Νίκος Ρούσσης : Να σου πω, λοιπόν, για τον δικό μου πατέρα Αλέξη?

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.Να σου πω, λοιπόν, για τον δικό μου πατέρα Αλέξη?
Ο πατέρας μου ο Δημητράκης (έτσι τον έλεγα μέχρι τα 75 του που πέθανε από καρκίνο), δεν ήταν κι’ αυτός αντιστασιακός και ποτέ του δεν οργανώθηκε σε κάποιο κόμμα, γιατί πίστευε, ότι τα κόμματα ήταν μόνο για καταστροφή κι’ αυτή την άποψη την μεταλαμπάδευσε και σ’ εμένα.
Ηταν, όμως, αριστερός κατά συνείδηση και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα, βουτώντας με το σκάφανδρο στη θάλασσα και αλίευε από τα βυθισμένα πλοία των γερμανών, βόμβες βυθού που δεν είχανε σκάσει.

Τις έβγαζε στην επιφάνεια, τις βάζανε και τις καμουφλάρανε σ’ ένα καρότσι, πέρναγαν μπροστά από την κομαντατούρα του Πειραιά, τις απασφαλίζανε, βγάζανε από μέσα την πυρίτιδα και την δίνανε στα παιδιά της ΟΠΛΑ, για τα περαιτέρω.
Μάρτυρας ο μακαρίτης ο Σακαλής, επικεφαλής της ΟΠΛΑ Κορυδαλλού, που παραλάμβανε το προϊόν και είχε στείλει στον αγύριστο πολλούς ρουφιάνους και δοσίλογους της εποχής.
Ολη του την ζωή ναυτεργάτης ήτανε (μηχανικός στα εμπορικά πλοία) αλλά όταν τόλμησα να βάλω μια φωτό του στο φέΪσμπουκ, αγκαλιά με δύο νέγρους συναδέλφους του και να αναρωτηθώ, γιατί ενώ εγώ έχω φωτο του πατέρα μου και εσύ δεν έχεις, οι ρουφιανοσυριζόπουστες που διαφεντεύεις μου κατεβάσανε το προφίλ.
Στην αναφορά τους λέγανε ότι αυτή η φωτό, ήταν ρατσιστική, επιβεβαιώνοντας το πόσο ανεγκέφαλοι μαλάκες είναι αυτοί που σε στηρίζουν Αλέξη.
Με τα βαπόρια ταξίδευε συχνά στη Ρωσία (Νοβοροσίνκι), πήγαινε στα κλάμπ που είχανε εκει για τους ναυτικούς, έπινε καμιά βότκα με τις γυναίκες του κλάμπ αλλά τίποτα παραπάνω.
Πολλές φορές μου είχε πει ότι, υπήρχε μια πολύ όμορφη γυναίκα εκει, η Βαλεντίνα, που του είχε εξηγήσει πολλάκις ότι οι γυναίκες εκεί μέσα ήταν μόνο για συντροφιά στους ναυτικούς και όχι για τίποτα άλλο.
Ημουνα πάνω απ’ όλα φίλος με τον πατέρα μου Αλέξη, πράγμα που δεν λες εσύ για τον δικό σου, κι’ αυτό μου κάνει εντύπωση που βγήκες τώρα να κάνεις μια λειψή αγιογραφία για τον «αόρατο» πατέρα σου.
Μας είπες ότι εργάσθηκε σκληρά αλλά δεν μας είπες πολλά.
Με την μάνα σου την κωλόβλαχα, ας πούμε, πως γνωρίσθηκε, παντρεύθηκαν από έρωτα , γιατί ο δικός μου ο πατέρας τη μάνα μου, την πήρε ξεβράκωτη λόγω μεγάλου έρωτα και καύλας.
Την περίοδο της Χούντας,ο πατέρας μου έμεινε άνεργος για πολύ καιρό, γιατί έκλεισε το Σουέζ κι’ αυτό δεν ήταν καλό για μικρά εμπορικά πλοία, μ’ αποτέλεσμα να ψωμολυσσάξουμε Αλέξη, τον καιρό που ο δικός σου ο πατέρας κονόμαγε, εντίμως, όπως λες.
Να μην μιλάμε όμως για τους πατεράδες μας, ας μιλήσουμε για μας.
Εκείνη την συνέντευξη που σου ζήτησα όταν, πριν το 2015, ήλθες στο Στρασβούργο, για να παραδώσεις την Μαύρη Βίβλο στον Ολι Ρέν, γιατί αρνήθηκες να μου την δώσεις?
Φοβήθηκες μπας και σε ρωτήσω για τον πατέρα σου?