Ελληνικά μυαλά που αυτοεξορίζονται...

 Τα στατιστικά δεν ξέρω αν λένε πάντα την αλήθεια…..ξέρω όμως ότι η ανεργία έχει χτυπήσει καρακόκκινο. Η έξοδος, ηρωική ή μη φαντάζει μονόδρομος, περισσότερα όμως θα μας πει ο  Μανόλης Πατσουράκης από το greeklish.info


Όσο η κρίση βαθαίνει χωρίς προοπτική ανάκαμψης η μετανάστευση αποτελεί όλο και περισσότερο δελεαστική επιλογή για τους νέους αν όχι μονόδρομο.

Είναι γεγονός ότι οι συνθήκες για τη μετανάστευση δεν υπήρξαν ποτέ ιδανικότερες καθώς απέναντι στη μαζική εγκατάλειψη της χώρας το κράτος δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα
χαλιναγώγησης.

Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά έχει καθιερώσει την ελεύθερη μετακίνηση προσώπων, ενώ η υφεσιακή οικονομική διαχείριση δεν αφήνει  περιθώρια για δημιουργία αντικινήτρων. Επιπλέον, ενώ η ΕΕ αναγνωρίζει την πανευρωπαϊκή διάσταση του φαινομένου της ανεργίας των νέων είναι διστακτική απέναντι στη λήψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση της. Φαίνεται δε ότι η ΕΕ συνεχίζει να εθελοτυφλεί αντιμετωπίζοντας την ανεργία των νέων κυρίως ως ανεργία διαρθρωτικού τύπου, αποδίδοντας της κυρίως σε κλαδικές ή γεωγραφικές αναντιστοιχίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.  Ως εκ τούτου πολλοί είναι αυτοί που προσανατολίζονται εκτός των Ευρωπαϊκών συνόρων. Ωστόσο, και εδώ διακρίνεται και το διαφοροποιητικό στοιχείο της σύγχρονης μετανάστευσης από αυτή της δεκαετίας του ’50, οι σύγχρονοι υποδοχείς μεταναστών, είτε εντός είτε εκτός Ευρώπης, είναι πρόθυμοι να υποδεχτούν κυρίως υψηλά καταρτισμένο και φθηνότερο εργατικό δυναμικό σε τομείς που είναι δυσεύρετο στο εσωτερικό (βλ. επαγγελματίες των υπηρεσιών υγείας στην Μ. Βρετανία και αλλού).

Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο ωστόσο είναι αυτό το οποίο έχει επισημανθεί κατά κόρον: Ο φόβος ότι η δυσχερής οικονομική συγκυρία θα στεγνώσει την Ελλάδα από το νεότερο και το πλέον δυναμικό, καταρτισμένο και ελπιδοφόρο τμήμα του πληθυσμού της. Αυτό το τμήμα πέρα από το ότι είναι καλοδεχούμενο στο εξωτερικό είναι και το πλέον κατάλληλα εφοδιασμένο να αφομοιωθεί ταχύτατα και να ευημερήσει, καθώς αποτελεί τον κύριο αποδέκτη – αφομοιωτή του «εξευρωπαϊσμού» στην Ελλάδα. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ενώ μέσω επισήμων ή ανεπίσημων καναλιών η κουλτούρα του ευρωπαϊσμού καλλιεργείται στην χώρα μας εδώ και κάποιες δεκαετίες, η επιτυχία στην προσαρμογή του ελληνικού μοντέλου χαρακτηρίζεται μόνο από σχετική επιτυχία (ή μήπως από παταγώδη αποτυχία;). Το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται ένα ‘υπαρξιακό’ χάσμα στους νέους το οποίο μπορεί μόνο να καλύψει η φυγή προς τις πιο αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης, καθώς εκεί ο νέος και μορφωμένος άνθρωπος μπορεί να «συγκλίνει» ταχύτερα από ότι η χώρα του σαν σύνολο.

Πέρα από την ομολογουμένως υποκειμενική παραπάνω προσέγγιση, είναι ευρύτερα αποδεκτό ότι αυτό που δίνει ώθηση στην μετανάστευση του νεαρού μορφωμένου και υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού είναι η δυνατότητα εργασίας και καλύτερης αμοιβής σε κλειστά ή κορεσμένα εργασιακά αντικείμενα. Επιπλέον, δίνεται διέξοδος στους πτυχιούχους των οποίων οι σπουδές δεν εκτιμώνται στην Ελλάδα καθώς εντάσσονται σε κλάδους οι οποίοι ήταν υπανάπτυκτοι ή ανύπαρκτοι στην χώρα μας ήδη πριν το ξέσπασμα της κρίσης. Ποιες είναι λοιπόν οι προοπτικές της Ελλάδας αν αυτή καταλήξει μια γερασμένη χώρα, αποψιλωμένη από το φυτώριο των νέων επιστημόνων, επαγγελματιών και επιχειρηματιών; Δεδομένου ότι η μετανάστευση των νέων είναι βραχυπρόθεσμα αναπόδραστη, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να την διαχειριστούμε ώστε να μετατραπεί σε πλεονέκτημα και μοχλός επανάκαμψης της Ελλάδας.


Οι νέοι Έλληνες διαφωνούν και έπειτα αποχωρούν
Η καταφυγή στη διαφωνία αντί  της αποχώρησης είναι δυνατή μόνο όταν οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τη βεβαιότητα της αποχώρησης έναντι της αβεβαιότητας μιας βελτίωσης ή αν πιστεύουν πραγματικά ότι έχουν την ικανότητα να επηρεάσουν την οργάνωση

Στην κατανόηση του ελληνικού φαινομένου της μετανάστευσης μπορεί να συμβάλλει ο διάσημος οικονομολόγος Albert O. Hirschman . Ο Hirschman στο έργο του Αποχώρηση, διαφωνία και αφοσίωση (Exit, voice and loyalty), θεωρεί ότι το άτομο έχει δύο επιλογές όταν έρχεται αντιμέτωπο με την χειροτέρευση της ποιότητας ή την αύξηση της τιμής του προϊόντος ή του συλλογικού αγαθού που παράγει μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός. Είτε να αποχωρήσει (exit), δηλαδή να σταματήσει την κατανάλωση του συγκεκριμένου αγαθού και να επιλέξει κάποιο ανταγωνιστικό αγαθό, είτε να διαφωνήσει (voice) αντιδρώντας στην χειροτέρευση έχοντας ως  απώτερο στόχο την επανάκαμψη της τιμής - ποιότητας στο αρχικό της επίπεδο.

 O Hirschman διαχωρίζει αυτές τις δύο δυνατότητες ως υλοποιήσεις της οικονομικής και πολιτικής σκέψης αντίστοιχα. Αυτός ο διαχωρισμός διακρίνεται ξεκάθαρα αν αναλογιστούμε τον τρόπο λειτουργίας των ανταγωνιστικών αγορών της οικονομίας σε αντιδιαστολή με τον σχετικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων. Για έναν πολιτικό επιστήμονα, η πλέον αναμενόμενη συμπεριφορά για ένα διαφωνών μέλος ενός οργανισμού είναι να εκφράσει τη διαφωνία του, τουλάχιστον αρχικά, παρά να αποχωρήσει ακαριαία από αυτόν. Είναι λογικό ωστόσο μια μη επιτυχής διαφωνία να καταλήγει στην αποχώρηση και ως εκ τούτου οι δύο καταστάσεις είναι συμπληρωτικές τουλάχιστον στο πλαίσιο της λειτουργίας πολιτικών και άλλων κοινωνικών οργανώσεων. Αυτό ακριβώς το στοιχείο της συμπληρωματικότητας διαφωνίας και αποχώρησης προσδίδει σταθερότητα στα πολιτικά – κοινωνικά συστήματα. Και στο επίπεδο της οικονομίας ωστόσο ο Hirschman εγείρει σημαντικά ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αποχώρησης και της διαφωνίας στη λειτουργία των πλήρως ανταγωνιστικών αλλά και των μονοπωλιακών – ολιγοπωλιακών αγορών, καθώς η δυνατότητα της άμεσης αποχώρησης περιορίζει την ικανότητα διατήρησης ενός υψηλού επιπέδου ποιότητας και αυξάνει τα φαινόμενα αθέμιτου ανταγωνισμού. Επομένως, η διαφωνία είναι κάτι το απολύτως χρήσιμο για την επιτυχή και σταθερή λειτουργία των κοινωνικών θεσμών, και πρέπει αυτή να εκφράζεται τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο.

Η θεωρία του Hirschman εμμέσως μας παρέχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ερμηνεία της επιλογής της μετανάστευσης. Η καταφυγή στη διαφωνία αντί  της αποχώρησης (μετανάστευσης) είναι δυνατή όταν υφίστανται οι εξής δύο συνθήκες: α) οι πολίτες είναι διατεθειμένοι να ανταλλάξουν τη βεβαιότητα της αποχώρησης έναντι της αβεβαιότητας μιας βελτίωσης στο επιδεινούμενο προϊόν και β) η εκτίμηση που έχουν οι πολίτες ως προς την ικανότητα τους να επηρεάσουν την οργάνωση είναι υψηλή. Είναι σαφές ότι οι Έλληνες πολίτες πλέον δεν διαθέτουν παρά ελάχιστη εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα και οι θεσμοθετημένες δυνατότητες τους για διαφωνία είναι περιορισμένες και αναποτελεσματικές. Επιπλέον, εξηγείται και η τάση για άμεση αποχώρηση του ενεργητικότερου και υποσχόμενου τμήματος του πληθυσμού καθώς αυτό είναι το πλέον ευαίσθητο στην επιδείνωση της ποιότητας του παρεχόμενου αγαθού, ενώ διαθέτει το ανάλογο «πλεόνασμα καταναλωτή» για να αναζητήσει εναλλακτικές που ενέχουν υψηλότερο κόστος (κόστος μετακίνησης και αναζήτησης εργασίας στο εξωτερικό, μετακίνηση ολόκληρης της οικογένειας,  αφομοίωση στο νέο περιβάλλον, εκμάθηση μιας νέας γλώσσας κ.ο.κ).  Επιπλέον, “μόνον καθώς αρχίζουν να μοιάζουν (η μια χώρα στην άλλη) λόγω της προόδου στις επικοινωνίες και στο συνολικό εκσυγχρονισμό, θα προκύψει ο κίνδυνος πρώιμων και υπερβολικών αποχωρήσεων, των οποίων τρέχων παράδειγμα αποτελεί η αφαίμαξη εγκεφάλων (brain drain)".
 
Η αφοσίωση ως λύση

Είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα ψήγματα της «αφοσίωσης» όπως αυτά υπήρχαν στους μετανάστες, τους εξόριστους ή τους αυτοεξόριστους άλλων εποχών, ώστε η φυγή να μην αποτελέσει  μόνον κάτι αρνητικό για την χώρα
  Το μόνο στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ανακόψει την έξοδο είναι η ύπαρξη «αφοσίωσης». Η αφοσίωση αυξάνει το κόστος της αποχώρησης, βοηθάει στην ανάκτηση της ισορροπίας και οδηγεί τους ανθρώπους σε άλλους τρόπους δράσης. Η μη ύπαρξη όμως των κατάλληλων διεξόδων για την άσκηση της διαφωνίας στραγγαλίζει και αυτήν ακόμα την αφοσίωση που μπορεί να τρέφει ο Έλληνας προς την χώρα του.Αν λοιπόν σύμφωνα με την παραπάνω ανάλυση η ροπή των νέων προς τη μετανάστευση είναι προς το παρόν μη αναστρέψιμη, οι προσπάθειες της πολιτείας θα πρέπει να επικεντρωθούν στον επαναπροσεταιρισμό των αποχωρούντων σε βάθος χρόνου. Σε μια τέτοια προοπτική κύριο ρόλο θα διαδραματίσει το κατά πόσο οι  Έλληνες θα συνεχίζουν να ενδιαφέρονται για τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση τους. Θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί ούτε πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Για αυτό το λόγο θα πρέπει να καθιερωθούν δίαυλοι συνεχούς επικοινωνίας με το νέο ελληνικό στοιχείο του εξωτερικού. Είναι σημαντικό να διατηρηθούν τα ψήγματα της «αφοσίωσης» όπως αυτά υπήρχαν στους μετανάστες, τους εξόριστους ή τους αυτοεξόριστους άλλων εποχών, ώστε η φυγή να μην αποτελέσει  μόνον κάτι αρνητικό για την χώρα. Πρέπει να δημιουργηθούν συνθήκες για «διαφωνία από έξω» αλλά και τον επηρεασμό των κυβερνήσεων των χωρών στις οποίες ζουν και εργάζονται. Μέσω της δημιουργίας δομών για τη διατήρηση της αφοσίωσης, η εμπειρία που αποκομίζει ο μετανάστης θα επηρεάσει αναμφισβήτητα τη διαδικασία της μεταρρύθμισης στο εσωτερικό αλλά και την αντίληψη των ξένων για τις Ελληνικές υποθέσεις. Αν μη τι άλλο, αυτός είναι και ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί η πιθανότητα του επαναπατρισμού.

Βεβαίως, η κύρια πρωτοβουλία για συλλογική δράση στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανήκει στο κράτος. Είναι θετικό ωστόσο το ότι οι περισσότεροι μετανάστες  διατηρούν σχετικό ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα τους, αν και οι σύγχρονες συνθήκες παρουσιάζουν το κίνδυνο η μετανάστευση να διαρρήξει  τον εθνικό δεσμό. Για αυτό τον λόγο απέναντι στις αφομοιωτικές επιδράσεις της ευημερίας, ο Έλληνας θα πρέπει να παραμείνει συνδεδεμένος με την «ελληνικότητα». Ας έχουμε στο μυαλό τα  λόγια του Νίκου Καζαντζάκη κάθε φορά που μπαίνουμε στον πειρασμό να επιδοθούμε σε μεγαλόστομους αφορισμούς για τη χώρα μας: « Να δημιουργήσουμε από την λάσπη τούτη την ελληνική, το πρόπλασμα της θεότητας. Από την ευτυχία, από τη δόξα και την καλοπέραση ποτέ δεν πλάθεται ο θεός. Μόνο από τη ντροπή την ατιμία και τα δάκρυα. Μια cause perdue είναι η Ελλάδα. Ας την αναλάβουμε. Μόνον οι αριβίστες και οι έμποροι αγαπούν τις σίγουρες υποθέσεις».     


Επιμέλεια :Γιώργος Μονάντερος
Πηγή: greeklish.info


 apenanti.gr