Amartya Sen – Γιατί υπάρχει πείνα; Το δικαίωμα στα τρόφιμα και οι οικονομικές αλυσίδες.

Η πείνα, τα δικαιώματα επί των τροφίμων και οι διασυνδέσεις.
Το ερώτημα «Γιατί υπάρχει πείνα;» δεν είναι καινούριο, παραμένει το ίδιο επίκαιρο, όσο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να ναι η ίδια, όπως στο παρελθόν.
Η τεράστια εξάπλωση της παραγωγικής δύναμης, ιδιαίτερα στη γεωργία, που έγινε κατά τους τελευταίους αιώνες εξασφάλισε αρκετά τρόφιμα σε όλους. Η εξακολούθηση της χρόνιας
πείνας και των σοβαρών λιμών, παρά το ότι οι παραγωγικές δυνατότητες είναι περισσότερο από αρκετές, θέτει μία σειρά ερωτημάτων που δεν έχουν άμεση σχέση, με το παρελθόν, όταν οι παραγωγικές δυνατότητες ήταν πολύ πιο περιορισμένες.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα θέματα που αφορούν σε τεχνολογικές αλλαγές και στη διεύρυνση της παραγωγής έπαψαν να είναι σημαντικά. Μπορούν να επιτευχθούν, σίγουρα, πολλά περισσότερα και οι ανταμοιβές από τη διεύρυνση της παραγωγής να γίνουν πράγματι ουσιαστικές. Έστω, όμως, και με τις υπάρχουσες τεχνολογίες και τα σημερινά επίπεδα γνώσεων, μια καλύτερη ρύθμιση των πόρων που διαθέτουμε και ένα καλύτερο σύστημα διανομής μπορούν να εξαλείψουν μεγάλο μέρος των διατροφικών ελλειμμάτων που παρατηρούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο σήμερα. Η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής.
Η παραγωγή, η διανομή και η κατανάλωση των τροφίμων συνδέονται με ένα είδος αλυσιδωτής σχέσης – που ενώνει τους παραγωγούς με τις αγορές, τις αγορές με τους αγοραστές και τους αγοραστές με τους καταναλωτές. Η στέρηση της τροφής, η πείνα και η λιμοκτονία μπορούν να δημιουργηθούν από τη δυσλειτουργία οποιουδήποτε από τους κρίκους αυτούς. Ένα άτομο υποφέρει από στέρηση τροφής και επακόλουθο υποσιτισμό, νοσηρότητα και ίσως πεθάνει αν δεν μπορέσει να εξασφαλίσει αρκετά τρόφιμα.
Για παράδειγμα, αν ένα άτομο δεν έχει τα μέσα για να αγοράσει αρκετά τρόφιμα, δεν είναι σε θέση να ζητήσει τα τρόφιμα αυτά στην αγορά. Μέχρι το σημείο όπου η προμήθεια τροφίμων και τελικά η παραγωγή διατροφικών αγαθών εξαρτάται από τη ζήτηση της αγοράς, η απουσία της ζήτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη προμήθεια και παραγωγή τροφίμων. Εκ πρώτης όψεως, ενώ μπορεί να φαίνεται ότι δεν υπάρχουν αρκετά τρόφιμα για τις ανάγκες ενός συγκεκριμένου ατόμου, η αιτία του προβλήματος μπορεί να βρίσκεται στην έλλειψη ζήτησης και εξ αυτής περισσότερο στην έλλειψη μέσων για να τα αγοράσει, παρά στους περιορισμούς των παραγωγικών δυνατοτήτων. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες οικονομίες του κόσμου, η αντίδραση της παραγωγής και της προμήθειας στις τιμές και τη ζήτηση αποδεικνύει τη σπουδαιότητα του παράγοντα ζήτησης στον καθορισμό της παραγωγής και της προμήθειας.
Για να καταλάβουμε τη φύση της πείνας, πρέπει να εξετάσουμε τα «δικαιώματα» ενός ατόμου στα τρόφιμα και τα σχετικά αγαθά. Ένα άτομο που λιμοκτονεί και δεν έχει τα μέσα να εξασφαλίσει τρόφιμα υποφέρει από την απώλεια του δικαιώματος του και οι βαθύτερες αιτίες γι’ αυτό μπορεί να βρίσκονται σε παράγοντες πέραν αυτής καθαυτής της παραγωγής τροφίμων. Σε κάθε κοινωνικό και οικονομικό σύστημα υπάρχουν κανόνες που διέπουν τα δικαιώματα που ασκεί αντίστοιχα ο πληθυσμός στα τρόφιμα και τα άλλα χρειώδη. Σε μια οικονομία που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία, τα δικαιώματα αυτά συνδέονται στενά με την ικανότητα ενός ατόμου να έχει στην κυριότητά του τρόφιμα και άλλα σχετικά αγαθά.
Για να καταλάβουμε τον καθορισμό των δικαιωμάτων πρέπει να εξετάσουμε τη δυναμική θέση ενός ατόμου (δηλαδή, ποια αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να ανταλλάξει με τρόφιμα), καθώς επίσης και τις δυνατότητες  ανταλλαγής(δηλαδή ,σε ποιες τιμές μπορεί ένα άτομο να ανταλλάξει τα αγαθά με τρόφιμα) Στην ανάλυση του δικαιώματος σε σχέση με τη στέρηση των τροφίμων και την πείνα που επεχείρησα να παρουσιάσω άλλου, κυρίως στο βιβλίο μου Πενία και Λιμοί (Sen, 1981), διερευνήθηκαν αντίστοιχα οι αποφασιστικής σημασίας ρόλοι της σχέσης τόσο της δυναμικής, όσο και των δυνατοτήτων ανταλλαγής.
Πηγαίνοντας πέρα από τα συστήματα της αγοράς, πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι τύποι δικαιωμάτων, προκειμένου να κατανοήσουμε το δικαίωμα επί των τροφίμων που μπορεί να απολαύσει ένα άτομο. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν διεκδικήσεις από το κράτος, όπως το δικαίωμα στην εργασία (αν αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα), το δικαίωμα σε επιδόματα ανεργίας (αν υπάρχουν τέτοιες ρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση), και ούτω καθεξής. Ένα άτομο μπορεί να εξασφαλίσει τρόφιμα κάνοντας χρήση των ποικίλων αυτών δικαιωμάτων, ενώ η ανάλυση του δικαιώματος όσον αφορά στην πείνα γενικότερα και στο λιμό ειδικότερα πρέπει να λάβει υπόψη τη διάρθρωση των θεσμών – που αφορούν σε νομικούς και πολιτικούς, καθώς επίσης και οικονομικούς παράγοντες -, οι οποίοι καθορίζουν το δικαίωμα ενός ατόμου και, μέσω αυτού, την ικανότητά του να αποφύγει τη λιμοκτονία, τον υποσιτισμό και τη στέρηση.
πείναΠρέπει να ξεχωρίσουμε δυο διαφορετικές όψεις της ύπαρξης πείνας. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα των περιοδικών λιμών, της έντονης ασιτίας και της μαζικής θνησιμότητας. Παρά την τεράστια αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων και του εθνικού εισοδήματος στον κόσμο, εξακολουθούν να υπάρχουν σ’ ολόκληρη τη γη σοβαροί λιμοί. Οι λιμοί στην Αιθιοπία, στη Σομαλία, το Σουδάν, τη Μοζαμβίκη, τις χώρες της περιοχής του Σαχέλ, στη Μπιάφρα, στο Μπαγκλαντές και την Καμπότζη δεν είναι παρά ελάχιστα παραδείγματα -μπορούμε να δώσουμε πολλά περισσότερα.
Αυτό το πρόβλημα της συνεχούς εμφάνισης των λιμών πρέπει να διαχωριστεί από το πρόβλημα της συνεχούς στέρησης της τροφής, της πείνας και του υποσιτισμού σ’ ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Πολύ πιο συχνά, στην πραγματικότητα, το τίμημα της πείνας δεν είναι διόλου δραματικό, με εκατομμύρια να πεθαίνουν φανερά (όπως συμβαίνει με τους λιμούς). Αντίθετα, η ενδημική πείνα σκοτώνει με πιο κρυφό τρόπο .Ο κόσμος υποφέρει από διατροφικά ελλείμματα και μεγαλύτερη ευπάθεια στις ασθένειες και τις μολύνσεις. Η ανεπάρκεια στα τρόφιμα, μαζί με την έλλειψη σχετικών αγαθών (όπως είναι οι υπηρεσίες υγείας, η ιατρική φροντίδα, το καθαρό νερό, κλπ.), αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα. Όλα γίνονται σχετικά ήσυχα, χωρίς να υπάρχουν θεαματικοί θάνατοι από πείνα. Η διαδικασία αυτή είναι μάλιστα τόσο ανεπαίσθητη, που είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς τη φοβερή αυτή αλληλουχία στέρησης, εξασθένησης και αποδεκατισμού που λαμβάνει χώρα και που αφορά -σε διαφορετικούς βαθμούς- πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού των φτωχών χωρών στον κόσμο.
Για να γίνουν κατανοητά τα αίτια της συνήθους πείνας και του χρόνιου υποσιτισμού από τη μια πλευρά, και των σοβαρών λιμών από την άλλη, πρέπει να εξεταστεί η αντίστοιχη απώλεια του δικαιώματος. Ενώ η συνήθης πείνα είναι κατά το πλείστον απόρροια ελλιπούς δικαιώματος σε μόνιμη βάση, οι λιμοί είναι το αποτέλεσμα καταστροφικής έκπτωσης του δικαιώματος, που συνήθως γίνεται απότομα. Οι ακτήμονες αγρότες σε μια φτωχή αγροτική οικονομία μπορεί να βρίσκονται σε μια κατάσταση χρόνιας αδυναμίας εξασφάλισης της τροφής και τούτο να φαίνεται στο διαρκή υποσιτισμό των οικογενειών στις συγκεκριμένες αυτές ομάδες των ακτημόνων.
Η κατάσταση αυτή δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε δραματική λιμοκτονία και άμεση θνησιμότητα. Η στέρηση, ωστόσο, της τροφής κάνει τις οικογένειες πιο ευάλωτες στις αρρώστιες και αυξάνει τις πιθανότητες πρόωρων θανάτων. Έτσι η εποχιακή ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί, καθώς και άλλες οικονομικές στερήσεις, αποτυπώνονται στην κατάσταση της υγείας και τα δημογραφικά δεδομένα των ατόμων αυτών.
Όλα αυτά, όμως, συμβαίνουν σχετικά αθόρυβα. Αντίθετα, τα μέλη αυτής της ομάδας των ακτημόνων αγροτών μπορεί να πεθάνουν ξαφνικά, σε μεγάλους αριθμούς, αν μειωθούν δραματικά οι θέσεις εργασίας, ή σημειωθεί μια απότομη αύξηση στις τιμές των τροφίμων, κάτι που προαναγγέλλει λιμό. Στην περίπτωση αυτή, η απώλεια του δικαιώματος παίρνει οξύτερη και σοβαρότερη μορφή. Βέβαια, και οι δύο αυτές καταστάσεις μπορούν να παρατηρηθούν στην ίδια χώρα, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.
Για παράδειγμα, στο Μπαγκλαντές, η συνήθης απώλεια του δικαιώματος συνδέεται αιτιακά με το συστηματικό υποσιτισμό του φτωχότερου αγροτικού πληθυσμού, χωρίς την ύπαρξη διαρκούς λιμού, ωστόσο ο ίδιος αυτός πληθυσμός είχε τα περισσότερα θύματα όταν ενέσκηψε λιμός, το 19742. Οι οικονομικές διαδικασίες που ενέχονται για τη συνήθη πείνα και τους περιστασιακούς λιμούς μπορεί να είναι σαφείς, αλλά και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η απώλεια του δικαιώματος επί των τροφίμων και των σχετικών αγαθών, σε διάφορες μορφές.
Παραγωγή και δικαιώματα 
Για να κατανοήσουμε την πείνα και το λιμό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στη δυσλειτουργία των διαφόρων κρίκων της τροφικής αλυσίδας, που καλύπτει τους τομείς της παραγωγής, της διανομής και της αξιοποίησης, οι οποίοι είναι διαφορετικές όψεις του συσχετισμού των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, οι λιμοί μπορεί να οφείλονται σε αδυναμία της παραγωγής, που οδηγεί
  • (α) σε άμεση έκπτωση του δικαιώματος εκείνων, π. χ. των αγροτών, των οποίων τα μέσα επιβίωσης εξαρτώνται από τα τρόφιμα που παράγουν μόνοι τους, ή
  • (β) σε μια απότομη αύξηση των τιμών που επιδρά στην ικανότητα εξασφάλισης της τροφής εκείνων που πρέπει να την αγοράσουν.
Ένας λιμός, όμως, μπορεί να ενσκήψει χωρίς μείωση της παραγωγής και μάλιστα μπορεί ορισμένες φορές να συμβεί σε περιόδους υπερεπάρκειας τροφίμων. Υπήρξαν, πράγματι, τα τελευταία χρόνια πολλοί μεγάλοι λιμοί, χωρίς μείωση στην παραγωγή τροφίμων ή την κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα. Ο λιμός της Βεγγάλης το 1943, οι λιμοί στην Αιθιοπία το 1973 και το 1982, καθώς και ο λιμός στο Μπαγκλαντές το 1974, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του λιμού στο Μπαγκλαντές το 1974, η παραγωγή τροφίμων και η κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα ήταν μεγαλύτερη από όσο σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο των τριών προηγούμενων χρόνων αλλά και των δύο επόμενων. Αν κάποιος εξέταζε μόνο την παραγωγή τροφίμων για να προβλέψει την πείνα, σίγουρα δεν θα επέλεγε το 1974 ως έτος λιμού, και όμως αυτή ακριβώς τη χρονιά ενέσκηψε ο λιμός.
Για να κατανοήσουμε το συγκεκριμένο λιμό – αλλά και άλλους λιμούς -πρέπει να εξετάσουμε το δικαίωμα επί των τροφίμων των διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών και το πώς αυτό μεταβάλλεται με το χρόνο. Στην περίπτωση του λιμού στο Μπαγκλαντές το 1974, οι ομάδες-θύματα επηρεάστηκαν
  • (α) από την απώλεια των αγροτικών θέσεων εργασίας, αποτέλεσμα των πλημμυρών κατά την εποχή της φύτευσης και της μεταφύτευσης,
  • (β) από τις γενικές πληθωριστικές πιέσεις της οικονομίας που οδήγησαν σε μείωση των πραγματικών αμοιβών και
  • (γ) από τις απότομες αυξήσεις των τιμών των τροφίμων τους μήνες που ακολούθησαν τις πλημμύρες, για τις οποίες ενέχονται και πολλές κερδοσκοπικές δραστηριότητες.
Η δυσαρμονία ανάμεσα στην αιτιακή ανάλυση των λιμών σε σχέση με τη μείωση της παραγωγής τροφίμων και της διαθεσιμότητας, από τη μία πλευρά, και της απώλειας των δικαιωμάτων από την άλλη, δεν έγκειται στο γεγονός ότι η διαθεσιμότητα και το δικαίωμα δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Συνδέονται, φυσικά, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
  • Πρώτον, για πολύ κόσμο, όπως οι αγρότες, η παραγωγή τροφίμων από τους ίδιους τους δίνει το βασικό δικαίωμα επί των τροφίμων αυτών.
  • Δεύτερον, ένα στοιχείο που επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα οποιουδήποτε να αγοράσει τρόφιμα είναι η τιμή τους και η τιμή αυτή επηρεάζεται από την παραγωγή και τη διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία.
  • Τρίτον, η παραγωγή τροφίμων μπορεί επίσης να αποτελέσει μεγάλη πηγή απασχόλησης και οποιαδήποτε μείωση στην παραγωγή των τροφίμων (που μπορεί να οφείλεται, ας πούμε, σε ξηρασία ή πλημμύρα), μειώνει την απασχόληση και το εισόδημα μέσω της ίδιας διαδικασίας που οδηγεί στη μετέπειτα μείωση της παραγωγής και της διαθεσιμότητας των τροφίμων.
  • Τέταρτον, αν και όταν ενσκήψει λιμός, η ύπαρξη αποθεμάτων τροφίμων, διαθέσιμων στο δημόσιο σύστημα διανομής, σαφώς αποτελεί σπουδαίο εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει το λιμό. Η παρέμβαση του δημοσίου μπορεί να έχει είτε τη μορφή άμεσης διανομής τροφίμων (μαγειρευμένων ή νωπών), είτε τη μορφή διοχέτευσης αποθεμάτων τροφίμων στην αγορά, ασκώντας έτσι μια προς τα κάτω πίεση στις τιμές που πιθανόν έχουν εκτοξευθεί στα ύψη.
Θα προκαλούσε, πράγματι, έκπληξη αν τα δικαιώματα επί των τροφίμων εξαρτώντο αποκλειστικά από την παραγωγή, εφόσον η φυσική παρουσία της τροφής δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τη δυνατότητα απόκτησης τροφίμων, είτε με άμεση απόκτησή τους είτε με ανταλλαγή. Η δυσαρμονία δεν πηγάζει από την άρνηση των σημαντικών αυτών σχέσεων. Μάλιστα, η αλληλοσύνδεση ανάμεσα στην άποψη του δικαιώματος και στην άποψη της στέρησης της τροφής πρέπει να αντιμετωπίζεται μαζί με τις αντιθέσεις της.
Η δυσαρμονία ξεκινά από το γεγονός ότι οι σύνδεσμοι δεν παγιώνουν μια σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα και τη διαθεσιμότητα με τέτοιο τρόπο, ώστε η εξασφάλιση τροφής στα διάφορα τμήματα του πληθυσμού να κινείται προς τα πάνω ή προς τα κάτω ανάλογα με τη συνολική διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία. Αν τα τρόφιμα διανέμονταν στον πληθυσμό βάσει ορισμένων αρχών ισότητας που θα εφαρμόζονταν από κάποια κεντρική εξουσία, η προϋπόθεση αυτή για τις αναλογικές διανομές θα μπορούσε να είναι λογική.
Πάντως όμως, η ουσιαστική διάθεση της τροφής, την οποία θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα διάφορα τμήματα ενός πληθυσμού, εξαρτάται από μία σειρά νομικών και οικονομικών παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται εκείνοι που διέπουν την ιδιοκτησία, την παραγωγή και την ανταλλαγή, και όπου εμπλέκονται διάφορα μέρη της τροφικής αλυσίδας. Είναι συνεπώς απολύτως δυνατόν για ορισμένες ομάδες (π. χ. για μια συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία, όπως είναι οι ακτήμονες αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες κτλ.) να υποστούν απότομη έκπτωση του δικαιώματος επί των τροφίμων, έστω και αν η συνολική διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία παραμένει ανεπηρέαστη ή αυξάνεται.
Για παράδειγμα, μια μείωση στις τιμές των ζωικών προϊόντων έναντι φθηνότερων θερμίδων με τη μορφή σιτηρών, ή μία μείωση της τιμής των ψαριών έναντι της τιμής των βασικών τροφίμων, μπορεί να επιδράσει αρνητικά στους κτηνοτρόφους και τους ψαράδες, αντίστοιχα – και πράγματι έχουν εμφανιστεί λιμοί στους οποίους οι αλλαγές αυτές στις ανταλλακτικές τιμές έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στον αποδεκατισμό αντίστοιχων επαγγελματικών κατηγοριών (π. χ. στο λιμό της Βεγγάλης το 1943, στο λιμό της Αιθιοπίας το 1973, στους λιμούς της περιοχής του Σαχέλ στις αρχές της δεκαετίας του ’70). Οι μεταβολές στην απασχόληση, στους μισθούς, τις τιμές, κτλ., μπορούν όλες να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην εμφάνιση και την επίταση των λιμών.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θεωρηθεί η δυσαρμονία ανάμεσα στην άποψη της διαθεσιμότητας και την άποψη του δικαιώματος μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής. Η υπερβολική εξάρτηση – συχνά ανεπιφύλακτη – από τη διαθεσιμότητα υπήρξε πολλές φορές συνεργικός παράγων στην επέκταση ενός λιμού, κάνοντας τις αρμόδιες αρχές να νιώθουν ικανοποίηση για τη διατροφική κατάσταση. Η εκπόνηση πολιτικής απαιτεί την ενασχόληση με κάθε ένα ξεχωριστά από τους κρίκους της τροφικής αλυσίδας που επηρεάζουν την εξασφάλιση της τροφής από τις ευάλωτες επαγγελματικά ομάδες.
Ανακούφιση από το Λιμό, τρόφιμα και χρηματική βοήθεια
Υπάρχουν πολλές οικονομικές επιπλοκές που σχετίζονται με τη μετατόπιση του κέντρου ενδιαφέροντος της ανάλυσης από την παραγωγή (και τη διαθεσιμότητα) στα δικαιώματα γενικά, περιλαμβάνοντας τους διάφορους κρίκους των οικονομικών αλυσίδων. Ένα σημαντικό ερώτημα αφορά στη μορφή της ανακούφισης που μπορεί να παρασχεθεί για να βοηθηθούν τα θύματα ενός λιμού. Στους αφρικανικούς λιμούς, η βοήθεια τυπικά έχει τη μορφή διανομής δωρεάν τροφίμων σε ειδικά στρατόπεδα και κέντρα διανομής. Μολονότι αυτού του είδους η βοήθεια έχει σώσει ζωές, συχνά αποδείχτηκε αναποτελεσματική και ανεπαρκής Το πλαίσιο και η καταλληλότητα αυτού του είδους της βοήθειας απαιτεί ενδελεχή μελέτη .
Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε δυο πράγματα που επιτυγχάνονται με τη βοήθεια σε τρόφιμα προς τα θύματα ενός λιμού, δηλαδή:
  • (α) το να δοθεί στους άπορους η δυνατότητα να εξασφαλίσουν τρόφιμα και
  • (β) η βοήθεια αυτή να παρασχεθεί με τη μορφή τροφίμων.
Αν και οι δυο αυτές απόψεις είναι αλληλένδετες προκειμένου να βοηθηθούν άμεσα με τρόφιμα τα θύματα ενός λιμού, δεν είναι γενικά απαραίτητο να συνδυάζονται με τον τρόπο αυτό. Για παράδειγμα, η χρηματική βοήθεια μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα εξασφάλισης τροφίμων, χωρίς να δοθούν άμεσα τρόφιμα στα θύματα. Μάλιστα, η χρηματική βοήθεια μπορεί να διεγείρει άλλα μέρη της τροφικής αλυσίδας, υπό την έννοια ότι θα υπάρξει ανταπόκριση στις αυξημένες απαιτήσεις, σαν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αγοραστικής δύναμης των θυμάτων του λιμού.
Η ικανότητα ενός ατόμου να εξασφαλίσει τρόφιμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δύο ξεχωριστά στοιχεία, δηλαδή την «πίεση» του ατόμου και την «ανταπόκριση» του προμηθευτή. Αν κάποιος λιμοκτονεί επειδή έχασε τη δουλειά του και δεν έχει τα μέσα να αγοράσει τρόφιμα, πρόκειται για αδυναμία που προέρχεται από την πλευρά της «πίεσης». Από την άλλη πλευρά, αν η δυνατότητα του ατόμου να εξασφαλίσει τρόφιμα καταρρέει λόγω έλλειψης προμηθειών, ή λόγω «εμπλοκής» της αγοράς εκ μέρους κερδοσκόπων εμπόρων, τότε πρόκειται για αδυναμία που πηγάζει από την πλευρά της «ανταπόκρισης».
Στους περισσότερους λιμούς, είτε εμφανίζονται στην Αφρική είτε στην Ασία, το στοιχείο της «αδυναμίας πίεσης» τείνει να κυριαρχεί στη δημιουργία της κατάρρευσης των δικαιωμάτων των θυμάτων των λιμών. Στην περίπτωση αυτή, η δημιουργία αγοραστικής δύναμης για τα θύματα του λιμού είναι ίσως ένας προφανής και άμεσος τρόπος για να ανακτηθεί ένα μέρος του χαμένου εδάφους.
Μια από τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην ανακούφιση από το λιμό που εφαρμόζεται στην Ινδία και εκείνη που συνήθως εφαρμόζεται στην Αφρική είναι η πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση της Ινδίας από τη διανομή χρημάτων. Μολονότι στην Ινδία εφαρμόζεται επίσης και η άμεση διανομή τροφίμων, ένα μεγάλο μέρος των προσπαθειών ανακούφισης στη χώρα αυτή, συνήθως έχουν, στην πραγματικότητα, τη μορφή μισθού σε μετρητά για την παραγωγή έργου. Αν οι ενδεείς βρουν προσωρινή απασχόληση και μισθό, η ικανότητά τους να εξασφαλίσουν τρόφιμα από την αγορά αυξάνεται ριζικά. Ακόμα και αν τα τρόφιμα δεν μεταφέρονται στα θύματα του λιμού με ιδιόκτητα οχήματα ή με επιταγμένα από την κυβέρνηση οχήματα, καταφέρνουν να μεταφέρονται επειδή υπάρχει αντίδραση στις αυξημένες απαιτήσεις. Το κρίσιμο θέμα, επομένως, είναι η αύξηση του δικαιώματος εκείνων που έχουν χάσει τα μέσα να συντηρηθούν (π. χ. σαν αποτέλεσμα της απώλειας της θέσης εργασίας, εξαιτίας, ας πούμε, μια πλημμύρας ή μιας ξηρασίας).
Οι προσπάθειες ανακούφισης από λιμό στην Ινδία υπήρξαν συνολικά επιτυχείς και δεν παρατηρήθηκαν άλλοι λιμοί στην Ινδία από την εποχή της ανεξαρτησίας της (1947). Στην πραγματικότητα, οι ρίζες αυτού του είδους της πολιτικής για την ανακούφιση από το λιμό πάνε πίσω, σε παλιότερες εποχές, στους Κώδικες του Αιμού που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1880, τα μέτρα, ωστόσο, αυτά συχνά εφαρμόζονταν ελάχιστα μόνο ή καθόλου, κατά τις προ της ανεξαρτησίας εποχές. Ουσιαστικά, οι Κώδικες του Αιμού δεν εφαρμόζονταν καν, ορισμένες φορές (π. χ. στο λιμό της Βεγγάλης, το 1943.)
Ενώ η πολιτική για την ανακούφιση από το λιμό που ακολουθείται στην Ινδία, κατά την μετά την ανεξαρτησία περίοδο, μπορεί να θεωρηθεί ως επέκταση και τελειοποίηση της πολιτικής που ίσχυε παλαιότερα, οι λιμοί εξαλείφθηκαν αποτελεσματικά μόνο μετά την ανεξαρτησία, με την αδιάλειπτη χρήση της πολιτικής αυτής, στην οποία περιλαμβάνεται η χρησιμοποίηση προγραμμάτων εργασίας και μισθοδοσίας (συχνά με τη μορφή πληρωμής σε μετρητά)5. Πολλοί εν δυνάμει λιμοί απετράπησαν σε διάφορα μέρη της Ινδίας και σε διαφορετικές χρονιές με τη χρήση αυτών των ανακουφιστικών προγραμμάτων, π. χ. στο Μπιχάρ το 1967, στη Μαχαράστρα το 1973, στη Δυτική Βεγγάλη το 1979 και στη Γκουτζεαράτ το 1987.
Η χρήση της διανομής χρημάτων έχει το πλεονέκτημα της ταχύτητας που είναι εξαιρετικά σημαντική έναντι των πολυσυζητημένων καθυστερήσεων του συστήματος βοήθειας στην περίπτωση ορισμένων λιμών στην Αφρική, όπως εκείνων του Σουδάν, της Σομαλίας και της Αιθιοπίας. Η παροχή εισοδήματος σε μετρητά οδηγεί στην άμεση βοήθεια προς τα εν δυνάμει θύματα του λιμού. Οδηγεί, επίσης, στην προώθηση των τροφίμων στις περιοχές που έχουν πληγεί από το λιμό, ως αντίδραση στις αυξημένες απαιτήσεις που μπορούν πλέον να καλυφθούν με μετρητά.
Το σύστημα αυτό βοηθά επίσης στην αποτροπή του ευρέως παρατηρούμενου φαινομένου, που ονομάζεται «αντίθετη διακίνηση τροφίμων», κατά το οποίο τα τρόφιμα μεταφέρονται εκτός των περιοχών που επλήγησαν από το λιμό, σε πιο ευημερούσες περιοχές. Αυτό έχει συμβεί σε πολλούς λιμούς, όπως π. χ. στο λιμό της Ιρλανδίας τη δεκαετία του 1840, του Γουόλλο στην Αιθιοπία, το 1973 και του Μπαγκλαντές το 1974. Δεν υπάρχει κανένα φοβερό μυστήριο ως προς αυτό, αφού οι μη πληγείσες περιοχές (η Αγγλία στην περίπτωση των λιμών της Ιρλανδίας, η Αντίς Αμπέμπα και η Ασμάρα στην περίπτωση του λιμού του Γονόλλο, η Ινδία στο λιμό του Μπαγκλαντές) έχουν συχνά μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και ασκούν μεγαλύτερη πίεση σε σύγκριση με τις πληγείσες από το λιμό, με αποτέλεσμα τα τρόφιμα να εκρέουν, μέσω των μηχανισμών της αγοράς, από τις πληγείσες περιοχές. Όταν υπάρχει μεγαλύτερο εισόδημα στις πληγείσες περιοχές -μέσω προγραμμάτων απασχόλησης, για παράδειγμα- αυτή η «αντίθετη διακίνηση τροφίμων» είναι δυνατόν να μειωθεί, ή να εξαλειφθεί, πράγμα που από μόνο του είναι πολύ σημαντικό.
Υπάρχουν, βεβαίως, προβλήματα και με την παροχή βοήθειας που δίνεται με τη μορφή προγραμμάτων απασχόλησης και μισθών. Μεγάλο μέρος της εξαρτάται από την επάρκεια της διάρθρωσης της αγοράς της συγκεκριμένης οικονομίας. Αν οι αγορές είναι τόσο διαστρεβλωμένες, ώστε η διεύρυνση της ζήτησης να μην οδηγήσει σε «αντίδραση», τότε δεν υπάρχει άλλη λύση για την κυβέρνηση από το να διακινήσει η ίδια τα τρόφιμα προς τα θύματα και να φροντίσει για την άμεση διανομή τους.
Από την άλλη πλευρά, οι διαχειριστικοί πόροι της κυβέρνησης είναι και αυτοί περιορισμένοι και το ιστορικό της ανακούφισης από λιμό μέσω ευρείας κλίμακας διακίνησης τροφίμων από την κυβέρνηση δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για πολλές χωρίς της Αφρικής. Όταν η κυβερνητική δομή είναι περιορισμένη ή ανεπαρκής, το να δοθεί χρηματική βοήθεια, ώστε να ανανεωθούν τα δικαιώματα και να δημιουργηθεί η «πίεση» για τη διακίνηση των τροφίμων, μπορεί να είναι η μόνη λογική τακτική. Πράγματι, στις αφρικανικές χώρες, όπου δοκιμάστηκε η χρηματική βοήθεια, όπως η Μποτσουάνα, το ιστορικό των επιτευγμάτων είναι πολύ ενθαρρυντικό.
Το σύστημα της χρηματικής βοήθειας έχει και μερικά πρόσθετα πλεονεκτήματα. Αναγεννά την υποδομή του εμπορίου και των μεταφορών στην οικονομία, μέσω της αύξησης της ζήτησης και των εμπορικών δραστηριοτήτων, πράγμα που αποβαίνει μακροπρόθεσμα επωφελές, κυρίως επειδή οι λιμοί έχουν την τάση να διασπούν αυτούς ακριβώς τους κρίκους της οικονομικής αλυσίδας.
Επιπλέον, εφόσον η διανομή στους ενδεείς απαιτεί συνήθως τη δημιουργία «καταυλισμών βοήθειας», το σύστημα της άμεσης σίτισης ή της άμεσης διανομής τροφίμων μπορεί να διασπάσει τη φυσιολογική οικογενειακή ζωή, όπως επίσης και τη συνέχιση των φυσιολογικών οικονομικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα την καλλιέργεια της γης. Αντίθετα, η παροχή βοήθειας με τη μορφή επιδοτούμενης απασχόλησης, χωρίς τη μετακίνηση του πληθυσμού από τις εστίες του, έχει το πλεονέκτημα να είναι λιγότερο διασπαστική για την εργασία και τη διαβίωση.
Μολονότι η απόφαση ανάμεσα στην παροχή χρηματικής βοήθειας και βοήθειας σε τρόφιμα πρέπει να εξαρτάται από την προσεκτική και ουσιαστική αποτίμηση των πραγματικών συνθηκών που επικρατούν στη συγκεκριμένη χώρα, ή περιοχή, αξίζει τον κόπο να σκεφθεί κανείς την πιθανότητα να παράσχει τρόφιμα στα θύματα του λιμού με τον τρόπο της πληρωμής. Όταν η πείνα και οι λιμοί δεν αντιμετωπίζονται μόνο υπό το πρίσμα της διαθεσιμότητας των τροφίμων, αλλά κυρίως υπό το πρίσμα της απώλειας του δικαιώματος στα τρόφιμα, είναι φυσικό να στραφούμε προς εκείνα τα μέσα που θα αλλάξουν τη δράση των διαταραγμένων κρίκων της τροφικής αλυσίδας. Αυτή ακριβώς η διεύρυνση της οικονομικής προοπτικής που συνδέεται με τη γενικότερη αυτή προσέγγιση μπορεί να θεωρηθεί ως η πλέον σημαντική πλευρά των αλλαγών που προτείνονται στην ανάλυση των λιμών.
Πράγματι, η μορφή της ανακούφισης από το λιμό είναι ένα μόνο θέμα τακτικής, που επηρεάζεται από τον τρόπο προσέγγισης του δικαιώματος στα τρόφιμα, ενώ υπάρχουν και άλλα πολλά θέματα που εξαρτώνται αποκλειστικά από το είδος της προσέγγισης που υιοθετείται. Ακόμα και στο πλαίσιο του καθορισμού της μορφής της βοήθειας σ’ ένα λιμό (π. χ. αν θα είναι σε τρόφιμα ή σε χρήματα), υπάρχουν πολλά διαφορετικά εργαλεία τακτικής που μπορούν να ληφθούν υπόψη, στα οποία περιλαμβάνονται η εισαγωγή τροφίμων από το εξωτερικό, η εφαρμογή επισιτισμού και ελέγχου της κερδοσκοπίας, η φορολόγηση των μη πληγέντων ώστε να δοθεί στον πληγέντα πληθυσμό περισσότερο ανταγωνιστική θέση στην αγορά, κλπ. Τα θέματα αυτά τακτικής πρέπει να εξετάζονται σοβαρά και από κοινού, προκειμένου να πάρει μορφή η κοινωνική πολιτική που θα ασχοληθεί με την ανακούφιση από το λιμό.
Πρόληψη του λιμού και διαφοροποίηση της παραγωγής
Υπάρχουν και άλλες σχετικές τακτικές που αφορούν σε άλλες πλευρές της πολιτικής κατά των λιμών, όπως είναι η πρόληψη των λιμών (σε αντίθεση με την παροχή βοήθειας στα θύματα ενός λιμού). Όπως έχουμε αναφέρει προηγούμενα, ακόμα και για την πρόληψη, η ύπαρξη ενός συστήματος επαγρύπνησης για την παροχή των χρημάτων και τα προγράμματα απασχόλησης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικό.
Πρέπει να διαχωρίσουμε με σαφήνεια
  • (α) την παραγωγή τροφίμων ως πηγή εισοδήματος και δικαιώματος και
  • (β) την παραγωγή τροφίμων ως πηγή παροχής διατροφικών αγαθών.
Η σοβαρότητα της κατά κεφαλήν μείωσης της παραγωγής τροφίμων στην Αφρική θεωρείται συχνά ως η κύρια αιτία του διατροφικού προβλήματος της Αφρικής. Οι οικονομικές πολιτικές, όμως, δεν πρέπει να καθορίζονται από την επιθυμία μας να φανταζόμαστε ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές έχουν ήδη γίνει. Αν αποδειχτεί ότι, δεδομένης της αστάθειας του κλίματος και των οικολογικών προβλημάτων, η παραγωγή των τροφίμων παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις σε κάποιες περιοχές της Αφρικής για μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον, τότε θα είναι λάθος να βασιστούμε σ’ αυτή την αβέβαιη πηγή εισοδήματος και δικαιωμάτων επί των τροφίμων. Τούτο αποτελεί έρεισμα υπέρ της άποψης να δοθεί μεγαλύτερη, σχετικά, έμφαση σε άλλα είδη παραγωγής, όπως π. χ. στη βιομηχανική διεύρυνση, τα οποία θα αποφέρουν μεγαλύτερα οφέλη και με περισσότερη σταθερότητα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Αν η ανάλυση του δικαιώματος επί των τροφίμων εστιαστεί στα διάφορα μέρη της τροφικής αλυσίδας, καταδεικνύει την αναγκαιότητα του να ληφθεί σοβαρά υπόψη η περίπτωση μεγαλύτερης διαφοροποίησης της παραγωγικής διάρθρωσης στην Αφρική. Οι υποτιθέμενες μαγικές λύσεις του προβλήματος της πείνας στην Αφρική, τυποποιημένες από τέτοια κοινότοπα σλόγκαν, όπως το «δώστε όλους τους πόρους στη γεωργία!» (αγαπημένο θέμα των νατουραλιστών), ή «ανεβάστε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων για να ενισχυθούν τα παραγωγικά κίνητρα! » (αγαπημένο θέμα πολλών διεθνών ιδρυμάτων, στα οποία περιλαμβάνεται η Διεθνής Τράπεζα), μπορεί να αποδώσουν πολύ λιγότερα από όσα υπόσχονται. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διέξοδος από τη βασική τακτική του προσεκτικού υπολογισμού των σχετικών πλεονεκτημάτων – όπου περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχες αβεβαιότητες – προκειμένου να επιτευχθούν διαφορετικές ισορροπίες μεταξύ των διαφόρων τομέων.
Υπάρχει, μάλιστα, ο ισχυρισμός ότι οι πολιτικές κατά της πείνας στην Αφρική πρέπει να δώσουν μεγάλη βάση στη διεύρυνση της παραγωγής μη διατροφικών προϊόντων, καθώς και στη διαφοροποίηση της οικονομίας. Συχνά υπάρχει μια έντονη διστακτικότητα στη σοβαρή θεώρηση της εκδοχής να εκβιομηχανιστεί η Αφρική. Ορισμένες φορές η διστακτικότητα πηγάζει από τη λανθασμένη εντύπωση της καλής αναλογίας έκτασης-πληθυσμού των περισσότερων Αφρικανικών χωρών, αν συγκριθούν, ας πούμε, με την Ασία. Η επιλογή, όμως, ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία πρέπει να γίνει αφού υπολογιστεί προσεκτικά το κόστος και τα οφέλη, πέραν από τη διαθεσιμότητας της γης. Άλλος παράγων που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το ίδιο το κλίμα. Οι δυνατότητες για οικονομική ανάπτυξη που παρέχονται με την εκβιομηχάνιση έχουν αποδειχτεί από την ιστορική εμπειρία πολλών και διαφορετικών χωρών σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και η Αφρική δεν μπορεί να αγνοήσει τις δυνατότητες αυτές. Επιπλέον, η συνεισφορά της εκβιομηχάνισης στη δημιουργία ειδικοτήτων, καθώς και στον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό, αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Η έμμεση επίδραση του τεχνολογικού μετασχηματισμού στην ίδια την αγροτική παραγωγικότητα (περιλαμβανομένης και της παραγωγικότητας στον τομέα της διατροφής) δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να αγνοηθεί.
Όπως έχουν τα πράγματα, οι περισσότερες επιτυχημένες αγροτικές οικονομίες του κόσμου συμβαίνει να είναι και βιομηχανικά ανεπτυγμένες, και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Η τεχνογνωσία είναι για την αγροτική παραγωγή τόσο σημαντική όσο και η γη, ενώ η διαφοροποίηση της παραγωγής φαίνεται ότι βοηθά τη δημιουργία τεχνογνωσίας. Η ευνοϊκή αναλογία έκτασης-πληθυσμού ορθώς δεν έχει θεωρηθεί κατάλληλο έρεισμα για την αποφυγή της βιομηχανικής παραγωγής στην Αυστραλία, τον Καναδά ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το να απαλειφθεί αυτή η οικονομική δυνατότητα για την Αφρική με τη δικαιολογία της υψηλής αναλογίας γης-πληθυσμού, σημαίνει τουλάχιστον πολιτική στενομυαλιά. Μολονότι η επιτυχής εκβιομηχάνιση τείνει να είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία, η διαδικασία αυτή πρέπει να αρχίσει κάποτε αν είναι να αποδώσει καρπούς στο μέλλον. Επιπλέον, οι εμπειρίες πολλών αναπτυσσόμενων χωρών έχουν δείξει ότι σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας, η ραγδαία πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί με καινοτομίες που αποδίδουν οφέλη χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις.
Όλα αυτά δεν αναιρούν τη σπουδαιότητα της διεύρυνσης της παραγωγής τροφίμων στην Υποσαχάρια Αφρική. Η αγροτική επέκταση γενικά και η διεύρυνση της παραγωγής τροφίμων ειδικότερα, θα αποτελέσουν χωρίς αμφιβολία ένα σημαντικό εργαλείο -αλλά όχι το μόνο- στον πόλεμο κατά της πείνας στην Αφρική. Οι διάφορες στρατηγικές απόψεις για τη βελτίωση της παραγωγής στην Υποσαχάρια Αφρική έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη και έχουν εξεταστεί ενδελεχώς τα τελευταία χρόνια, ενώ υπάρχουν πολλά να μάθουμε από την οικονομική λογική, καθώς και από την εμπειρική παρατήρηση των πραγματικών οικονομικών εμπειριών. Δεδομένου του αριθμού των ανθρώπων των οποίων το δικαίωμα στα τρόφιμα απορρέει από την παραγωγή των τροφίμων στην Αφρική και δεδομένης, επίσης, της μικρής ταχύτητας με την οποία μπορεί να μειωθεί αυτή η εξάρτηση (η μείωση της οποίας όμως πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη), η σπουδαιότητα της διεύρυνσης της παραγωγής τροφίμων στην Αφρική, ως μίας από τις στρατηγικές κατά της πείνας στην ήπειρο αυτή, δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Είναι πραγματικά περισσότερο θέμα ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της τακτικής για την καταπολέμηση της πείνας στην Αφρική και γι’ αυτό πρέπει να αντισταθούμε στην τάση να υπερεκτιμήσουμε την παραγωγή τροφίμων ως λύση στο διατροφικό πρόβλημα της Αφρικής. Οι αλυσιδωτές σχέσεις που επηρεάζουν τα δικαιώματα επί των τροφίμων απαιτούν να επιστήσουμε την προσοχή μας σε πολλά άλλα σημεία των οικονομικών διαδικασιών. Μια στενά εστιασμένη προσοχή στην παραγωγή των τροφίμων και μόνο μπορεί να αποδειχθεί άχρηστη και επικίνδυνη. Η πρόκληση της συνεχιζόμενης πείνας στην Αφρική απαιτεί μια πολύ διευρυμένη και ισορροπημένη προσέγγιση.
Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Στο κεφάλαιο αυτό προσπάθησα να παρουσιάσω εν συντομία τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος της πείνας από την πλευρά του δικαιώματος επί των τροφίμων, που αφορά τόσο στο συνήθη υποσιτισμό όσο και στους περιστασιακούς λιμούς, ενώ επιπλέον προσπάθησα να εξετάσω τα θέματα πολιτικής που δημιουργούνται αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα από την πλευρά του δικαιώματος. Αν και ελάχιστα μόνο πολιτικά ερωτήματα τέθηκαν με σαφήνεια, παρόμοιες αναλύσεις μπορούν να παρουσιαστούν και σε άλλους τομείς της κυβερνητικής πολιτικής σε σχέση με το γενικό πρόβλημα της πείνας και το ιδιαίτερο πρόβλημα των λιμών.
Μερικά σημεία τακτικής και δράσης μπορεί να μας οδηγήσουν πέρα από την καθαρά οικονομική λογική. Ένας τομέας που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στο πλαίσιο του προβλήματος της πείνας είναι η κατανομή των τροφίμων μέσα στην οικογένεια, κυρίως μεταξύ ανδρών και γυναικών και ιδιαίτερα μεταξύ των αγοριών και των κοριτσιών. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία από διάφορες περιοχές του κόσμου που δείχνουν συστηματικές προκαταλήψεις που σχετίζονται με το φύλο (παραδείγματος χάριν, μεγαλύτερος υποσιτισμός των γυναικών και ιδιαίτερα των μικρών κοριτσιών).
Η αλληλουχία των αλυσιδωτών σχέσεων δεν τελειώνει με την αγορά των τροφίμων, αφού υπάρχει το πρόσθετο πρόβλημα της κατανομής των τροφίμων μέσα στην οικογένεια, βάσει των αγορών που γίνονται από την οικογένεια ως σύνολο. Τα προβλήματα αυτά της ενδοοικογενειακής κατανομής, που συνδέουν την αγορά των τροφίμων με την κατανάλωση από τα μέλη μιας οικογένειας, πρέπει να διερευνηθούν, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητή μια σημαντική όψη της στέρησης της τροφής που απαντάται σε ορισμένες κοινωνίες.
Εδώ πάλι, η έννοια του δικαιώματος, εν σχέσει προς την έννοια της νομιμότητας όπως αυτή γίνεται αντιληπτή, μπορεί να αποτελέσει μείζον θέμα. Συχνά, το μεγαλύτερο μερίδιο των ανδρών έναντι εκείνου των γυναικών, ή των αγοριών έναντι εκείνου των κοριτσιών, απηχεί την παραδοσιακή αντίληψη του τι είναι νόμιμο και σωστό. Μολονότι οι αντιλήψεις αυτές της νομιμότητας δεν έχουν το κύρος του νόμου που επιβάλλεται από το κράτος, η δύναμή τους στις ουσιαστικές κατανομές μέσα στην οικογένεια είναι πράγματι μεγάλη και ενισχύεται από τις συνθήκες και τις κοινωνικές πιέσεις. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις αυτών των παραδοσιακών προκαταλήψεων σχετικά με τη κατανομή των τροφίμων μέσα στην οικογένεια.
Υπάρχουν και πολλά άλλα θέματα τα οποία σχετίζονται με την έννοια του δικαιώματος επί των τροφίμων. Οι οικονομικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που εμπεριέχονται στις αλυσιδωτές σχέσεις και οι επιπτώσεις τους απαιτούν προσεκτική, λεπτομερή εξέταση. Αυτό που χρειάζεται είναι μια αρκετά φιλελεύθερη προσέγγιση, αντί για τη στενόμυαλη προσήλωση στην παραγωγή και τη διαθεσιμότητα μόνο.
Δεν υπάρχει μαγική λύση στο πρόβλημα της στέρησης της τροφής στον κόσμο που ζούμε. Υπάρχει, ωστόσο, μια ενοποιητική εστία – σε σχέση με τα προβλήματα των δικαιωμάτων στην τροφική αλυσίδα – που παρέχει τη βάση για να αναλύσουμε τις ποικίλες δυσλειτουργίες που παρουσιάζονται και για να αναζητήσουμε τις σωστές λύσεις. Η πιεστική ανάγκη είναι να συνδέσουμε την πολιτική και τη δράση με τη θεωρία και την κατανόηση. Πρόκειται για ένα έργο επίπονο με μεγάλες απαιτήσεις. Οι ανταμοιβές^ όμως, είναι εξίσου μεγάλες. Η επιβίωση και η ευημερία μεγάλου μέρους του ανθρώπινου είδους μπορεί να εξαρτώνται από αυτό.
Σημειώσεις
Αυτό είναι το κείμενο μιας διάλεξης που έγινε κατά τη διάρκεια μιας διεθνούς ακαδημαϊκής συζήτησης στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν, με θέμα: «Επιστήμη, Έθιμα και Διατροφή», στις 6-7 Οκτωβρίου, 1987. Βασίζεται σε παλαιότερη παρουσίαση του συγγραφέα σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, με θέμα: «Απόψεις επί της ιστορίας της πείνας».
Νιούμαν Λουσίλ, Φ – Η πείνα στην Ιστορία . Εκδόσεις Πολύτροπον
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com