ΚΛΩΣΤΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ Eύη Μουζάκη-Μια κυρία της ακμάζουσας κάποτε βιομηχανίας μας

Μια κυρία της ακμάζουσας κάποτε εγχώριας βιομηχανίας αποχωρεί από το υποκατάστημα της Alpha Bank στη Γλυφάδα.

Ο λόγος για την κα Εύη Μουζάκη της οικογένειας που έχει τις “ΚΛΩΣΤΑΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ”.

Η επιχείρηση ιδρύθηκε το 1944 από τον Ελευθέριο Δ. Μουζάκη και είχε σαν αντικείμενο την παραγωγή και εμπορία κλωστών ραφής. Από το 1957 δραστηριοποιείται αποκλειστικά με το εμπόριο.

Η κα Μουζάκη ευγενέστατη-πραγματική κυρία-αποχωρεί με την ευγενική συνοδεία του

διευθυντή του καταστήματος και εξαίρετου ανθρώπου κ. Παναγιώτη Τζόρβα.


Ελευθέριος Μουζάκης>Ο Eπιχειρηματίας-θρύλος
Πατριάρχης της κλωστοϋφαντουργίας, αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, πατέρας του ελληνικού επιχειρηματικού μάρκετινγκ, ο πιο ειλικρινής φορολογούμενος, ο πιο επιτυχημένος βιομήχανος με ρεκόρ εξαγορών και μια σειρά άλλοι χαρακτηρισμοί, συνόδευαν καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του το όνομα του Ελευθερίου Μουζάκη



Ο Χρήστος Κορφιάτης θα γράψει στο ΒΗΜΑ για τον πιο ειλικρινή Ελληνα φορολογούμενο>

Γεννημένος στη Σμύρνη τις 25 Μαρτίου του 1913, γιος τσαγκάρη που μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, ο Ελευθέριος Μουζάκης βίωσε την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής και της προσφυγιάς, αντιμετωπίζοντας με περηφάνια τις στερήσεις και τη φτώχεια, προτού στραφεί και μεγαλουργήσει στον χώρο της ελληνικής βιομηχανίας. Σε ηλικία 10 ετών έγινε ο μικρότερος υπαίθριος μανάβης του Πειραιά. Το πρωί πήγαινε σχολείο και το απόγευμα πουλούσε είδη μαναβικής, αλλά κατά διαστήματα και ό,τι άλλο έβλεπε πως άξιζε να πουλάει κανείς στους δρόμους – από μυγοπαγίδες και ναφθαλίνες ως σοκολάτες.

Αργότερα, όταν τελείωσε το δημοτικό και γράφτηκε σε σχολαρχείο, κουβαλούσε νερό στους ώμους σε νταμιτζάνες στα βαπόρια σερβίριζε καφέδες στην Τρούμπα και πουλούσε γλυκά του κουταλιού, λουκούμια, στραγάλια, καραμέλες, λεμόνια.

Είχε συλληφθεί να πουλάει ντομάτες χωρίς άδεια. «Τις πούλαγα για να ζήσω, σπουδάζω και ο πατέρας μου δεν έχει λεφτά να ζήσουμε» είχε προλάβει να πει στο δικαστήριο προτού τον πιάσουν τα κλάματα. Γλίτωσε τα χειρότερα με ένα πρόστιμο 25 δραχμών της εποχής, που θα έπρεπε να πληρώσει όταν ενηλικιωνόταν. «Θεωρώ τον εαυτό μου περήφανο που αξιώθηκα να κάνω το καθήκον μου στην πολιτεία» θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωνε ότι ο Ελευθέριος Μουζάκης ήταν ο ειλικρινέστερος έλληνας φορολογούμενος μεταξύ όλων των επιχειρηματιών. Δήλωνε και πλήρωνε περισσότερα από όλους τους «βαρύγδουπους» βιομηχάνους.


Στα 21 του χρόνια, το 1934, κρίθηκε ώριμος να αναλάβει καθήκοντα διευθυντή ενός εργοστασίου που απέκτησε η εταιρεία αυτή. Ηταν το μικρό εργοστάσιο κλωστών «Τριών Αστέρων» που αποτέλεσε το ερέθισμα για τη δημιουργία της μεγαλύτερης ελληνικής κλωστοβιομηχανίας και της τρίτης μεγαλύτερης στην Ευρώπη. Χάρη σε αυτό έμαθε την τέχνη και τα μυστικά των κλωστών. Η κλωστική εταιρεία Ραζή, αντιμέτωπη τότε με τον παντοδύναμο Γιάννη Θεοδωρακόπουλο, τον μετέπειτα εφοπλιστή που έλυνε και έδενε στην αγορά με τις κλωστές «Κιθάρα», έμελλε να ήταν το τελευταίο αφεντικό του.

Αρνήθηκε πρόταση του Θεοδωρακόπουλου να δουλέψει για αυτόν και να πολεμήσει τον Ραζή, αλλά το 1939, χωρίς να αποχωρήσει από αυτόν, ανοίχτηκε στην αγορά των κλωστών με δική του, συμπληρωματική δουλειά. Εχοντας την υποστήριξη του Ραζή και άλλων επιχειρηματιών που είχαν εκτιμήσει τις αρετές του, έβγαλε μια πρώτη παρτίδα νημάτων και ακολούθησε με διορατικότητα πολιτική συγκέντρωσης νημάτων και μετάταξης για ράψιμο.
Η φίρμα Ραζή αρνήθηκε στη διάρκεια του πολέμου να χορηγεί, ως ώφειλε, κάποιο εισόδημα στην οικογένειά του. Επιστρέφοντας λοιπόν από το αλβανικό μέτωπο, ο Ελευθέριος Μουζάκης βάδισε στον δικό του επιχειρηματικό δρόμο, με εμπόριο κλωστών αλλά και κάθε είδους ενδυμάτων. Μια μονοκέφαλη χειροκίνητη μηχανή ήταν η πρώτη που απέκτησε και έκανε «χρυσές δουλειές». Προτού ξεσπάσει ο Εμφύλιος είχε νοικιάσει ένα εργοστάσιο στην οδό Αδριανού 61 με δύο ποδοκίνητες μηχανές, τις οποίες λειτουργούσαν τα δύο αδέλφια του.

Η «Πεταλούδα» του, το σήμα κατατεθέν της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, κυκλοφόρησε πρώτη φορά κουβαρίστρα το 1950 και ήταν τέτοια η απήχηση της δουλειάς του και η φήμη που αποκτούσε, ώστε το 1951 ο γαλλικός κολοσσός των κλωστών DMC τού πρότεινε να συσκευάζει στην Ελλάδα ορισμένα προϊόντα του, ενώ μεγάλοι ως τότε εισαγωγείς των προϊόντων αυτών κερδοσκοπούσαν κάνοντας μαύρη αγορά. Γρήγορα αντιμετώπισε έναν, όπως έλεγε, ανελέητο πόλεμο.

Καθώς απέκτησε μεγάλους πελάτες, προκάλεσε την οργίλη αντίδραση ισχυρών οίκων της εποχής και τελικά και του ίδιου του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών υπό τον Χριστόφορο Κατσάμπα της Πειραϊκής Πατραϊκής, αφού συγκρούστηκε ανοικτά με πασίγνωστα «τζάκια» που κυριαρχούσαν στην κλωστοϋφαντουργία. «Ο Μουζάκης θα καταπιεί όλους τους άλλους…» τον κατηγορούσαν.

«Προτιμώ να πέσω μαχόμενος για μια έντιμη δημιουργία παρά να γίνω βορά ενός ανέντιμου ανταγωνισμού» ήταν η απάντησή του σε όσους του ζητούσαν «για το καλό του» να αλλάξει επάγγελμα και απειλούσαν ακόμη και τη ζωή του, όπως αρκετά χρόνια αργότερα θα εξομολογηθεί. Ηταν τέτοια η επιτυχία της «Πεταλούδας» και της συνεργασίας του με την DMC ώστε άλλοι γάλλοι ανταγωνιστές που διατηρούσαν εργοστάσιο στον Βοτανικό το έκλεισαν. Ο ένας μετά τον άλλον οι έλληνες ανταγωνιστές συνθηκολόγησαν, εξαγοράστηκαν από την «Πεταλούδα», συχνά παρακαλώντας την. Δεκαεπτά εργοστάσια-βιοτεχνίες κλωστών ραφής περιήλθαν υπό τον έλεγχό της.

Το 1954, ύστερα από έναν διαφημιστικό και εμπορικό «πόλεμο μέχρις εσχάτων», τέθηκαν και οι «Κλωστές Κιθάρα» υπό τον έλεγχο του Ελ. Μουζάκη, ο οποίος κατέληξε να κατέχει το 95%-97% της αγοράς σε κλωστικά είδη οικιακής και βιομηχανικής χρήσης. Το 1962 αποδέχθηκε πρόταση τού άλλοτε «φοβερού ανταγωνιστή» του διανοούμενου επιχειρηματία και προέδρου του ΕΒΕΑ επί σειράν ετών Χρήστου Πανάγου και εξαγόρασε και τη δική του κλωστική μονάδα κεντήματος.

Τον είχε ενθουσιάσει, όπως εξηγούσε αργότερα, ένα βιβλίο με τον τίτλο «Το ημερολόγιο ενός Πειραιώτη επιχειρηματία του 5ου αιώνα π.Χ.»
, το οποίο είχε γράψει ο Χρήστος Πανάγος. Ισως επειδή ο ήρωας του βιβλίου Θεαγένης, δημιουργός ενός Θεαγένειου Εμπορικού Κέντρου στον Πειραιά το 500 π.Χ., στα γεράματά του είχε θέσει το εξής ερώτημα: «Γιατί να θεωρούμε ήρωες μόνο αυτούς που νίκησαν σε πολεμικές επιχειρήσεις και όχι και όσους με τη δραστηριότητά τους εξουδετέρωσαν ξένες εμπορικές και βιομηχανικές δυνάμεις, οι οποίες σκόπευαν να υποτάξουν οικονομικά την πατρίδα τους ή και όσους με τα πλούτη τους, προϊόν τίμιων, πολύχρονων και κοπιαστικών αγώνων,θωράκισαν αμυντικά την πόλη τους με τους φόρους που πλήρωναν και ακόμη με τα πλούτη τους έδωσαν τη δυνατότητα στους συμπολίτες τους να κάνουν χρήση τόσων έργων κοινής ωφελείας και να θαυμάζουν τόσα καλλιτεχνικά αριστουργήματα;».    πηγή