ΕΜΕΙΣ ΚΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ.

Ήλιος με μια ασταμάτητη ορμή μπαίνει απ’ τη τζαμόπορτα, σαρώνει σχεδόν τα πάντα, σχεδόν, γιατί ακόμη βγαίνει το νάζι από παλιές ξέφρενες πρωτοχρονιές. Δεν τρέχει πια όπως παλιά, σ’ αυτή τη χώρα την πολύπαθη, το πάθος της
μεγάλης γιορτής. Εντελώς ξεψυχισμένη γιορτή, σαν μια αδιάφορη, μέρα καθημερνή. Στολίδια φορτωμένο το σπίτι, Μα όλα πια, μοιάζουν με χρυσαφένιες λαιμαριές. Και γράφουν γκρίζο και πάλι, οι τσιμπλιασμένες κόρες των ματιών μας.
Μόνο ο πανδαμάτορας ο χρόνος στέκει με χαμόγελο και μας χαϊδεύει απαλά, τρίβει τα γκρίζα μας μαλλιά της κεφαλής, και ψιθυρίζει λόγια ακατάληπτα, σαν μαγικά, σαν να σπάει θαρρείς την βασκανία, αυτήν, που πλέξαμε μονάχοι μας. Ο πατέρας χρόνος, μόνον αυτός κατάφερε να μείνει μακριά από τις χοροπηδηχτές, τρομαγμένες σκιές μας.
Ξημέρωσε ένα αγουροξυπνημένο ‘18, μια στιγμή, να μπούμε κι εμείς. Θα χωρέσουμε όλοι στο γενικό το πλάνο της αναφοράς. Κι αν κάποτε σπάσει η κορνίζα, η παλιά φωτογραφία θα στέκει πάντα πίσω από το θαμπό, σκονισμένο, ραγισμένο τζάμι. Κι εμείς δίχως ντροπή, θα δείχνουμε εκείνο το χαζοχαρούμενο χαμόγελο του ανίδεου, του κατά λάθος θύματος.
Άιντε μπας και σπρώξουμε ανώδυνα ακόμα ένα χρόνο.
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ.