Η επίδραση των καρδιομεταβολικών παραγόντων στη γυναικεία σεξουαλική λειτουργία

Η επίδραση των καρδιομεταβολικών παραγόντων στη γυναικεία σεξουαλική λειτουργία
Οι ειδικοί εκτιμούν πως το 40% - 50% των γυναικών έχουν τουλάχιστον ένα σύμπτωμα γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Σύμφωνα μάλιστα με ερευνητικά ευρήματα, οι καρδιομεταβολικοί παράγοντες μπορεί να σχετίζονται με τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία, αλλά στις γυναίκες η σχέση ανάμεσα στους καρδιαγγειακούς παράγοντες και τη σεξουαλική υγεία δεν είναι τόσο ισχυρή όσο στην περίπτωση των ανδρών.

Μια πρόσφατη δημοσίευση μάλιστα στο  Sexual Medicine Reviews επικεντρώθηκε στη σχέση των καρδιομεταβολικών παραγόντων με τη γυναικεία σεξουαλική υγεία. Οι συγγραφείς σχολίασαν τους παρακάτω καρδιομεταβολικούς παράγοντες:
Διαβήτης: Η σχέση του διαβήτη με τη γυναικεία σεξουαλική λειτουργία έχει διερευνηθεί σε 48 μελέτες και σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι οι περισσότερες διαβητικές γυναίκες αναφέρουν τουλάχιστον μία παραπάνω σεξουαλική δυσλειτουργία σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Σύμφωνα με τις μελέτες η επιθυμία, η διέγερση και η λίπανση του κόλπου είναι οι τομείς της σεξουαλικότητας που επηρεάζονται περισσότερο από τον διαβήτη. Μια αιτιώδης σχέση, ωστόσο, ανάμεσα στο διαβήτη και τη σεξουαλική δυσλειτουργία των γυναικών δεν μπορεί να τεκμηριωθεί.
Δυσλιπιδαιμία: Η έρευνα δείχνει ότι σεξουαλική δυσλειτουργία είναι συχνή στις γυναίκες με δυσλιπιδαιμία.
Υπέρταση: Τα ερευνητικά δεδομένα αναφορικά με τη σχέση της υπέρτασης και της γυναικείας σεξουαλικής δυσλειτουργίας είναι περιορισμένα και χρειάζεται περεταίρω μελέτη.
Παχυσαρκία: Στην περίπτωση αυτή τα ερευνητικά αποτελέσματα είναι ανάμικτα.
Μεταβολικό σύνδρομο:  Η σεξουαλική δυσλειτουργία σε γυναίκες με μεταβολικό σύνδρομο διαφέρει ανάλογα με το εάν είναι πριν ή μετά την εμμηνόπαυση. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η σεξουαλική δυσλειτουργία αναφέρεται από το 19%-37% των γυναικών πριν την εμμηνόπαυση και από το 38%-55% των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση.  Επιπρόσθετα ο αριθμός των συμπτωμάτων φαίνεται να επηρεάζει τη σοβαρότητα των σεξουαλικών δυσλειτουργιών. Οι συγγραφείς της ανασκόπησης όμως τονίζουν ότι τα σχετικά ευρήματα δε συμφωνούν μεταξύ τους, καθώς κάποιες μελέτες έδειξαν ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο μεταβολικό σύνδρομο και τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία.
Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών : Η βιβλιογραφία σχετικά με το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία περιγράφεται από τους συγγράφεις ως σχετικά περιορισμένη με μη συνεκτικά συμπεράσματα. Επισημαίνουν ωστόσο ότι οι παράμετροι του συνδρόμου, όπως είναι οι διαταραχές του κύκλου, η αντίσταση στην ινσουλίνη και η κατάθλιψη, ενδέχεται να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία της γυναίκας.
Οι συγγραφείς επίσης αναφέρθηκαν στους μηχανισμούς που εξηγούν τη σχέση ανάμεσα στους καρδιαγγειακούς παράγοντες κίνδυνου και τη γυναικεία σεξουαλική δυσλειτουργία. Καταρχάς τόνισαν  ότι η καλή ροή του αίματος στα γεννητικά όργανα συμβάλλει στη διέγερση της κλειτορίδας και στη λίπανση του κόλπου.  Παράλληλα, το υγιές νευροενδοκρινικό και αγγειακό σύστημα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σεξουαλική διέγερση. Επισήμαναν επίσης ότι τα ενδοθηλιακά προβλήματα που ενδέχεται να προκληθούν από την παχυσαρκία, την αντίσταση στην ινσουλίνη, την υπέρταση ή τη δυσλιπιδαιμία θα μπορούσαν να μειώσουν τη ροή του αίματος στα γεννητικά όργανα, καθώς και ότι η πτώση των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση μπορεί επίσης να επηρεάσει την αιμάτωση της πυέλου.
Οι συγγραφείς μεταξύ άλλων υπογραμμίζουν ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών συμπτωμάτων μεγαλώνει με την αύξηση της ηλικίας. Οι αλλαγές στο καθεστώς της σχέσης, η απώλεια του συντρόφου και άλλες ψυχοκοινωνικές παράμετροι της γήρανσης μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία.
Τέλος, οι συγγραφείς ανέφεραν ότι η σχέση ανάμεσα στους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κίνδυνου και τη σεξουαλική υγεία φαίνεται να είναι πιο ήπια στην περίπτωση των γυναικών. Η αιτία αυτής της διαφοράς δίνει το κίνητρο για περεταίρω έρευνα.
www.andrologia.gr