Χριστούγεννα στα χωριά του Βοΐου-Τα Έθιμα Δωδεκαημέρου

Κόλιαντα και Κλαδαριές
Τα κάλαντα στη Σιάτιστα και σε όλο το Βόιο τα λένε κόλιαντα από γλωσσική παραφθορά της λέξεως. Τα έθιμα που επικρατούν τις μέρες αυτές στη Σιάτιστα παρουσιάζουν κάτι το ιδιαίτερο. Τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες οι οποίες κάμνουν εξορμήσεις στ” αμπέλια και στα χωράφια και μαζεύουν ξερά χόρτα που λέγονται “Λόζιος”. Ο “Λόζιος” φορτώνεται στ” αυτοκίνητα, ενώ τα παλιά χρόνια φορτωνόταν στα ζώα, και αποθηκεύεται σε αποθήκες της γειτονιάς. Η αποθήκη ανοίγει την παραμονή των καλάντων για να ετοιμαστεί “η Κλαδαριά”, μεγάλη φωτιά,
που προέρχεται από τη λέξη κλάδος και είναι το κύριο υλικό της φωτιάς.
Το έθιμο της κλαδαριάς είναι πράγματι ωραίο και διατηρείται στη Σιάτιστα από τα παλιά χρόνια. Συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Αλλά δεν μπορεί παρά να επιβιώνουν και συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων που με τη φλόγα έστελναν το μήνυμα κάθε ευχάριστης αγγελίας ή λύτρωσης.
Το στήσιμο και το στόλισμα της Κλαδαριάς έχει ιδιαίτερη τεχνική. Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται μια τρύπα βάθους 0,50-0,70 εκατοστά του μέτρου. Μόλις φτάσει η παραμονή των Καλάντων, 23 Δεκεμβρίου, τοποθετείται και στερεώνεται μέσα στην τρύπα ένα χοντρό ξύλο, το “βεργί”, για να συγκρατεί τα ξερά χόρτα γύρω του. Πάνω στην κορυφή του βεργιού δένουν ένα δεμάτι με λόζιο που λέγεται “Φούντα” και στολίζουν την Κλαδαριά με πολύχρωμα μπαλόνια, κορδέλες κ.λ.π.. Στο διάστημα αυτό, τα παιδιά κάνουν προστατευτικό κλοιό γύρω από την Κλαδαριά και χτυπούν κουδούνια. Κατόπιν, συγκεντρώνονται και παίρνουν θέσεις γύρω από την κλαδαριά γέροι, γριές, νέοι και νέες, περιμένοντας το άναμμα με ανυπομονησία. Μόλις νυχτώσει, ανάβεται η κλαδαριά από τη βάση της, ενώ η τοπική μουσική παίζει το παρακάτω τραγούδι:
Πιδιά μ” ήρθαν τα κόλιαντα κ” όλοι να τοιμαστείτι

πάρτι κι τις τζιουμάκις σας και στουν Άι-Λιά να βγείτι

κι απ” τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.

Ικεί θα γεν” το σύναγμα κ” όλου του συναγώγι,

θ” ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούμε και του χρόνου.
Στις 24 Δεκεμβρίου τα ξημερώματα, ακούγονται τα “Κολιαντίτικα τραγούδια” από τα παιδιά και οι “τζιουμάκες” (γερό ξύλο με κεφάλι “ρόζο” στο ένα άκρο) που χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών. Λέγεται ότι η τζιουμάκα παράγεται από τη λέξη “Τσομπάνος”, ποιμήν, και συμβολίζει το ραβδί (τις κλούτσες) των βοσκών, οι οποίοι προσκύνησαν το Χριστό τη νύχτα της γεννήσεώς του.
Τα παιδιά, μόλις πάρουν τη τζιουμάκα, τη βάζουν να μουσκέψει στο “χαρανί” (καζάνι με νερό) και την αφήνουν εκεί πολλές ημέρες για να σφίξει και να χτυπάει τις πόρτες στα κάλαντα χωρίς να διατρέξει τον κίνδυνο να ραγιστεί.
Όλα τα σπίτια περιμένουν τα παιδιά να πουν το τραγούδι που αρμόζει για κάθε περίσταση. Η Σιάτιστα έχει εδώ ένα αναμφισβήτητο πρωτείο. Από τα πρωτότυπα αυτά τραγούδια, παραθέτουμε δυο, το πρώτο λέγεται σε σπίτι που έχει ξενιτεμένο και το δεύτερο σε σπίτι που έχει άνθρωπο γραμματισμένο:
“Ξενιτεμένο μου πουλί κι παραπονιμένου

η ξενιτιά σι χαίρετι κι γω χου τουν καημό σου.

Τι να σου στείλω ξένι μου, τι να σου προβοδίσω;

Να σ” στείλου μήλου σέπιτι, κυδώνι μαραγκιάζει,

να στείλου κι του δάκρυ σ” ένα χρυσό μαντήλι,

το δάκρυ μ” είνι καυτιρό κι καίει το μαντήλι”.
“Γραμματικός εκάθονταν στου Βασιλιά την πόρτα.

Έγραφιν κι κουντίλιαζιν όλου για την αγάπη.

Κι σπάραξιν το ΄χερι του κι χύθκιν η μιλάνη

κι λέρουσαν τα ρούχα του τα χρυσοκεντημένα,
σ” ιννιά ποτάμια τ” άπλυναν βάψαν κι τα ποτάμια



Τα παλιά Χριστούγεννα στη χωριό

Μπήκε για καλά ο Δεκέμβρης. Το κρύο σφίγγει στο χωριό και οι καπνοί των τζακιών των σπιτιών δυναμώνουν. Και τα σγκουρλίσματα των κομμένων γουρουνιών αντηχούν καθημερινά πρωί-πρωί , στέλνοντας μηνύματα για τον ερχομό των Χριστουγέννων.

Στο μεταξύ αργά κάποιο βράδυ, από κάποιο βιαστικό αγόρι, κάποιας γειτονιάς, ακούεται μια δυνατή φωνή « κόοολίιιντάααα». Αυτό ήταν και σε λίγο, όπως οι πετεινοί, αρχίζουν σ’όλο το χωριό κι απ’όλα τα παιδιά να επαναλαμβάνουν και πιο δυνατά « κόοολίιιντάααα». Κι πρώτη σκέψη όλων.΄Ηρθαν τα Χριστούγεννα.

Αυτό τώρα γίνεται κάθε βράδυ, χτυπώντας ακόμη και την καμπάνα του αγίου Αθανασίου και σε προχωρημένες ώρες. Ακόμη και τα μεσάνυχτα. Και το χωριό ανάστατο. Κι όσο περνούν οι μέρες, τόσο δυναμώνουν και πληθαίνουν οι φωνές. Κι αυτό μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου το βράδυ.

Τώρα όλα τα σπίτια ετοιμάζονται γι’αυτό το γεγονός. Οι σπιτονοικοκυρές ψήνουν τις αφράτες κουλούρες κι αποφασίζουν τι άλλο να δώσουν στα κολιντρούλια. Οι μάνες ετοιμάζουν τα χοντρά ρούχα, τα παπούτσια, την κουκούλα, τα γάντια για να φορέσουν τα παιδιά τους, για να μην κρυώσουν, τον τρουβά και τη τσιουμπανίκα, για το χτύπημα της πόρτας.

Επιτέλους φτάνει κι αυτή η μέρα η 23η Δεκεμβρίου, Σ’όλο το χωριό επικρατεί ηρεμία και ησυχία, για να ξεκουραστούν όλοι και να πάρουν δυνάμεις για το βράδυ, που έρχεται. Τα παιδιά συγκεντρώνουνται στην πλατεία, για να αποφασίσουν για την ώρα που θα ξεκινήσουν. Οι μεγάλοι και κυρίως αυτοί που έχουν μικρά παιδιά, προσπαθούν να τους πείσουν να ξεκινήσουν πιο αργά, τις πρωινές ώρες, για να χορτάσουν τον ύπνο τους, αλλά και για να βλέπουν. Τα παιδιά το βράδυ αυτό δεν μπορούν να κλείσουν μάτι. Μερικά ξενυχτούν κοιτάζοντας το ρολόι να πάει 12 τα μεσάνυχτα, ώστε να αλλάξει η μέρα. Και μόλις περάσει η 12, τα πιο ζωηρά αρχίζουν να χτυπούν και τις δυο καμπάνες των εκκλησιών φωνάζοντας δυνατά όσο μπορούν με όλη τους τη δύναμη « κόοολίιιντάαα»…..

Αυτό ήταν. Το σύνθημα δόθηκε. Τα σπίτια το ένα με το άλλο, αρχίζουν να φέγγουν. ΄Ολο το χωριό στο πόδι. Οι γονείς τώρα είναι υποχρεωμένοι να ξυπνήσουν τα παιδιά τους. Εάν κανείς δεν ακούσει τις καμπάνες ή δεν θελήσει να ξυπνήσει το παιδί του, χάθηκε.
Δεν περνά πολλή ώρα και τα παιδιά κουκουλουμένα, με τα παρδαλά τρουβάδια και τις χοντρές τζιουμπανίκες συγκεντρώνονται στην πλατεία. Αναμετριούνται κι αν ο αριθμός είναι αρκετός, ξεκινούν.

Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμό σας,

Χριστού την θεία γέννηση, να πω στ’ αρχοντικό σας….

Με το τραγούδι φτάνουν στο πρώτο σπίτι, χτυπούν την πόρτα με τις τζιουμπανίκες και μπαίνουν μέσα.

Καλημέρα καλή χρονιά, είναι ο πρώτος χαιρετισμός.

Στο τζάκι λαμπυρίζουν τα αναμμένα κόκκινα κάρβουνα. Η γιαγιά, αυτό το βράδυ έβαλε τα πιο καλά κούτσουρα στο τζάκι, προσμένοντας να φασκιώσει η Παναγιά το μικρό Χριστούλη.

Βάζει τα παιδιά να καθίσουν, για να τις κάθονται οι κλωσσαριές κι εκείνα με τις τζιουμπανίκες ξεζιαρώνουν τη φωτιά λέγοντας ευχές. Χρόνια πολλά, αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπροί, φλουριά. Ενώ λένε αυτά η σπιτονοικοκυρά σκορπά στο πάτωμα κάστανα, καρύδια, καραμέλες, μήλα κι ότι άλλο έχει και τα παιδιά τα μαζεύουν σφυρίζοντας σαν τους τζιομπαναραίους, βελάζοντας σαν τα πρόβατα και γαυγίζοντας σαν τα σκυλιά. Κι αφού βάλουν τα πρώτα δώρα στον τρουβά με απαραίτητη την κλούρα, ξεκινούν για άλλο σπίτι τραγουδώντας.

Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βηθλεέμ τη πόλει,

οι ουρανοί αγάλλονται, χαιρετ΄η φύση όλη…

Εάν δε η απόσταση του ενός σπιτιού από το άλλο είναι μεγάλη, για να το διασκεδάσουν, συνεχίζουν τραγουδώντας το παρακάτω:

Κόλιντα μπάμπου κόλιντα και μένα μπάμπου κλούρα.

Και σαν δεν έχεις κόλιντα, δός μου ένα κορίτσι.

Και τι το θέλεις γάιδαρε το ξένο το κορίτσι;

Να το τσιμπώ, να το φιλώ, να κοιμούμαστε αντάμα.

Και με την ίδια χαρά, την ίδια διάθεση, χωρίς να αισθάνονται κρύο και κούραση αυτή τη νύχτα, γυρίζουν ένα προς ένα τα σπίτια όλου του χωριού. Κι αφού τελειώσουν, το κάθε παιδί πηγαίνει στο σπίτι του, για να δει τι έχει μέσα ο τρουβάς και να τα μετρήσει χαρούμενο κι ευτυχισμένο. Και το χωριό ησυχάζει και πάλι και πέφτει στην ήρεμη αγκαλιά της νύχτας.

Την άλλη μέρα τώρα, στις 25 Δεκεμβρίου, νύχτα χτυπά χαρμόσυνα η καμπάνα της εκκλησίας, για να αναγγείλει τη γέννηση του Χριστού. Πρώτοι οι τζιομπαναραίοι, περήφανοι γιατί πρώτοι αυτοί ανήγγελαν στον κόσμο τη γέννηση του Χριστού, μπαίνουν στην εκκλησιά. Ακολουθούν οι ξενιτεμένοι, που τέτοιες μέρες νοσταλγούν το χωριό, νοσταλγούν να βρεθούν κοντά στους δικούς τους. Και σε λίγο η εκκλησιά γεμίζει. Είναι όλο το χωριό. Κι όλοι με τα γιορτινά τους, Κανείς δεν λείπει. Κι όλοι με ευλάβεια και κατάνυξη ακούν τα χριστουγεννιάτικα χαρμόσυνα τροπάρια. « Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός…», « Η γέννησή Σου Χριστέ ο Θεός ημών…»

Και στο τέλος, όλοι έξω στην πλατεία εύχεται ο ένας τον άλλον « Χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα» κι όλοι καλωσορίζουν τους ξενιτεμένους.

Κι αργότερα στο σπίτι, τους περιμένει πλούσιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εκεί γύρω οι σπιτικοί απολαμβάνουν τα αγαθά των κόπων τους. Το φρέσκο ψωμί, απ’ τα χωράφια τους, το χοιρινό με λάχανο, από το γουρούνι τους κι απ’ τον κήπο τους, το γνήσιο κρασί απ’ το αμπέλι τους κι όλα τα άλλα απ’ το μόχθο τους. Όλα μοσχομυρίζουν κι όλοι απολαμβάνουν κάτι που δεν μπορεί να γραφεί. Ζουν κάτι το υπερκόσμιο.
Τα Κόλιαντα

Όλες οι μεγάλες γιορτές είναι αφορμή χαράς και γιορταστικών εκδηλώσεων. Μια από τις γιορτές που αφήνουν από τα παιδικά μας χρόνια γλυκιά ανάμνηση είναι και η γιορτή των καλάντων ή, όπως τα λένε στη Σιάτιστα, “τα Κόλιαντα” που εκδηλώνεται με το παρακάτω τραγούδι:
Πιδιά μ” ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμασθείτι

πάρτι και τις τζιουμάκις σας κι στουν Άι-Λιά να βγείτι

κι απ” τουν Άι-Λιά στουν Πρόδρομου, στα τρία τα πηγάδια.

Ικεί θα γεν” το σύναγμα κι όλου το συναγώγι,

θ” ανάψουμε τις κλαδαριές, θα πούμε κι του χρόνου.
Το τραγούδι αυτό τραγουδιέται από τα μικρά παιδιά από τη γιορτή του Αγίου Νικολάου και συνοδεύεται με χτυπήματα κουδουνιών (Γκαβανούζες) που κρατούν οι μικροί και τρέχουν στις διάφορες γειτονιές για να αναγγείλουν ότι πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Ακόμα, τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες, κάμνουν εξορμήσεις στα χωράφια και τα αμπέλια και εκεί μαζεύουν επί ώρες ολόκληρες φρύγανα ξερά, “το λόζιο”. Ο λόζιος φορτώνεται σήμερα στα αυτοκίνητα, ενώ παλιά στα ζώα και τοποθετείται σε μια αποθήκη (αχυρώνα), η οποία ανοίγει μόνο στις 23 Δεκεμβρίου το απόγευμα για να ετοιμαστεί ¨η κλαδαριά”, μεγάλη φωτιά, που η λάμψη της συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Η κλαδαριά γίνεται κατά τον εξής τρόπο: Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται από καιρό μια τρύπα 0.50-0.70 εκατ. του μέτρου. Μόλις φθάσει η 23η Δεκεμβρίου, τοποθετείται και στερεώνεται μέσα σ” αυτήν ένα ίσιο χοντρό ξύλο, “λουμάκι”, 4-5 μ. Στην κορυφή του ξύλου δένουν μια φούντα από τα πιο φανταχτερά ξηρόχορτα και κατόπιν στολίζουν την κλαδαριά. Το βράδυ, μόλις νυχτώσει, ανάβουν οι κλαδαριές στις πλατείες της Σιάτιστας, παρουσία των τοπικών αρχών και πλήθους κόσμου, ενώ η τοπική μουσική χωρίς διακοπή τραγουδά διάφορα τραγούδια των καλάντων. Γύρω από τις κλαδαριές, οι μεγάλοι χορεύουν και οι μικροί χτυπούν τα κουδούνια.

Η φωτιά υψώνεται αρκετά και λαμποκοπάει και ζεσταίνεται όλος ο τόπος και μαζί μ” όλα ανάβει και το κέφι. Όταν με το χαμήλωμα της φωτιάς αρχίζει να φαίνεται “το λουμάκ锨, ο πιο θαραλλέος από τους νέους ορμάει να το ρίξει κάτω. Αν το καταφέρει, θεωρείται άξιος για παντρειά και ακούει παινέματα και επευφημίες από τους γύρω του. Αν αποτύχει, ακούει φράσεις ειρωνικές. Με το χαμήλωμα της φλόγας, οι μεγάλοι αποχωρούν στα σπίτια, ενώ οι μικροί συγκροτούνται σε ομάδες για τον αγερμό (γύρισμα στις πόρτες για τα κόλιαντα). Κρεμούν στον ώμο ένα σακούλι, στο δεξί χέρι κρατούν ένα γερό ξύλο με κεφάλι, “Ρόζο”, στο ένα άκρο περίπου σφιαρικό. Το ειδικό αυτό ξύλο λέγεται τζιουμάκα και παράγεται από τη λέξη “Τσομπάνος”, ποιμήν, και συμβολίζει το ραβδί (τις κλούτσες) των βοσκών, οι οποίοι προσκύνησαν το Χριστό τη ν’υχτα της γεννήσεώς του. Έτσι, τα παιδιά με πλήρη εξάρτηση γυρίζουν τα γειτονικά και συγγενικά σπίτια για να μαζέψουν τα κόλιαντα.

Μέσα στην παγερή αυτή νύχτα του Δεκεμβρίου, το χτύπημα της τζιουμάκας, τα διάφορα τραγούδια του πόνου, της ξενιτιάς και της χαράς ενώνονται σ” ένα αρμονικό σύνολο συγκινήσεως και ικανοποιήσεως. Όλα τα σπίτια περιμένουν τα παιδιά να πουν τα τραγούδια που αρμόζει για κάθε περίσταση. Για ηλικιωμένο ζευγάρι, για κόρη για παντρειά, για τσιγκούνη, για άνθρωπο γραμματισμένο κλπ.. Μετά τους στίχους κάθε τραγουδιού, λένε το τραγούδι:
Δος μας τα μπάμπουμ” δος μας τα

να πούμε κι απού χρόνου.

Να ζήσεις χρόνους ικατό κι να τους απιράσεις…

Ν” ασπρίσεις σαν τουν Όλυμπου

σαν τ” άσπρο περιστέρι…
Μετά τα χτυπήματα και αφού τραγουδήσουν, ανοίγει η πόρτα, βγαίνει χαρούμενη η νοικοκυρά και προσφέρει τα κόλιαντα, ενώ τα παιδιά όλα μαζί φωνάζουν δυνατά “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ”. Τα κόλιαντα είναι διάφορα φαγώσιμα, σαλιάρια, κουλιαντίνες, μουστουκούλουρα, κάστανα, ξηροί καρποί κλπ. που τα τοποθετούν στα σακούλια που έχουν κρεμασμένα στους ώμους.
Ου Λιόλιους τσ” Βαγγέλινας πιρπατούσιν στου δρόμου ιατί τουν έστειλεν η μάνα τ” σι μια δ” λειά, όταν άκσιν του Νιώτα τ” Χαρίσ” να τ” λέει.

Ω Λιόλιου, θα πάμι απόψι να μάσουμι κόλιαντα αντάμα ή θα πας μι καέναν άλλουν; Μι ποιόν άλλουν; Μι ποιόν άλλουν να πάου, τούπιν ου Λιόλιους. Δεν πήγαμι περσ” αντάμα; Κι φέτος αντάμα. Μ” να βρεις τσ” άλλνους κι να πάμι ολ”.

Σαν τούπιν ετσ” ου Νιώτας, ου Λιόλιους απαράτσιν τ” δ” λειά τ” κι πιαλούσιν να βρει όλνους τσ” άλλνους. Τσ” βρήκιν, τα κανόν” τσαν η ώρα δυο να βγουν στα Γκαράθκα κ” ύστερα πάει ικεί π” τουν έστειλιν η μάνα τ”.

Σήμιρα είχαν σκουλάσ” απ” του σκουλειό κι ου Λιόλιος τ” μάζουνταν ια του βραδ” π” χα να ναψ” ν οι κλαδαριές. Δεν στρώνονταν σ” ένα μέρους. Πάεινιν απ” τι δω, απ” τι κει κι καμιά δ” λειά, ώσπου νάρθ” του βραδ”.

Άναψαν οι κλαδαριές, τραγούδ” σαν όλους ου κόσμους “Πιδιάμ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμαστήτι” χτ” πούσιν του κ” δουν” τ” ου Λιόλιος, κανά κυπρί ή καμιά γκαβανούζα, κι σαν τσ” άναψαν όλις ου Λιόλιος, πήγιν σπιτ” τ” ιά να κοιμηθεί. Έφαγιν καμόσα μουστουκούλουρα ου Λιόλιους κι κοιμήθ” κιν.

Κατά η ώρα δυο, σ” κώθκιν, πήριν του σακκούλ” τ” κι τ” Τζιουμάκα τ” κι πάινιν στα Γκαράθκα.

Βρήκιν ικεί του Νιώτα να τουν καρτιρά μι τουν Νιάκου τσ” Αλέξινας, τουν Τάτσιου τ” Δημητρούλ” κι τουν Μκόλα τσ” Αυλαμπίας.

Άιντι Λιόλιου. Άιντι ιατί δεν θα τα προυφτάσουμι, είπιν ου Νιώτας.

Κι αρχίντσαν σβάρνα τσ” πόρτις. Κι πού δεν πήγαν. Σ” όλη τσ” Σιάτστα. Όλα τα τραγούδια τάπαν. Είχαν ιμόσ” τσ” τραβούδις μι μουστουκούλουρα, κουλιαντίνες κι κάστανα.

Κι μέχρι ιδώ κάλα πάιναν κι έφτασαν στου σπίτ” τ” Κωτσ” τ” Χριστ” τραγούδ” σαν “ιδώ ΄χουν κόρη ια παντρειά” μ” ου Κώτσιος δεν έβγινιν. Χτυπ” σαν μι τ” Τζιουμάκις. Δεν έβγινιν.

Λυπάτι τα κάστανα, είπιν ου Νιάκους. Δεν θελ” να βγει.

Έκατσαν ακόμα λίγου, ξαναχτύπ” σαν, πάλι τίπουτας. Σ” κων” μια μπηστηρά ου Νιώτας κι τσάκσιν ν” πόρτα. Τότις, βγαίνει ου Κώτσιους κι αρχίντσιν να τσ” κυνηγάει. Έχασιν τ” τζιουμάκατ” ου Λιόλιους, κσέκσιν κι του πανταλόν” καθώς πάινιν να ριχτεί ένα τ” βαρ” κι τσάκσιν του πουδάρ” τ” ου Μκόλας. Μόνι ου Νιώτας δεν έπαθιν τίπουτας. Πρόφτασιν κ” έφυγιν.

Ξ” να τ” βγήκαν του Λιόλιου ικείνα τα κόλιαντα κι τα θ” μάτι ακόμα κι τώρα απ” τράνιψιν.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΕΡΗΜΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΪΟΥ


Παραμονή Χριστουγέννων 2011


Χριστούγεννα 2011


ΚΟΛΙΑΝΤΑ-ΕΡΑΤΥΡΑ
Το έθιµο αυτό χάνεται στα βάθη των χρόνων. Μικροί μεγάλοι , βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Τα σπίτια πανέτοιµα και τα σιτζιούκια κρεμασμένα στο σχοινί.Από βραδύς το χωριό γεμίζει µε κλαρίνα και νταούλια. Αυτόµατα δημιουργούνται οι παρέες και το γλέντι αρχίζει σε κάθε γειτονιά πλατεία και καφενείο. Όλοι χορεύουν και τραγουδάνε στην πλατεία του χωριού. Στη συνέχεια παίρνουν τους δρόµους µε τα όργανα και πάνε σε σπίτια όπου λένε τις ευχές συνεχίζοντας µε χορό και τραγούδι έως το πρωί.Το πρωί οι δρόµοι θα γεμίσουν από τα μικρα παιδιά που έχουν έτοιµα τα χρωματιστά σακούλια και ης τζουµάκες (ραβδιά που έχουν περασμένα στο ένα άκρο τους ένα χοντρό και ροζιασμένο κυλινδρικό ξύλο ,σαν σφυρί),µε τις όποιες θα χτυπήσουν τις εξώπορτες των σπιτιών για να φέρουν σε κάθε σπίτι το μήνυμα της γεννήσεως του Χριστού. Εκεί οι νοικοκυρές θα τους δώσουν κουλούρες κάστανα μανταρίνια σοκολάτες και θα τα «δωρίσουν »

Κόλιαντα µπάµπου µ , κόλιαντα κι µένα ν κολιαντίνα.

Κι µένα την τρανήτερη κι τώρα κι του χρόνοu

Κι αν δεν έχεις κόλιαντινα, δος µ ένα σιτζιούκι,

Κι αν δεν έχεις κι σιτζιούκι, δος µ ένα κορίτσι

Κι τι του θέλεις γάϊδαρε του ξένου του κορίτσι;

Να το φιλώ να του τσιµπώ να µι ζισταίνει του βράδυ.

ΚΟΛΙΑNTΑ ΜΠΑΜΠΟΎ ΚΟΛΙΑΝΤΑ

ΟΙ ΚΛΑΔΑΡΙΕΣ ΣΤΗ ΣΙΑΤΙΣΤΑ



Η ΚΛΑΔΑΡΙΑ ΣΤΟ ΜΙΚΡΟΚΑΣΤΡΟ ΒΟΪΟΥ

ΣΟΥΡΒΑ (ΕΡΑΤΥΡΑ-ΓΑΛΑΤΙΝΗ-ΣΙΑΤΙΣΤΑ-ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ-ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΣΚΙΟΥ)

Στις 30 Δεκεμβρίου, γιορτάζονται τα Σούρουβα, ένα έθιμο πολύ παλαιό που προμηνύει κατά την παράδοση τον ερχομό του νέου χρόνου.
Από βραδύς ξανά όλο το χωριό λάμπει από φώτα και χαρούμενες φωνές που ξεχύνονται στους από τις γειτονίες στους δρόμους και συναντώνται στην κεντρική πλατεία. Η ψησταριές έχουν ανάψει , το κρασί ρέει άφθονο και τα όργανα έχουν δώσει το σύνθημα για την έναρξη της γιορτής. Κοντά στο χορό και στο τραγούδι είναι και το χιούμορ .

Το ιδιαίτερο στοιχείο της γιορτής στις μέρες μας είναι ότι όλοι μεταμφιέζονται ο καθένας με το δικό του τρόπο και ρούχο προσπαθώντας να μην τον αναγνωρίσει ο άλλος .
Η σάτιρα δίνει έναν πιο χαρούμενο τόνο στη βραδιά που συνεχίζει ως τις πρωινές ώρες στα σπίτια και τις καφετέρειες του χωριού.
Αυγερινός Βοΐου:Το έθιμο της Γουρνοχαράς
Την τελευταία Κυριακή του Δεκεμβρίου πραγματοποιείται στον Αυγερινό το έθιμο της «Γουρνοχαράς».

Έθιμο από παλαιοτάτων ετών διαδεδομένο στον Αυγερινό, το οποίο έτεινε να χάσει την αίγλη και την μεγαλοπρέπεια που του έδιναν οι προηγούμενες γενιές, αλλά που αναβιώνει με μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια χάρη στις προσπάθειες του Πολιτιστικού Συλλόγου.

Τα παλιά χρόνια όλες οι ετοιμασίες είχαν τη σειρά τους και οι Αυγερινιώτες επαναλάμβαναν με ευλάβεια ό,τι και οι πρόγονοί τους, εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Από νωρίς οι σφαχτάδες ακόνιζαν τα μαχαίρια τους και ομαδικά όλο το χωριό, έσφαζε τα καλοταϊσμένα γουρούνια του, που κάθε νοικοκύρης απαραιτήτως διέθετε. Αξέχαστες είναι για τους παλιότερους, οι γουρνοχαρές με τα ομαδικά σγουρλίσματα, με τις τσιγαρίδες και τη μπαμπούλιου, με τα λουκάνικα και το κεμπάπ και με τα γλέντια που συνόδευαν κάθε σφαγή γουρουνιού.
Έτσι και τώρα οι ετοιμασίες αρχίζουν από νωρίς, σφάζοντας τα γουρούνια, λιώνοντας το λίπος τους για τις τσιγαρίδες, ψήνοντας το κεμπάπ, τις μπριζόλες, τα παϊδάκια και τα λουκάνικα για να τα γευτούν όλοι οι επισκέπτες.

Επίσης προσφέρεται κάθε είδος πίτας απ’ τις γυναίκες του χωριού, αρμιά, κάστανα, γλυκά, άφθονο κρασί συνοδευόμενα από τους ήχους παραδοσιακής μουσικής.

Γαλατινή Βοΐου
Το γουρούνι και η φούσκα

Όταν πλησίαζαν τα Χριστούγεννα άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Άκουγε κανείς μια εβδομάδα πριν από τα κόλιαντα, τα γουρούνια πρωί-πρωί πότε στη μια και πότε στην άλλη γειτονιά να βγάζουν εκείνες τις γνωστές φωνές, τα γκουρλίσματα. Έβγαινε στην αυλή του σπιτιού το τρανό και παχύ γουρούνι χωρίς την παραμικρή υποψία για το κακό που το περίμενε και τότε οι δυο-τρεις που παράστεκαν το ξάπλωναν και ο ένας βύθιζε το δίκοπο μαχαίρι στο λαιμό. Ακολουθούσε μετά το γδάρσιμο και το λιάνισμα. Εκεί κοντά στεκόταν και το μικρό του σπιτιού για τη φούσκα. Το παιδάκι παρακολουθούσε τη σκηνή του σφαξίματος, γιατί ενδιαφέρονταν πότε θάρθει η στιγμή που ο σφάχτης θα του δώσει τη φούσκα. Μόλις την έπαιρνε, την έπλενε και τη φούσκωνε. Καθώς φυσούσε, φούσκωναν και κοκκίνιζαν τα μικρά του μάγουλα και γυάλιζαν από τη χαρά τα μάτια του για το μεγάλο απόκτημα. Για πολύ καιρό είχε να παίζει με τη φούσκα. Έβγαινε στη γειτονιά και την κρατούσε στα χέρια, την πετούσε προς τα πάνω σαν μπαλόνι και πηδούσε όλο χαρά να τη φτάσει. Ήταν απαρηγόρητο αν την έπαιρνε η γάτα και την έτρωγε. Μέρες μπορεί να έκλαιγε για το κακό αυτό. Η φούσκα δινόταν πάντα δώρο στο πιο μικρό αδελφάκι από τα παιδιά του σπιτιού. Καμμιά φορά έβαζε μέσα και σπειριά από ροβίθι και όπως στέγνωνε με τον καιρό, χτυπούσαν αυτά στη φούσκα και την έκανε τσιουγκαλίδι, δηλαδή κουδουνίστρα.

Τα μεγαλύτερα, όμως, παιδιά είχαν το μάτι και στην υπόλοιπη παραγωγή που έδινε το γουρούνι. Θα δοκίμαζαν αμέσως μετά το σφάξιμο, μαζί με τους μεγάλους, την τηγανιά, που ήταν να γλείφεις τα δάχτυλά σου, έτσι όπως την έκανε η μάνα πάνω στη φωτιά με λίγο κρασί μέσα. Μοσχοβολούσε ο τόπος. Ύστερα γίνονταν και πίτες, με μπόλικη φρέσκια λίγδα, και τσιγαρίδες που ήταν το προσφάγι των παιδιών. Αυτές γινόταν από τα κομμάτια του παστού, που τα έβραζε και τσιγάριζε η μάνα στο χαρανί για να γεμίσει τα τρία-τέσσερα δοχεία λίγδα που θα ήταν το λίπος όλης της χρονιάς. Τα πατσάδια, πάλι διατηρούνταν σε πιάτα και πιατέλες παγωμένα πάνω στα παράθυρα του βορεινού οντά, που το θέριζε ο βοριάς και ήταν πρώτης τάξεως ψυγείο. Βαστούσαν μήνα και παραπάνω και ζεσταμένα ή παγωμένα ήταν πάντα ευπρόσδεκτα, με την ευχάριστη μυρωδιά και γεύση, όπως τα μαγείρευαν στο σπίτι, το οποίο, στ’ αλήθεια, γέμιζε με το χοιρινό κρέας και τα παράγωγά του. Πολλές θηλιές λουκάνικα, περασμένες σε μακρύ ξύλο και αραιά η μία από την άλλη, κρέμονταν εκεί στο βορεινό δωμάτιο. Βρισκόταν στο σπίτι ως τις Τρανές τις Αποκριές. Ευωδίαζε το σπίτι όταν οι μητέρες τηγάνιζαν τα λουκάνικα με αυγά. Μια θηλιά μπορούσε να φτάσει για ένα γεύμα όλης της οικογένειας. Τα λουκάνικα γινόταν από τα έντερα, που τα καθάριζαν καλά, τα στέγνωναν φουσκωμένα αρκετές μέρες και ύστερα τα γέμιζαν. Το γέμισμα ήταν με χοιρινό και πρόβειο κρέας αλεσμένο στη μηχανή. Παλιότερα, όταν δεν υπήρχαν οι μηχανές του κιμά, το κρέας το χτυπούσαν με μικρό τσεκούρι πάνω σε κούτσουρο για πολλή ώρα, ώσπου να γίνει μικρά κομματάκια και να πολτοποιηθεί. Μέσα στα έντερα έβαζαν μυρωδικά, ρίγανη, μαυροπίπερο και άλλα. Στο γέμισμα χρειαζόταν προσοχή για να μη κοπούν. Με ειδικό χουνί σιγά-σιγά πρόσθεταν λίγο-λίγο τον κιμά και τον πίεζαν με το αδράχτι ή με ένα ειδικό ξυλαράκι• στο τέλος η μητέρα τα τρυπούσε με το βελόνι, για να βγαίνει ο αέρας.

Άλλο, πάλι, αγαθό που χαίρονταν τα παιδιά και προερχόταν από το γουρούνι ήταν τα τσαρούχια. Μόλις ερχόταν η άνοιξη, ο παππούς άρχιζε να κάνει τσαρούχια για τα εγγόνια. Μετρούσε την πατημασιά κάθε παιδιού πάνω στο δέρμα του γουρουνιού, χάραζε με την κοφτερή μπλίκρα και έκοβε με το προβατοψάλιδο το ζευγάρι καθενός. Άρχιζε μετά με το κοπίδι να κάνει τις τρύπες γύρω-γύρω, να τις ανοίγει με το σουγλί και να φτιάχνει πρώτα τη μύτη. Μετά έπλεκε ολόγυρα τις λουρίδες και τα τελείωνε. Τα παιδιά φορούσαν γεμάτα χαρά τα καινούργια τους γουρνοτσάρουχα και με σβελτάδα έτρεχαν στη γειτονιά για τα παιχνίδια.

Το τομάρι του γουρουνιού το αλάτιζαν από μέσα, το τέντωναν και πρόσθεταν και λίγα πίτουρα. Πολλοί το έδιναν στο σαμαρά για να κάνουν σαμάρι για το γάϊδαρο, οι υπόλοιποι το χρησιμοποιούσαν για τα τσαρούχια.
Τα κόλιαντα

“Κόλιαντα μπάμπου μ’ κόλιαντα κι μένα ν’ κουλιαντίνα’’. Έτσι άρχιζαν τα παιδιά το τραγούδι σε κάθε σπίτι, πρωί-πρωί την παραμονή των Χριστουγέννων. Ετοιμάζονταν από πολλές μέρες πριν και συνεννοούνταν με τα γειτονόπουλα πώς θα “βγουν στα κόλιαντα”. Χαράματα η μητέρα τα ξυπνούσε, τα έβαζε τη μπαρμπούλα, ή καμμιά κουκούλα, τα έδινε το σακκούλι, τη τζιουμάκα και ξεκινούσαν. Έπαιρναν όλα τα σπίτια με τη σειρά. Στο βορεινό μαχαλά ξεκινούσαν από του Ντάμπουρα το σπίτι, πήγαιναν με τη σειρά σ’ όλες τις γειτονιές, Ντιμιράθκα, Τσιαγκαλάθκα, Καραμζάθκα, Τζολάθκα, Γκαντωνάθκα, Κουτσάθκα, Γκουντουλάθκα, Αντριαράθκα και τελείωναν στου Πατσιαδά. Εκεί φώναζαν όλα μαζί “μπιςς… κόλιαντααα…”. Βούιζε όλο το χωριό από τις φωνές και τα τραγούδια. Αν κανένα σπίτι ήταν κλειστό, τα παιδιά χτυπούσαν τις πόρτες με τις τζιουμάκες. Αν οι νοικοκυραίοι είχαν πένθος δεν άνοιγαν. Τα παιδιά περνούσαν, έβλεπαν το μαύρο πάνινο σταυρό στην πόρτα και προχωρούσαν στο επόμενο σπίτι. Όλα τα άλλα σπίτια ήταν ανοιχτά και οι νοικοκυρές καρτερούσαν στην πόρτα. Άλλοι είχαν κανέστρια με ζεστό καλαμπόκι, άλλοι κάστανα βρασμένα, άλλοι κολιαντίνες, καρύδια, σύκα κι άλλα καλούδια. Τις κολιαντίνες τις έδιναν συνήθως στα συγγενικά παιδιά• στα άλλα παιδιά έδιναν ένα πιατάκι ή ένα πλόχερο καλαμπόκι ή κάστανα. Όλα τα παιδιά φώναζαν “καλημέρα, χρόν’ τς πολλούς κι μένα ν’ κουλιαντίνα”. Αν τύχαινε ο νοικοκύρης να μην προσέξει ότι το παιδί ήταν συγγενικό, εκείνο φώναζε: “θειά, κι μένα κουλιαντίνα”. Τα κάστανα τα έβαζαν στο σακκούλι του σχολείου, από το οποίο είχαν αδειάσει προηγουμένως τα βιβλία και τετράδια.

Στο γύρισμα αυτό, συμμετείχαν όλα τα παιδιά από εφτά ως δεκατριών χρονών. Τα μεγαλύτερα δεν πήγαιναν στα κόλιαντα, ντρέπονταν. Εκείνη την ημέρα, την Παραμονή των Χριστουγέννων, τα παιδιά έπαιζαν με τα κάστανα, όπως έπαιζαν τις άλλες μέρες με τις δεκάρες, βασιλιάδες. Συνήθως έπαιζαν το κυνήγι και διάλεγαν καλό κούπτσιο, δηλαδή μεγάλο στρογγυλό κάστανο για το παιχνίδι αυτό.

Την ημέρα που ήταν τα Κόλιαντα και την ημέρα απ’ τα Σούρβα (την παραμονή της Πρωτοχρονιάς), καλούσαν ένα μικρό παιδί απ’ έξω, απ’ αυτά που έλεγαν τα κόλιαντα, να ξεζιαρίσει (σκαλίσει) τη στάχτη κι έλεγαν: αρνιά – κατσίκια – μπερεκέτια• αυτό θεωρούνταν γούρικο πράγμα κι ήταν κάτι ανάλογο με το ποδαρικό της Πρωτοχρονιάς, γιατί το μικρό παιδί ήταν αθώο κι αγαθό, με καθαρή ψυχή, αμόλυντο ακόμα από τις αμαρτίες των μεγάλων.
Τα μπουμπουσιάρια

Την Πρωτοχρονιά γίνονταν στο χωριό Μπουμπουσιάρια. Οι άντρες ντύνονταν αντάρτες του Μακεδονικού Αγώνα, φουστανελλοφόροι, Αρβανίτες Λιάπηδες, νύφες και γαμπροί (συνήθως ζευγάρια Σπανιόλων ή Μεξικανών), ακόμα ντύνονταν αρκούδες, στρατηγοί, γιατροί κ.ά. Όλοι οι άντρες και τα μεγαλύτερα παιδιά που θα ντύνονταν, από πολλές μέρες νωρίτερα έψαχναν κι ετοίμαζαν τις αρμάτες: φουστανέλλες, τσικέτα, χουλέβια, ζούνες, φαρδοπόκαμσα, φέσια, ζουνάρια, κλάπες, κουδούνια. Όσοι θα γίνονταν αντάρτες του Μακεδονικού αγώνα έψαχναν για μαντύο, τσικέτο, χουλέβια, μαύρα γένια και μουστάκια ψεύτικα (άλλοι τα μουστάκια τα ζωγράφιζαν με μαύρη μπογιά), μαύρα μαντήλια με κρόσια, μαύρα γυαλιά, μαύρο φέσι• όλα έπρεπε να είναι μαύρα. Τα αυθεντικά Μπουμπουσιάρια, που ακολουθούσαν το πατροπαράδοτο έθιμο ήταν ορισμένοι φουστανελλοφόροι που φορούσαν κουδούνια. Τα κρεμούσαν από κλάπες στην πλάτη και για να μη πληγιάζονται απ’ το μεγάλο βάρος των κουδουνιών έβαζαν από κάτω στρώματα από πρόβειο μαλλί. Τα Μπουμπουσιάρια λέγονταν ακόμα και Ρουγκατσιάρια και οι άντρες που λάβαιναν μέρος Ρουγκατσιαραίοι.

Ήταν πραγματικά γραφικό το θέαμα να βλέπει κανείς την Πρωτοχρονιά πενήντα-εξήντα φουστανελλοφόρους με όμοια στολή και άλλους τριάντα – σαράντα αντάρτες του Μακεδονικού Αγώνα για κάθε μια απ’ τις δυό συνοικίες, δηλαδή συνολικά 150-200 παλληκάρια των δύο μαχαλάδων (χώρια αυτοί που ντύνονταν γιατροί, αρκούδες, νύφες κ.λπ.), όλους λεβέντες με παράστημα, να τριγυρνούν τις γειτονιές απ’ τα χαράματα, βροντώντας τα κουδούνια και τραγουδώντας τ’ Αγιοβασιλιάτικα κάλαντα της Γαλατινής:
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία

από τα μέρη της Βλαχιάς κι από το Βουκουρέστι

……………………………..……………………..
Ξεκινούσαν από τα ξημερώματα, στις τρεις ή τέσσερις η ώρα, κι άρχιζαν από τα καφενεία του χωριού, που κι εκείνα ξημέρωναν με την “τριανταμία” και κριτσούσαν (τινάζονταν για να βροντούν τα κουδούνια). Το πρωί μετά την εκκλησία, αφού πρώτα αντιπρόσωπος των Ρουγκατσιαραίων έπαιρνε από τον παπά αντίδωρο και μια λειτουργιά σουβλισμένη στη σπάθα, άρχιζε ο χορός στην πλατεία. Τραγουδούσαν και χόρευαν κλέφτικα τραγούδια της τουρκοκρατίας, του 1821 και τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα. Μερικά από τα τραγούδια αυτά ήταν:
– Να βγω ψηλά Ντολμπεράκη μου

να βγω ψηλά στον Έλυμπο

………………………………
– Ωρέ στα Βρέζια μα λε στα Βρέζια

βγαίν’ ένα νερό

………………………………
– Παιδιά μ’ σαν θέλτε λεβεντιά

και κλέφτες να γενήτε

………………………………
– Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά, μπω-μπω ξαστεριά

και στην καημένη Φλώρινα όλο καπνός κι αντάρα

γεια σου Ναούμη κι Αλαμάνη

………………………………..
Σε κάθε στίχο τραγουδιού και σε κάθε σκέρτσο του χορευτή, όλα τα Ρουγκατσιάρια κριτσούσαν τα κουδούνια. Ο αρχηγός φορούσε συνήθως στρατιωτική στολή• πήγαινε μπροστά με μαύρα γένεια και μαύρα γυαλιά και ανέμιζε ένα μεγάλο μαστίγιο καθώς έκανε κύκλους στην πλατεία φωνάζοντας “ουά-ουά” και ακολουθούνταν απ’ όλα τα παλληκάρια. Άλλαζαν και τους μαχαλάδες και πατιόταν με τις κλούτσες υψωμένες. Οι μεν πήγαιναν στου Βούτσκου τ’ αλώνια, οι δε στου Αντρία. Πολλές φορές γινόταν και μαλώματα και επενέβαιναν οι πρεσβύτεροι που ακολουθούσαν και τακτοποιούσαν τις διαφορές. Μερικοί είχαν και σπάθες μεγάλες υψωμένες και σφυρίχτρες που σφύριζαν συνεχώς, όπως οι αγροφύλακες.

Το απόγευμα γύριζαν στα σπίτια και μάζευαν δώρα που τα σούβλιζαν στη σουγλιμάδα ή τα έβαζαν στη μέση σ’ ένα κόκκινο μαντήλι. Αυτά ήταν σιτζιούκια, κουτιά λουκούμια, σύκα, μήλα, κυδώνια, πορτοκάλια, μανταρίνια και άλλα. Μάζευαν ακόμη και χρήματα, αλεύρι, μαλλιά και ό,τι άλλο είχε ευχαρίστηση να δώσει ο νοικοκύρης.

Αυτοί που ντύνονταν αντάρτες και κλεφταρματολοί φουστανελλάδες αντιπροσώπευαν τη λεβεντιά και την κλεφτουριά. Την κωμική πλευρά αντιπροσώπευαν αυτοί που ντύνονταν γύφτοι με τις αρκούδες και τις μαϊμούδες. Το συγκρότημα που προσείλκυε, όμως, περισσότερο την περιέργεια των παιδιών ήταν των Βέζα-Κόκκινου-Γιάννη. Αυτοί ήταν τρεις γραφικοί τύποι της παλιάς Γαλατινής, χιουμορίστες στο έπακρο, που είχαν κάθε Πρωτοχρονιά αυτοσχέδια νούμερα και διασκέδαζαν τους πάντες. Μια χρονιά έκαναν το “τραίνο” κι εμφανίστηκαν στην πλατεία από το πάνω σχολείο με σόμπα που κάπνιζε καίγοντας βουϊνιές. Άλλη χρονιά παρίσταναν το χειρουργείο• φορούσαν πυτζάμες και άσπρες μακρυές πουκαμίσες. Ήταν βαμμένοι στο πρόσωπο με μπογιές άσπρες, μαύρες και κόκκινες. Τις περισσότερες φορές, την έμπνευση για το “τι θα γίνουν” την έπαιρναν από το καφενείο, όπου έπαιζαν τριανταμία και κατέβαζαν και καμμιά κούπα κρασί. Πολλές φορές είχαν και έκτακτα μέλη της παρέας, στους οποίους ανέθεταν διάφορους ρόλους. Είχαν και οι τρεις τους ταλέντο κωμικού, έπαιζαν με όρεξη τους ρόλους τους, έκαναν τον κόσμο να γελάει κι όλοι τους αγαπούσαν.

Τα συγκροτήματα που ντύνονταν γύφτοι βάδιζαν χορεύοντας μ’ ένα αυτοσχέδιο νταούλι και μια φλογέρα. Χόρευαν όλο τον ίδιο χορό, το σκλίτκο και στο πρόσωπο φορούσαν προσωπίδα ή μαντήλι.

Τα μεγαλύτερα παιδιά λάβαιναν μέρος σ’ αυτές τις εκδηλώσεις. Τα μικρότερα ήταν απλοί θεατές, κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα, διότι φοβόταν κιόλας, βλέποντας εκείνες τις προσωπίδες κι ακούγοντας εκείνα τα παράξενα επιφωνήματα, τις άναρθρες κραυγές που έβγαζαν οι Λιάπηδες, οι Γύφτοι κι οι άλλοι μεταμφιεσμένοι, που έμοιαζαν με κραυγές μούτου (μουγγού). Ήταν σκόπιμα αλλοιωμένες οι φωνές για να μη καταλαβαίνονται και, γενικά, τα μεταμφιεσμένα Μπουμπουσιάρια, που έκρυβαν τα πρόσωπά τους, δεν έπρεπε να μιλούν• μόνο να πίνουν, να τραγουδούν, να κριτσούν τα κουδούνια και να φοβίζουν με την άγρια θωριά τους.
Το πνίξιμο τα Φώτα

Το χειμώνα όλοι οι κάτοικοι ήταν συγκεντρωμένοι στο χωριό και περνούσαν τις γιορτές των Χριστουγέννων και του Νέου Έτους με τις οικογένειές τους. Κατά την άνοιξη πάλι έπαιρναν το δρόμο της ξενιτιάς, γιατί οι περισσότεροι ήταν κτίστες και έφευγαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Στο διάστημα που έμεναν στο χωριό γιόρταζαν με όλα τα έθιμα και τις παραδόσεις. Μια από τις πιο περίεργες και διασκεδαστικές εορταστικές παραδόσεις ήταν το πνίξιμο τα Φώτα. Αυτό γινόταν ανήμερα τα Φώτα• στοιχημάτιζαν για το ποιός μπορεί να κατεβεί δεμένος μέσα στο πηγάδι. Τα πηγάδια της Γαλατινής, μοναδική πηγή νερού τότε, ήταν πετρόχτιστα, με βάθος από τρία ως δέκα μέτρα και βρίσκονται ακόμα και σήμερα στο νότιο άκρο του χωριού, στο χαμηλότερο σημείο του λεκανοπεδίου. Είχαν αρκετό νερό χειμώνα – καλοκαίρι.

Την ημέρα των Φώτων, μετά την εκκλησία, οι διάφορες παρέες αποφάσιζαν ποιόν θα πνίξουν, δηλαδή ποιον θα προκαλέσουν να βουτήξει στο πηγάδι και τι θα του έταζαν. Συνήθως διέθεταν ένα κριάρι, ένα πρόβατο ή δύο, αναλόγως τον άνθρωπο που είχαν για πνίξιμο. Ένα άτομο ή μια παρέα έπνιγε ή πνιγόταν με την πρόκληση: “Σε πνίγω μ’ ένα πρόβατο” ή “σας πνίγω μ’ ένα κριάρι”. Η προκαλούμενη παρέα ή το άτομο πήγαιναν στα πηγάδια και κυρίως στη Διγγούτα. Εκεί έδεναν με δύο τριχιές καλά από τη μέση και από τις μασχάλες τον “ήρωα” και τον άφηναν μέσα στο νερό ως τη μέση ντυμένον όπως ήταν, με τα καλά του ρούχα και το παλτό. Τον βύθιζαν τρεις φορές ως τη ζώνη και πιο πάνω, με φωνές, γέλια και ευχές και μετά τον τραβούσαν επάνω. Ο “πνιγμένος” έβγαινε μούσκεμα, τρέμοντας από το κρύο και το παγωμένο νερό. Εκείνες τις πρώτες μέρες του Γενάρη, στη Γαλατινή με το υψόμετρο πάνω από 1000 μέτρα, η θερμοκρασία συνήθως είναι γύρω στο μηδέν και τα χιόνια κι οι πάγοι διατηρούνται πολλές μέρες. Ο “πνιγμένος”, συνεπώς, επιτελούσε μεγάλο κατόρθωμα με το να δεχτεί να μπει στο νερό με τέτοιες θερμοκρασίες. Όπως λοιπόν ήταν βρεγμένος ως το κόκκαλο και παγωμένος, πήγαινε στο σπίτι του, φορούσε άλλα ρούχα κι έβγαινε στο καφενείο, όπου ήταν μαζεμένη όλη η παρέα του. Ερχόταν και το τάμα, το ψητό πρόβατο ή κριάρι και γλεντούσαν ως τα ξημερώματα. Τέτοια πνιξίματα γινόταν πολλά την ημέρα των Φώτων στα διάφορα πηγάδια από τις παρέες. Τα παιδιά δεν έχαναν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το θέαμα αυτό, που τους άφηνε ζωηρές παραστάσεις στη μνήμη τους.

Καμμιά φορά γινόταν και ένα είδος δημοπρασίας, ή συναγωνισμού, όταν αλληλοπροκαλούνταν με λόγια όπως: “Σε πνίγω σε μια κότα”, ο άλλος απαντούσε “εγώ σε πνίγω σ’ ένα ζυγούρι”, άλλος παρενέβαινε “εγώ σε πνίγω σε δύο πρόβατα” κλπ. Το έθιμο ήταν παλιό και το διατηρούσαν πάντα.

Την ίδια μέρα, την ημέρα των Φώτων, βαφτίζονταν τα νερά. Ο παπάς κρατώντας σταυρό, βασιλικό κι ένα κακαβούλι με νερό, γυρνούσε τα σπίτια του χωριού για τον αγιασμό κι έψαλλε μπροστά στο καντήλι: “Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…”. Το πρωί, στο τέλος της λειτουργίας έβγαζαν τις εικόνες της εκκλησίας έξω. Το τέμπλο άδειαζε από τις μεγάλες ξύλινες εικόνες. Τις έπαιρναν οι κάτοικοι από τα χέρια της επιτροπής και στεκόταν έξω από την εκκλησία, κάτω από τα δέντρα σε σχήμα κυκλικό: ο παπάς και οι ψάλτες έψαλλαν και μετά άρχιζε η δημοπρασία. ‘’Αγόραζαν” τις εικόνες, τις έπαιρναν κι όλοι μαζί έτρεχαν γύρω από την Αγία Παρασκευή έναν κύκλο. Τα παιδιά έτρεχαν από πίσω να δουν ποιος θα βγει πρώτος στο τρέξιμο. Τα λεφτά που “έταζαν”, τα πλήρωναν στην εκκλησιαστική επιτροπή. Πολλοί κάτοικοι κάθε χρόνο λάβαιναν μέρος στην αγορά γιατί το θεωρούσαν ιερό καθήκον.

Τα παλιότερα χρόνια, γερά παλληκάρια έπαιρναν την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, και ξεκινώντας από την εκκλησία, πήγαιναν στα τρία κοντινότερα εξωκκλήσια, στην Αγία Τριάδα, που ήταν στην άκρη του κάμπου, στον Άγιο Αθανάσιο και στον Προφήτη Ηλία, που ήταν πάνω στις κορυφές λόφων και σε μέση απόσταση λιγότερο από μισή ώρα από την κεντρική εκκλησία του χωριού, αλλά σε κυκλική διάταξη περίπου, ώστε η συνολική πορεία να διαρκεί γύρω στη μιάμιση ώρα. Τα παλληκάρια αψηφώντας το κρύο και τα χιόνια έτρεχαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν• πολλοί κουράζονταν και γυρνούσαν από το πρώτο εξωκκλήσι, άλλοι διέσχιζαν τα χιόνια κι έρχονταν πίσω νικητές και τροπαιούχοι, με την εικόνα στα χέρια. Ακόμη παλιότερα, τα παλληκάρια που έπαιρναν μέρος σ’ αυτό το δρόμο αντοχής πήγαιναν και στα πιο μακρινά εξωκκλήσια, στην Παναγία και στην Ανάληψη και γυρνούσαν το μεσημέρι από το κοπιαστικό δρομολόγιο. Στον αγώνα αυτόν είχε διακριθεί ο πάππος ο Μούϊας, ο οποίος στα νιάτα του σκαρφάλωνε τρέχοντας στο λόφο της Ανάληψης, αψηφώντας το χιόνι που έφτανε το ένα μέτρο.
Τ’ Αηγιαννιού

Την ημέρα τ’ Αηγιαννού, στις εφτά Ιανουαρίου, τη θεωρούσαν μεγάλη γιορτή κι όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία. Οι μητέρες κρατούσαν ένα λουλουδάτο μαντήλι δεμένο στις τέσσερις γωνίες και μέσα είχαν ένα πιάτο γεμάτο πισνικούλια. Κάθε μητέρα είχε 15-20 τέτοια μικρά ψωμάκια και σε 5-6 απ’ αυτά είχε βάλει μέσα ένα μικρό τενεκεδένιο σταυρουδάκι. Κάθε νοικοκυρά, ή κάθε οικογενειάρχης, μοίραζε τα πισνικούλια στο νάρθηκα της εκκλησίας μετά τη λειτουργία, στα μέλη της οικογένειας και στους πλησιέστερους συγγενείς. Τα μικρά παιδιά στριφογύριζαν ανάμεσά τους, διεκδικώντας ένα ψωμάκι, το μερίδιό τους, απ’ όλους τους συγγενείς. Μόλις έπαιρναν το πισνικούλι, το άνοιγαν στα δύο για να δουν αν έχει σταυρουδάκι. Ένοιωθαν μεγάλη χαρά αν πετύχαιναν σταυρό και το φώναζαν και στ’ άλλα παιδιά. Όλα τα παιδιά εκείνη την ημέρα είχαν φουσκωμένες τις τσέπες τους από πισνικούλια και έτρωγαν με όρεξη τα άσπρα, αφράτα, νόστιμα ψωμάκια.

Κατά την καλοκαιρινή γιορτή τ’ Αηγιαννιού (Αποκεφάλιση του Ιωάννου, 24 Ιουνίου) τα κορίτσια έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι σπειριά σιτάρι για να ονειρευτούν το γαμπρό που θα πάρουν. Τότε έκοβαν από τα βουνά το χαρακτηριστικό μωβ λουλούδι με το βαρύ άρωμα, που στη Γαλατινή λέγεται ου αγιάντς (Αη-Γιάννης) και στο Βόϊο γιαννάκι. Το έθιμο να πηδούν τα παιδιά πάνω από φωτιές την ημέρα ή την παραμονή το βράδυ τ’ Αη- Γιάννη (24 Ιουνίου), δεν υπήρχε στη Γαλατινή.
Πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα στην Γαλατινή Βοΐου


1η Ιανουαρίου τα Ρουγκατσάρια της Γαλατινής


ΜΠΟΥΜΠΟΥΣΑΡΙΑ (ΕΡΑΤΥΡΑ)

2 Ιανουαρίου ! Ημέρα γιορτής για την Εράτυρα . Οι εκδηλώσεις των προηγούμενων ημερών θα φτάσουν στο αποκορύφωνα τους με τα Μπουμπουσάρια . Ξεφάντωμα και γλέντι που συνεχίζει μια παράδοση που έχει τις ρίζες τις στην βυζαντινή εποχή.
Η σάτιρα μαζί με το χορό και την μεταμφίεση δημιουργούν ένα εκρηκτικό αποτέλεσμα που αποτελεί την εικόνα και διαφήμιση της Εράτυρας καθώς καταγράφεται η δυναμική του χωριού και των ανθρώπων που αγαπούν αυτό τον τόπο.

Οι κάτοικοι του χωριού χωρισμένοι σε παρέες συναντώνται στην πάνω ιστορική πλατεία της Εράτυρας  προσελκύοντας πλήθους κόσμου από όλη την Μακεδονία
Ακολουθεί χορός από τις παρέες και στην συνέχεια η παρέλαση . Πρώτα οι παρέες και στο τέλος τα άρματα τα όποια παρουσιάζουν με μια πιο σατυρική νότα τα γεγονότα που ήταν στην επικαιρότητα την χρονιά που μας έφυγε.


Τα Θεοφάνεια στο Βόιο


Kάθε χρόνο στο Αγίασμα Βοΐου όταν το επιτρέπουν οι καιρικές συνθήκες την ημέρα των Θεοφανείων μαζεύονται οι χωριανοί από όλα τις περιοχές στις οποίες κατοικούν και γίνεται το καθιερωμένο μοίρασμα του σταυρού και ο Αγιασμός των υδάτων στήν πλατεία του χωριού.Μετά και το πέρας της Θείας Λειτουργίας με τις εικόνες της εκκλησίας και ψέλνοντας τούς Ύμνους της ημέρας μεταβαίνουν στην πλατεία του χωριού όπου και γίνετε με μεγάλη μεγαλοπρέπεια ο Αγιασμός των Υδάτων.Αυτό γίνονταν τα πολύ παλιά τα χρόνια όταν όλα τα χωριά ήταν γεμάτα από κόσμο σε όλα τα χωριά του Βοΐου.



ΣΙΑΤΙΣΤΙΝΑ ΜΠΟΥΜΠΟΥΣΙΑΡΙΑ
Οι εκδηλώσεις του Δωδεκαημέρου στο Δήμο Σιάτιστας κορυφώνονται με τα «Μπουμπουσιάρια» στις 5 και 6 Ιανουαρίου.
Την παραμονή των Φώτων, αργά το απόγευμα, οι μεταμφιεσμένοι (κυρίως γυναίκες) θα γλεντήσουν στην πλατεία Γεράνειας συνοδεία ορχήστρας με χάλκινα και με σιατιστινό κρασί και παραδοσιακούς μεζέδες που θα προσφέρει ο Ορειβατικός Σύλλογος Σιάτιστας «Ο Μπούρινος». Το ξεφάντωμα θα συνεχιστεί στα καταστήματα της πόλης μέχρι τα ξημερώματα της επομένης.

Ανήμερα των φώτων στις 1:30 το μεσημέρι οι παρέες των μεταμφιεσμένων θα συγκεντρωθούν στην πλατεία Γεράνειας.

Στις 2:00 μ.μ. θα ξεκινήσει η μεγάλη παρέλαση από την πλατεία Γεράνειας. Τα «Μπουμπουσιάρια» θα διασχίσουν την πόλη και θα καταλήξουν στην πλατεία της Χώρας, όπου και θα γίνει η τελική αξιολόγηση για τη βράβευση των καρναβαλιών.

Εκεί ο χορός θα συνεχιστεί και όλος ο κόσμος θα συμμετέχει στο γλέντι.

Στη Σιάτιστα τα καρναβάλια τα λένε μπουμπουσιάρια και είναι το έθιμο που γιορτάζεται τα Θεοφάνια.

Οι Σιατιστινοί μεταμφιέζονται ακολουθώντας πρωτότυπους προσωπικούς συνδυασμούς ρούχων και γλεντούν. Συνήθως δημιουργούνται παρέες μεταμφιεσμένων, που η καθεμία έχει τη δική της ομάδα παραδοσιακών μουσικών. Το χαρακτηριστικό Σιατιστινό τραγούδι είναι ο Αη Βασιλιάτικος:

Τι “χα γω και σ” αγαπούσα κι δεν κάθουμαν καλά,

να “χου ζάλη στο κεφάλι, δυο μαχαίρια στην καρδιά….

Την παραμονή των Θεοφανίων όλες οι γυναίκες μεταμφιεσμένες μετέχουν στα ολονύκτια γλέντια που γίνονται στα σπίτια και τα κέντρα της πόλης. Τη μέρα των Θεοφανίων πραγματοποιείται παρέλαση μεταμφιεσμένων στον κεντρικό δρόμο που ξεκινάει από την πλατεία της Γεράνειας και καταλήγει στην πλατεία της Χώρας Τρία Πηγάδια, όπου και αρχίζει το γλέντι.

Η μεταμφίεση πάντα σατιρίζει καλοπροαίρετα την επικαιρότητα ή δημόσια πρόσωπα και καταστάσεις προκαλώντας άφθονο γέλιο.Το έθιμο των καβαλάρηδων προσκυνητών έρχεται από την τουρκοκρατία, όταν
αποτελούσε μια ευκαιρία στους σκλαβωμένους να δείξουν τη λεβεντιά και τον πόθο τους για λευτεριά.


http://www.tovoion.com/%CE%BD%CE%AD%CE%B1/%CF%84%CE%B1-%CE%BD%CE%AD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%BF%CE%AF%CE%BF%CF%85/%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CE%BF%CE%90%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B1-%CE%AD%CE%B8/