόταν τακτικά τον τελευταίο μήνα, προσβλέποντας, κατά τα λεγόμενα, στην εύνοια της καρδιάς της.
Η καταγωγή του ήταν αμφίβολη, αν και οι τρόποι του κρίνονταν, απ’ όσους τον γνώριζαν, ως «γνήσιοι Βαυαρικοί». Οι συστάσεις που τον συνόδευαν έκαναν λόγο για δύο τίτλους ευγενείας και για ένα μακρινό δεσμό αίματος με το σημαντικότερο βασιλικό οίκο της Αγγλίας, όμως η επιβεβαίωση όλων αυτών αργούσε.
Η μαντάμ Σαλ δεν ενοχλήθηκε από αυτό το κενό στην εικόνα του και, προς έκπληξη των παρευρισκομένων στη σάλα των Ανακτόρων το βράδυ της Πρωτοχρονιάς, δέχτηκε να σταθεί στο πλευρό του όλη τη νύχτα και να χορέψει μαζί του έξι βαλς. Το ειδύλλιο ξεκίνησε σχεδόν αμέσως, όμως τον τελευταίο ένα μήνα εκείνος προχώρησε σε παράτολμες πρωτοβουλίες, που αναμφισβήτητα εξέθεταν κάθε ανύπαντρη γυναίκα της εποχής. Την επισκεπτόταν καθημερινά στην έπαυλη της Κηφισιάς και περνούσε μαζί της όλη την ημέρα κι ένα μέρος της νύχτας. Μόνη στον κόσμο, αποκομμένη συναισθηματικά από τον περίγυρο της, η μαντάμ Σαλ διακινδύνευε το όνομά της και, παρασυρμένη από έναν τυφλό έρωτα λυρισμού και λεκτικού πάθους, έλπιζε πως όλες αυτές οι συναντήσεις θα κατέληγαν σε μια πρόταση γάμου, κι ας τη χώριζε μαζί του μια δεκαετία. Ο κόμης σίγουρα βρισκόταν σε ηλικία γάμου, μα τα δεκαοκτώ χρόνια του φαίνονταν περισσότερα στο πρόσωπό του. Έδειχνε συνομήλικός της, πιθανόν και μεγαλύτερος και, παρά τη λάβρα της νιότης του, η δαιμονική πλάνη που τύλιγε όποιον τον κοιτούσε στα μάτια τον έκανε να μοιάζει πιο ώριμος, πιο σίγουρος από εκείνη.
Οι φήμες φούντωσαν κι εξαπλώθηκαν από τις πρώτες μέρες του Φλεβάρη και η επίμονη άρνησή της να εμφανιστεί δημόσια επιβεβαίωνε, κατά τα λεγόμενα των επικριτών της, τις πιο νοσηρές από αυτές, που έκαναν λόγο για εγκυμοσύνη. Όσο οι ομότεχνοί της αποθρασύνονταν, τόσο μεγάλωνε η επιθυμία της να κατακτήσει την τελειότητα. Παραμερίζοντας το βασικό πρόγραμμα εξάσκησης, επικέντρωσε τις προσπάθειές της στην κατάκτηση της κορυφής, της υψηλότερης οκτάβας που μπορεί να αποδώσει ένας άνθρωπος με τη φωνή του, χαρίζοντας την ελευθερία σε εξήντα καναρίνια στο πρωινό φως του Απρίλη, ξημέρωμα Μεγάλης Πέμπτης.
Η μόνη απάντηση που θεωρούσε αντάξια των επικριτών της ήταν να συλλάβει και να αποδώσει ό,τι δεν μπόρεσε ποτέ κανείς, τον πιο υψηλό ήχο της τελευταίας οκτάβας στην κλίμακα υψιφωνίας. Η ομάδα των δώδεκα λευκών καναρινιών θα ήταν ο οδηγός της σε τούτη την υπέρβαση και το δωδέκατο καναρίνι, εκείνο με τη γαλάζια πινελιά στο λαιμό, σύντροφος και συλλειτουργός σε αυτή την ευγενή άμιλλα. Ήταν το μόνο που μπορούσε, από τη φύση του, να κελαηδήσει με ευκρίνεια και διάρκεια, σε τόσο μεγάλο ύψος.
Τα δώδεκα πτηνά έβγαιναν από τα κλουβιά τους κάθε πρωί και παρατάσσονταν πάνω σε μια ξύλινη βέργα, στη μέση του δωματίου, σαν υπνωτισμένα από τη μυστική αυτή συμφωνία. Κελαηδούσαν το καθένα χωριστά ή σε ζεύγη και, αναγνωρίζοντας την ανωτερότητα του δωδέκατου, σιωπούσαν στο άκουσμά του. Οι ασκήσεις τελειότητας επαναλαμβάνονταν καθημερινά και η κλιμακούμενη υψιφωνία πλησίαζε όλο και πιο πολύ το τέλειο τελευταίο σκαλοπάτι, κατακτώντας τη λεπτή χροιά, που, όμοια με βέλος, κατόρθωνε να περάσει και να καρφωθεί στο βάθος του ακουστικού νεύρου. Στα μέσα Μαΐου ο στόχος είχε επιτευχθεί· απέμενε να αποδειχθεί, πλέον, αυτή η κατάκτηση στο χρώμα μιας μελωδίας. Η μαντάμ Σαλ επέλεξε τα γενέθλια του Διαδόχου για να το κάνει. Το μόνο που χρειαζόταν μέχρι τότε ήταν λίγη συντήρηση της φωνής της, για να μη χαθεί το μέτρο που οδηγεί στην τελειότητα.
Τότε συνέβη το κακό. Ήταν ένα πρωινό σαν όλα εκείνα που δένουν την άνοιξη με το καλοκαίρι, κοκκινόχρωμο και ζεστό, θορυβώδες απ’ τα σμήνη που τρυγούσαν γύρη, μεθυστικό από τα αρώματα τη φύσης. Η μαντάμ Σαλ περίμενε τον κόμη στο δωμάτιο των καναρινιών, κάνοντας την καθιερωμένη προθέρμανση της φωνής της με τη συνοδεία των δύο πρώτων, που φλυαρούσαν μέσα από τα κλουβιά τους, συνοδεύοντας τη φωνή της σε μια αργή μελωδία γραμμένη για κοντράλτο. Άνοιξε τα δώδεκα κλουβιά και τα καναρίνια πήραν τις θέσεις τους πάνω στη βέργα. Εκείνη κάθισε απέναντί τους, χαϊδεύοντας με τη φωνή της τις πρώτες νότες της εισαγωγής της Τόσκα, ερμηνεύοντας τα πρώτα λόγια του Τσέζαρε. Τα καναρίνια περίμεναν να τελειώσει. Η καθημερινή επανάληψη των ασκήσεων είχε αποτυπωθεί στη μνήμη των πτηνών σαν μια ιερή τελετουργία, που ξεκινούσε, διακοπτόταν και συνέχιζε με μια σειρά παραγγελμάτων σε καθορισμένες στιγμές. Η επιλογή αυτών των παραγγελμάτων σχετιζόταν με το βάθος και το ύψος που χαρακτήριζε το κάθε κελάηδισμα. Τελευταίο στη σειρά περίμενε το λευκό καναρίνι με τη γαλάζια πινελιά. Η σειρά του αργούσε να έλθει και η σύμπραξη με την καλλίφωνο κυρία του διαρκούσε λιγότερο από τις έντεκα προηγούμενες. Αυτή η ανακολουθία και η πιθανή συνείδηση της ανωτερότητάς του έναντι των υπολοίπων πτηνών το καθιστούσαν ξένο σώμα στην ομάδα. Η συμπεριφορά του πλησίαζε -στο μέτρο ενός μικρόκοσμου πτηνών- εκείνη μιας μεγάλης ντίβας κι η στάση του σώματός του, σε συνδυασμό με το ανεπαίσθητο εξόγκωμα του ξύλου πάνω στο οποίο στεκόταν, το έκανε να δείχνει μεγαλύτερο και πιο μεγαλοπρεπές από τα υπόλοιπα. Περίμενε τη σειρά του με το βλέμμα ψηλά και με μια έκφραση κριτικής διάθεσης, δίνοντας την εικόνα ενός έμπειρου γνώστη των ήχων που μετρούσε με αυστηρότητα τις φωνές των συναδέλφων του. Η μαντάμ Σαλ θαύμαζε αυτή την ανωτερότητα, σίγουρη πως μέρα με τη μέρα χτιζόταν μια σχέση ανάμεσα σε δυο ιδιοφυΐες.
Εκείνο το πρωινό ο κόμης εμφανίστηκε στην πόρτα του δωματίου νωρίτερα από τη συνηθισμένη ώρα. Με τις καθημερινές επισκέψεις του είχε κερδίσει μια ελευθερία κινήσεων στην έπαυλη κι η υπηρέτρια είχε απαλλαχθεί από το καθήκον να αναγγέλλει την άφιξή του. Παρουσιαζόταν πάντοτε λίγο μετά τις δέκα, κρατώντας συνήθως ένα άνθος ή κάποια παρτιτούρα, την οποία πρότεινε στην οικοδέσποινα να παίξει στο πιάνο. Ορισμένες συνθέσεις ήταν δυσεύρετες στην αγορά κι η εντιμότητα της μαντάμ Σαλ της επέβαλε να υποθέσει πως τα ποσά που δαπανούνταν γι’ αυτές ήταν μεγάλα και πως όφειλε να τα καλύπτει η ίδια. Σε κάθε διαφωνία τους πάνω σε αυτό το θέμα επικρατούσε εκείνη, και ο νεαρός κόμης εγκατέλειπε την οικία τις πρώτες βραδινές ώρες φορτωμένος το βάρος μιας παρτιτούρας ή ενός λιμπρέτου σε χρυσάφι. Αυτή ήταν μια εκτίμηση των συκοφαντών τους και όσων προσδοκούσαν να τη δουν να καταστρέφεται, που δεν απείχε, όμως, πολύ από την πραγματικότητα.
Δεδομένης της σταθερής ώρας άφιξής του, η μαντάμ Σαλ παραξενεύτηκε, όταν τον είδε στο άνοιγμα της πόρτας πριν τις εννέα. Εκείνος, πάλι, δεν έκρυψε την απογοήτευσή του. Υπολόγιζε να βρίσκεται στο δωμάτιο νωρίτερα από εκείνη. Είχε σχεδιάσει με το μυαλό του τον τρόπο με τον οποίο θα έκλεβε το δωδέκατο καναρίνι και είχε βρει αγοραστή που πλήρωνε αρκετά για να το αποκτήσει.
Τελικά, η ευκαιρία τού δόθηκε αργά το απόγευμα και με απροσδόκητο τρόπο. Η μαντάμ Σαλ αποσύρθηκε για λίγο στο δωμάτιό της και επέστρεψε με μια ακόμα δωρεά αγάπης, τη μεγαλύτερη έως τότε. Ήταν ένας χρυσός αναπτήρας, διακοσμημένος με μια πράσινη πέτρα, ένα ακριβό κομψοτέχνημα, αντάξιο της ευγενικής καταγωγής του αγαπημένου της. Ήταν ένα δώρο επετείου για την εξάμηνη γνωριμία τους. Όταν μπήκε στο δωμάτιο των καναρινιών, ο κόμης έλειπε, και μαζί του και το περιβόητο πτηνό. Κατέβηκε απορημένη στο ισόγειο, έψαξε να τον βρει στο μεγάλο καθιστικό ή σε κάποιο σημείο του κήπου, μέχρι που οι δύο εργάτες που δούλευαν εκεί της είπαν πως ο κόμης είχε φύγει από το σπίτι σχεδόν τρέχοντας.
Επέστρεψε στο δωμάτιο με τα καναρίνια, μπερδεμένη από αυτή την αδικαιολόγητη συμπεριφορά, και τότε πρόσεξε πως το λευκό καναρίνι έλειπε. Η ταραχή που προκλήθηκε στο σπίτι διήρκεσε ώρες, κινητοποιήθηκαν και τα οκτώ μέλη του υπηρετικού προσωπικού, ερευνήθηκε κάθε γωνιά, μέχρι που, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, η πριμαντόνα παραδέχτηκε την οδυνηρή αλήθεια: το καναρίνι είχε κλαπεί από εκείνον. Το συναίσθημα προδοσίας γέννησε ένα βαθύτερο, εκείνο της απόγνωσης, και στα λίγα λεπτά ζωής που ακολούθησαν δε σκέφτηκε καν να ελέγξει τα παράθυρα του δωματίου. Το μικρότερο απ’ όλα, ένα στενό κομμάτι από γυαλί φυλακισμένο σε μια λεπτή μπρούτζινη κάσα, ήταν μισάνοιχτο και, αν κάποιος από το προσωπικό της το υποδείκνυε έγκαιρα, ίσως να ματαίωνε την ακραία λύση της αυτοχειρίας.
Αυτό το παράπονο βγήκε από τα περισσότερα χείλη την ημέρα της κηδείας, αφού, λίγες ώρες μετά την αυτοκτονία της, πριν καν ξημερώσει, ο κόμης εμφανίστηκε στην έπαυλη, ιδρωμένος, με πρησμένα μάτια, με τα ρούχα του σε άθλια κατάσταση, κρατώντας το λευκό καναρίνι. Εξομολογήθηκε το έγκλημά του μήνες αργότερα, όταν ο θόρυβος της τραγωδίας είχε καταλαγιάσει.
Όταν η μαντάμ Σαλ βγήκε από το δωμάτιο, προσπάθησε να πιάσει το πτηνό. Εκείνο, είτε χάρη στο ένστικτό του, είτε επειδή δε δεχόταν κανέναν να το πλησιάσει πλην της κυρίας του, άρχισε να πετά στο δωμάτιο, μέχρι που, στριμωγμένο στη γωνία, βρήκε διέξοδο στο ανοικτό παράθυρο. Ήταν κάτι που δεν είχε προσέξει και η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη τον έκανε να εγκαταλείψει σαν τρελός το σπίτι. Έψαξε για το πτηνό στον κήπο, μέχρι που το είδε να πετά έξω, στο δρόμο, και το ακολούθησε. Το ψάξιμο κράτησε όλη τη νύχτα και πριν την αυγή κατάφερε να το βρει κουρνιασμένο σε ένα θάμνο και να το αιχμαλωτίσει χρησιμοποιώντας το πανωφόρι του. Η περιπέτεια αυτή τον τάραξε τόσο, που μετάνιωσε για την πράξη του. Επέστρεψε στην έπαυλη με σκοπό να το επιστρέψει. Η δεύτερη ταραχή, ακόμα μεγαλύτερη, η είδηση του θανάτου της αγαπημένης του, τον έκανε να μην πει τίποτα. Η αλήθεια δε μαθεύτηκε ποτέ και το καναρίνι ελευθερώθηκε κρυφά από την τσέπη του. Ήταν σίγουρος πως κανείς δε θα πίστευε την ιστορία του και το ανάθεμα μιας ολόκληρης κοινωνίας θα τον καταδίωκε για την υπόλοιπη ζωή του.
Η συνέχεια δικαίωσε την επιλογή του, να μην μιλήσει τότε και να αφήσει το πτηνό ελεύθερο. Δύο ημέρες αργότερα συνέβη εκείνο, για το οποίο μιλούν πολλοί μέχρι και σήμερα, και οι λίγοι αυτόπτες μάρτυρες που ζουν ακόμα το διηγούνται με συγκίνηση και με νοσταλγία.
Την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας ένα λευκό καναρίνι στάθηκε πάνω στο διπλανό τάφο και κελάηδησε το πιο γλυκό, το πιο μελωδικό τραγούδι που ακούστηκε ποτέ σε κοιμητήριο. Ήταν ο αποχαιρετισμός ενός μοναδικού καλλιτέχνη προς έναν άξιο ομότεχνό του.
Το λευκό καναρίνι