Καθώς η ανθρωπότητα γερνά, ο αριθμός ανθρώπων με άνοια αυξάνεται ραγδαία

Καθώς η ανθρωπότητα γερνά, ο αριθμός ανθρώπων με άνοια αυξάνεται ραγδαία
Σύνταξη-Επιμέλεια: Στέλιος Βασιλούδης
Η άνοια είναι μια σκληρή οντότητα που στερεί από τους ανθρώπους τις μεγαλύτερες χαρές και τις ελπίδες τους. Μπορεί να ξεκινήσει ως «ήπια γνωστική έκπτωση», μικρή απώλεια μνήμης ή πρόσκαιρη διανοητική σύγχυση. Καθώς εξελίσσεται όμως, επιτίθεται στην ψυχική ευεξία, υποσκάπτει τη μνήμη και κλέβει πολλά από αυτά που θεωρούνται ταυτότητα. Σε προχωρημένο στάδιο, οι άνθρωποι γίνονται ανίκανοι να φροντίσουν τον εαυτό τους.
Χάνουν την ικανότητα να διαβάζουν, να μαγειρεύουν και να ψωνίζουν. Ξεχνούν να πιουν υγρά με αποτέλεσμα να αφυδατώνονται, και παρουσιάζουν ακράτεια. Υποφέρουν από ψευδαισθήσεις, φοβούνται ή θυμώνουν και συχνά βυθίζονται σε μια απαθή κατάσταση. Απαιτούν φροντίδα όλες τις ώρες της μερας και συχνά επίβλεψη ακόμα και όταν κοιμούνται.
Η πανδημία του κορωνοΐου είναι μια τεράστια δοκιμασία για τέτοια άτομα. Η απώλεια των συνηθισμένων κοινωνικών επαφών που επέφερε το lockdown επιτάχυνε την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών. Οι ασθενείς με άνοια έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά ευαίσθητοι στον ιό - στη Βρετανία ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι ήταν η πιο κοινή «προϋπάρχουσα κατάσταση» σε αυτούς που πεθαίνουν από τον ιό. Οι θάνατοι στους οποίους η άνοια αναγνωρίστηκε ως αιτία, έχουν επίσης αυξηθεί. Τον Απρίλιο που μας πέρασε, κατατάχθηκε δεύτερη μετά τον κορωνοϊό. Σε άτομα με άνοια, συχνά συνυπάρχουν καταστάσεις που τα καθιστούν ευάλωτα - προχωρημένη ηλικία, υπερβολικό βάρος, κατάθλιψη, κάπνισμα, υψηλή αρτηριακή πίεση ή διαβήτης. Το άτομο με άνοια δυσκολεύεται να κατανοήσει τον κίνδυνο του ιού ή να θυμηθεί προφυλάξεις κοινωνικής απόστασης ή υγιεινής. Τα κέντρα φροντίδας ηλικιωμένων έχουν υποστεί δυσανάλογα τις επιπτώσεις της πανδημίας, με σχεδόν το ήμισυ όλων των θανάτων από τον κορωνοϊό, στον δυτικό κόσμο.
Η άνοια πλήττει περισσότερα από 50 εκατομμύρια άτομα παγκοσμίως, ένας αριθμός που αυξάνεται γρήγορα. Έχει πολλές αιτίες και δεν έχει κατανοηθεί, πλήρως. Αλλά κανείς δεν αμφιβάλλει, πως ο επιπολασμός της αυξάνεται με την ηλικία. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το 1,7% των ατόμων ηλικίας από 65 έως 69 ετών έχουν άνοια και η συχνότητα εμφάνισης διπλασιάζεται κάθε πέντε χρόνια έως την ηλικία των 90 ετών. Μια άλλη εκτίμηση είναι ότι στην ηλικία των 85, από το ένα τρίτο μέχρι και το μισό των ανθρώπων, έχουν άνοια.
Υπό αυτήν την έννοια, η άνοια είναι μια παράπλευρη ζημιά ενός εκ των θριάμβων της ανθρωπότητας: αυξημένη διάρκεια ζωής. Πριν από εκατό χρόνια το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση δεν ήταν πολύ περισσότερο από 30. Μέχρι το 1960 είχε φτάσει τα 52. Σήμερα είναι περίπου 70 για τους άνδρες και 75 για τις γυναίκες, και σε πλούσιες χώρες, πάνω από 80 χρόνια. Οι εκατοντάχρονοι δεν είναι πλέον τόσο σπάνιοι. Παρά την παρένθεση της πανδημίας , η ιατρική πρόοδος θα συνεχιστεί, παρατείνοντας περαιτέρω το προσδόκιμο ζωής. Ωστόσο, η άνοια είναι πεισματικά ανθεκτική στις προσπάθειες εξεύρεσης θεραπείας. Θεωρήθηκε από καιρό ως φυσικό μέρος της γήρανσης, η τελευταία από τις επτά ηλικίες του ανθρώπου που ορίστηκε από τον Jaques του Shakespeare : «δεύτερη παιδικότητα και απλή λήθη». Η Kate Swaffer, η οποία προεδρεύει της ομάδας εκστρατείας Dementia Alliance International και που διαγνώστηκε με άνοια το 2008, συνοψίζει τη συμβουλή που πήρε: «Πηγαίνετε στο σπίτι σας και ετοιμαστείτε να πεθάνετε».
Η Kate Swaffer
Η Kate Swaffer
Η άνοια,  συνηθως, ονομάζεται «γεροντική άνοια» ή απλά «γεράματα». Αλλά μια  μειοψηφία των πασχόντων δεν είναι καθόλου γερασμένη. Το 1906, ο Alois Alzheimer, Γερμανός ψυχίατρος, πραγματοποίησε νεκροψία στην Auguste Deter, μια γυναίκα που είχε αναπτύξει άνοια στα 40 της. Παρατήρησε ανωμαλίες που ήταν συνήθεις στον εγκέφαλο ηλικιωμένων ατόμων με άνοια. Από τις δεκάδες μορφές άνοιας που εντοπίστηκαν, η παθολογία που είναι γνωστή ως «νόσος του Alzheimer», είναι η πιο κοινή, αντιπροσωπεύοντας μεταξύ 60% και 80% των περιπτώσεων. Η αγγειακή άνοια, αντιπροσωπεύει το 5-10% των περιπτώσεων και προκαλείται από την ανεπαρκή ροή αίματος στον εγκέφαλο.
Όλες οι μορφές άνοιας γίνονται πιο συχνές στα γηρατειά και έτσι θα αυξηθούν όσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής. Είναι γεγονός πως οι άνθρωποι σε λιγότερο ευημερούσες χώρες του κόσμου άρχισαν να απολαμβάνουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής. Εκει ,θα προκύψουν τα τρία τέταρτα των νέων περιπτώσεων. Υπολογίζεται, ότι έως το 2030 ο αριθμός των περιπτώσεων άνοιας θα αυξηθεί κατά 50% στις πλούσιες χώρες και 80% στις φτωχότερες. Περίπου 82 εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν άνοια έως το 2030 και 152 έως το 2050. Πρόσφατες έρευνες στην Αμερική και Ευρώπη, διαπιστώνουν  ότι η αλλαγή του τρόπου ζωής μπορεί να μειώσει τη συχνότητα άνοιας που σχετίζεται με την ηλικία. Φαίνεται όμως ότι η συχνότητα αυξάνεται αλλού, οπότε οι παγκόσμιες προβλέψεις είναι απίθανο να αναθεωρηθούν προς τα κάτω.
Η άνοια επηρεάζει δυσανάλογα τις γυναίκες, αν ληφθεί υπόψη και το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής τους. Στην Αμερική, τα δύο τρίτα των ατόμων με Alzheimer είναι γυναίκες και το 60% των ατόμων φροντίδας στο σπίτι, είναι γυναίκες. Η Κίνα έχει περισσότερα άτομα με άνοια από οποιαδήποτε άλλη χώρα - περίπου 9,5 εκατομμύρια. Η Ινδία, μια χώρα, με μέση ηλικία 28 σε σύγκριση με 38  της Κίνας, και χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής (70 σε σύγκριση με 77) είχε περίπου 4 εκατομμύρια το 2018, ως επί το πλείστον μη διαγνωσμένων - έναν αριθμό που μπορεί να φτάσει τα 7,5 εκατομμύρια έως το 2030. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, περίπου 9,1 το 2018, η Αμερική 6 και Ιαπωνία 5.
Σε αντίθεση με το αυξανόμενο μέγεθος του παγκόσμιου πληθυσμού, αυτοί οι αριθμοί μπορεί να φαίνονται διαχειρίσιμοι. Αυτό, όμως είναι απατηλό. Κανένα μέρος του κόσμου, πλούσιο ή φτωχό, δεν είναι εξοπλισμένο για να αντιμετωπίσει την κλίμακα των προβλημάτων που δημιουργεί η άνοια. Δεν υπάρχει θεραπεία και ακόμη και οι πιο ελπιδοφόρες νέες θεραπείες θα έχουν μόνο ήπιο αντίκτυπο. Επομένως, όλοι αυτοί οι ασθενείς με άνοια θα πρέπει να φροντίζονται - συχνά για μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Η ανθρώπινη φροντίδα απαιτεί μεγάλο αριθμό νοσηλευτών και τεράστια χρηματικά ποσά. Μια εκτίμηση που ανέφερε ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.O.Υ.), υπολόγισε το ετήσιο παγκόσμιο κόστος της φροντίδας των ατόμων με άνοια σε 1 τρίς. δολάρια το 2018 που θα ανέλθουν σε 2 τρις., έως το 2030 - ένα σύνολο «που θα μπορούσε να υπονομεύσει την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη παγκοσμίως και να κατακλύσει την υγεία και κοινωνικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων συγκεκριμένων συστημάτων μακροχρόνιας περίθαλψης », σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ. Στην Ιαπωνία, οι κυβερνήσεις προσπάθησαν για δεκαετίες να δημιουργήσουν συστήματα για την αντιμετώπιση του προβλήματος, αλλά αξιωματούχοι παραδέχονται πως δεν είναι βιώσιμα. Δεν θα υπάρχουν ούτε χρήματα ούτε νοσηλευτές για να τα αντιμετωπίσουν. Το 2018, το μέσο κόστος ζωής για έναν Αμερικανό με άνοια υπολογίστηκε σε περίπου 350.000 δολάρια, με το 70% να είναι το κόστος της φροντίδας στο σπίτι, το οποίο επωμίζονται οι οικογένειες και βέβαια δεν καλύπτεται από ασφαλιστικές εταιρίες. Πολλές φτωχότερες χώρες δεν έχουν ακόμη τα μέσα να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

Η πανδημία κατέδειξε την ευθραυστότητα πολλών συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης και επέστησε την προσοχή στον μεγάλο αριθμό ατόμων με άνοια που καταλαμβάνουν νοσοκομειακά κρεβάτια κυρίως λόγω της έλλειψης εναλλακτικών δομών για τη φροντίδα τους. Όταν ο ιός νικηθεί, η άνοια θα συνεχίσει να εξαπλώνεται. Στο βιβλίο της «Where Memories Go», ένα αφιέρωμα στη μητέρας της, που έπασχε από  Alzheimer, η Sally Magnusson, δημοσιογράφος, αποκαλεί την άνοια «ίσως τη μεγαλύτερη κοινωνική, ιατρική, οικονομική, επιστημονική, φιλοσοφική και ηθική πρόκληση της εποχής μας». Υπερβολή; Πολλοί πολιτικοί φαίνεται να συμφωνούν με την κ. Magnusson.
Το 2013 ο πρωθυπουργός της  Βρετανίας, David Cameron, χρησιμοποίησε την προεδρία του στο G8, για να συγκαλέσει «σύνοδο κορυφής για την άνοια». Άλλοι ηγέτες έχουν επίσης υιοθετήσει την ιδέα. Ο Moon Jae-in, πρόεδρος της Νότιας Κορέας, έκανε εκστρατεία για να υποχρεώσει το κράτος να αναλάβει περισσότερο από το βάρος της περίθαλψης της άνοιας.
Στη Βρετανία, το 52% των ανθρώπων γνωρίζει κάποιον με την πάθηση. Και δεν έχουν ξεφύγει διάσημοι: Ο Harold Wilson, ο Ronald Reagan και η Margaret Thatcher είχαν άνοια, μαζί με πολλούς άλλους πολιτικούς, αθλητικούς αστέρες και συγγραφείς.
Δύσκολα, λοιπόν, θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως το θέμα της άνοιας δεν απασχολεί την επικαιρότητα.
Ωστόσο, οι άνθρωποι που υποστηρίζουν φιλανθρωπικά ιδρύματα άνοιας σε όλο τον κόσμο έχουν δίκιο όταν δηλώνουν πως η όλη προσπάθεια είναι υποχρηματοδοτούμενη. Ο κορωνοϊός είναι βέβαιο πως θα επιδεινώσει τα πράγματα, καθώς η πανδημία απορροφά χρήματα και ιατρική εμπειρία. Ήδη η έρευνα για την άνοια λαμβάνει πολύ λιγότερα χρήματα από τον καρκίνο ή τη στεφανιαία νόσο. Μια παγκόσμια μελέτη το 2018 διαπίστωσε 250.000 ερευνητικές εργασίες σχετικές με την άνοια σε σύγκριση με 3 εκατομμύρια για τον καρκίνο. Αυτό συμβαδίζει με τη χρηματοδότηση στη Βρετανία, σύμφωνα με το φιλανθρωπικό ίδρυμα Alzheimer’s Research UK, όπου η άνοια προσελκύει το 7,4% των ποσών που πηγαίνουν στον καρκίνο και το 12% των χρημάτων για παιδιά.
Η παλιά αντίληψη ότι η άνοια είναι ένα φυσικό μέρος της διαδικασίας γήρανσης είναι βαθιά ριζωμένη - υποστηρίζεται από τα δύο τρίτα των ανθρώπων και από το 62% των ιατρών, σύμφωνα με έρευνα του περασμένου έτους από το Alzheimer's Disease International (ADI), μια ομάδα υπεράσπισης. Διαπιστώθηκε  επίσης ότι ένας στους πέντε ανθρώπους αποδίδει την άνοια σε κακή τύχη και σχεδόν το 10% στη θέληση του Θεού. Το 2% κατηγόρησε τη μαγεία. Αυτή η πεποίθηση, που διατηρείται σε ορισμένες αφρικανικές χώρες, όπου τα άτομα με άνοια μπορεί να αποφεύγονται ή να διώκονται, είναι το πιο έντονο παράδειγμα του στίγματος που συνδέεται με την άνοια. Καμία άλλη αναπηρία, επισημαίνει η κ. Swaffer,  δεν αντιμετωπίζεται με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η άνοια. Όπως το λέει η ADI στην ετήσια έκθεσή της για το 2019: «Όταν ένα άτομο διαγνωστεί με άνοια, η κατάσταση αναλαμβάνει πλέον να περιγράψει το  ποιος είναι. Το στίγμα ακυρώνει την προσωπικότητα ή την προσωπική ιστορία του ατόμου».
Πέρα  από το στίγμα που φέρνει η άνοια , υπάρχει ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι προτιμούν να μην αντιμετωπίζουν την κατάσταση άνοιας: φόβος. Γνωρίζοντας πόσο πιθανό είναι να το αναπτύξουν και βλέποντας τις δύσκολες ζωές εκείνων που  την έχουν ήδη, προτιμούν να κοιτάζουν αλλού - ελπίζοντας απλά ότι μια μέρα θα βρεθεί μια θεραπεία.
Πηγή: Economist