Η επαναφορά της Χάγης δείχνει τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιπέσει η στρατηγική του κατευνασμού

Ανέξοδη επαναφορά στον δημόσιο διάλογο από τη πλευρά μέρους της πολιτικής ελίτ και ακαδημαϊκών του εκσυγχρονιστικού ρεύματος
Παρεμβαση απο τους Βαγγελη Χωραφα και Παυλο Χρηστου
Με ένα άρθρο-βόμβα στο geoeurope.org το ιστορικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Χωραφάς και ο Υποπτέραρχος ε.α. Παύλος Χρήστου, εξηγούν γιατί η προσφυγή στη Χάγη για τις ελληνοτουρκικές διαφορές στον δημόσιο διάλογο από τη πλευρά μέρους της πολιτικής ελίτ και ακαδημαϊκών του εκσυγχρονιστικού ρεύματος, δείχνει περισσότερο τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιπέσει η στρατηγική του κατευνασμού, παρά μία στρατηγική διέξοδο για την εξωτερική πολιτική που θα μπορούσε να ακολουθηθεί:

Τις τελευταίες ημέρες επανήλθε στο δημόσιο διάλογο το θέμα της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την οριστική επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Σε εκδήλωση που οργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών με θέμα «Οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο και ελληνοτουρκικές σχέσεις» συμμετείχαν δύο πολιτικοί, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών και Άμυνας και η Ντόρα Μπακογιάννη πρώην υπουργός Εξωτερικών, καθώς και δύο διπλωμάτες, ο πρέσβης ε.τ. Παύλος Αποστολίδης και ο Γιώργος Σαββαΐδης, πρέσβης ε.τ. και πρώην γενικός γραμματέας του ΥΠΕΞ.
Στην εκδήλωση αυτή τέθηκε στο τραπέζι το θέμα της προσφυγής στη Χάγη, χωρίς βέβαια να απαντηθεί το πώς ακριβώς θα προσφύγουμε στο ΔΔΧ, από τη στιγμή που όχι μόνο η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του, αλλά και δεν υπογράφει το συνυποσχετικό για την προσφυγή, όπως είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να δικάσει το ΔΔΧ.
ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ
Η Άγκυρα διαχειριζόμενη τα εθνικά της θέματα με σχετικά σημαντική και πολύμορφη αυτονομία και επιζητώντας αναπροσδιορισμό της πολιτικής οντότητας της χώρας στα περιθώρια υφιστάμενων παγκόσμιων μεταβολών, έχει θέσει μακροπρόθεσμους και προκαθορισμένους στόχους, που δεν είναι προϊόντα στιγμιαίων άμεσων επιλογών, αλλά έντεχνης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.
Αμετάβλητοι, σταθεροί στόχοι της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, είναι:
Πρώτον, ο διαμοιρασμός του Αιγαίου.
Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αρχικά με την αμυντική διχοτόμηση του Αιγαίου (ικανοποίηση του τουρκικού αιτήματος «αμυντικής ευθύνης» του μισού Αιγαίου στους κόλπους του ΝΑΤΟ), τη «συνεκμετάλλευση» της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, τη συγκυριαρχία του εναέριου αιγιακού χώρου και τέλος, την αμφισβήτηση/γκριζάρισμα ελληνικού νησιού ή νησιών που γειτονεύουν με την ηπειρωτική τουρκική ενδοχώρα.
Δεύτερον, η επίλυση του κυπριακού με τρόπο που θα ευνοεί πλήρως τα συμφέροντά της.
Τρίτον, η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου μέσα από την οριοθέτηση των ΑΟΖ των εμπλεκόμενων χωρών, με τρόπο που θα ευνοεί τη τουρκική οπτική.
Στα πλαίσια αυτά, η Τουρκία έχει αναπτύξει μία σειρά διεκδικήσεων διά της εξαναγκαστικής διπλωματίας, που αφορούν
1. Την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, που η Τουρκία θέτει από το 1974, αν και το θέμα αυτό διευκρινίστηκε με τη Συμφωνία για τη μείωση των συμβατικών δυνάμεων στην Ευρώπη, το 1990.
 2. Οριοθέτηση υποθαλάσσιων ζωνών. Η Τουρκία επιδιώκοντας αναβάθμιση του ρόλου της, ακολουθεί παρελκυστική πολιτική χρησιμοποίησης του προβλήματος οριοθέτησης υποθαλάσσιων ζωνών-κυριαρχικών δικαιωμάτων, από το 1974. Η Τουρκία αρνείται τη δέσμευση της Σύμβασης της Γενεύης του 1958 «περί ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας» (επειδή δεν την υπόγραψε), επικαλείται όμως εκλεκτικά τις διατάξεις που ίσως τη «συμφέρουν» (π.χ. το άρθρο 6 παρ. 1 περί «ειδικών περιπτώσεων»-Special Circumstances), αρνείται ότι τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου έχουν υφαλοκρηπίδα («υφαλοκρηπίδα έχουν μόνο οι ήπειροι» ισχυρίζεται), αρνείται ως τρόπο οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου την αρχή της μέσης γραμμής για αντικείμενες ακτές. Δέχεται όμως την αρχή αυτή, αν ληφθούν ως βάση μέτρησης οι ηπειρωτικές ακτές. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι η διαφορά είναι πολιτικής φύσης – θεωρεί ότι τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου αποτελούν «ειδική περίπτωση» (ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα), υποστηρίζει ότι η αιγιακή υφαλοκρηπίδα αποτελεί γεωλογική προέκταση του μικρασιατικού ηπειρωτικού βάθρου και προτείνει τη συνεκμετάλλευση των «αμφισβητούμενων» περιοχών του Αιγαίου.
3. Η επέκταση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης. Η Τουρκία από το 1974: α) Αρνείται το ελληνικό δικαίωμα μονομερούς επέκτασης του πλάτους της αιγιαλίτιδας ζώνης σε 12 ναυτικά μίλια (απευθύνει προειδοποίηση ότι αυτή η ενέργεια θα αποτελούσε αιτία πολέμου), β) προβάλλει τη θεωρία της «ημίκλειστης ειδικής θάλασσας» για το Αιγαίο πέλαγος, γ) ισχυρίζεται ότι είναι κράτος με «δυσμενή» γεωγραφική τοποθέτηση.
4. Αποκλειστική οικονομική ζώνη. Η Α.Ο.Ζ υιοθετήθηκε, με το άρθρο 55 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, στο Montego Bay. Τα άρθρα 55-75 αναλύουν διεξοδικά το νέο αυτό καθεστώς, ενώ Α.Ο.Ζ είναι μια θαλάσσια περιοχή, η οποία ευρίσκεται μετά την αιγιαλίτιδα ζώνη, στην οποία παράκειται και εκτείνεται, μέχρι το όριο των 200 ν.μ, από τις γραμμές βάσης, από τις οποίες μετριέται το πλάτος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Απαιτείται ειδική διακήρυξη του παράκτιου κράτους για τη θέσπιση της Α.Ο.Ζ. Εάν δεν τη θεσπίσει δεν έχει δικαιώματα επί της Α.Ο.Ζ. Η θαλάσσια περιοχή που δεν θα υιοθετηθεί ως Α.Ο.Ζ, παραμένει νομικώς ως μέρος της ανοικτής θάλασσας. Από το 2012 η Τουρκία αρνείται ότι το Καστελόριζο και τα νησιά του συμπλέγματος του, έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Από το 2019, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει υφαλοκρηπίδα σε Ρόδο, Κάρπαθο, Κάσο και Κρήτη.
5. Ο εναέριος Χώρος του Αιγαίου. Η Τουρκία με μεθοδευμένες ενέργειες-παραβιάσεις επιδιώκει αλλαγή του αιγιακού status quo. Αμφισβητεί, από το 1975, την ελληνική κυριαρχία στον εθνικό εναέριο χώρο για το πλάτος των 10 ν.μ., δεν αναγνωρίζει δικαίωμα ελληνικού ελέγχου σε συγκεκριμένη έκταση και προσπαθεί να τροποποιήσει-στα νατοϊκά πλαίσια αμυντικές ζώνες ευθύνης. Το ζήτημα της ασφάλειας του αιγιακού εναέριου χώρου είναι «ευαίσθητο» για την ελληνική άμυνα (σύμφωνα με τη βασική σύγχρονη στρατηγική αρχή «αυτός που κυριαρχεί στον εναέριο χώρο ελέγχει και τον κάτω απ’ αυτό θαλάσσιο και χερσαίο χώρο») ένας αναπροσδιορισμός υπέρ της Τουρκίας θα μείωνε το αμυντικό βεληνεκές της Ελλάδας. Με το Π.Δ. 6/18-9-1931 καθορίστηκε ότι «το πλάτος της ζώνης των χωρικών υδάτων, όσον αφορά ζητήματα Αεροπορίας και Αστυνομίας αυτής, εκτείνεται σε 10 ναυτικά μίλια από τις ακτές». Το Π.Δ. αυτό έχει περιληφθεί στη γνωστή δημοσίευση του ΟΗΕ, που περιέχει τις εθνικές νομοθεσίες των κρατών-μελών για την αιγιαλίτιδα ζώνη, ήδη από το 1956.
Η τουρκική αεροπορία εκτελεί συνεχώς ένα μεγάλο αριθμό παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου και παραβάσεων κανόνων εναέριας κυκλοφορίας εντός του FIR Αθηνών.
Οι ενέργειες αυτές γίνονται :
α) Με την ευκαιρία νατοϊκών ασκήσεων
β) Με προσχεδιασμένες τουρκικές πτήσεις αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, γ) Με εκτέλεση αεροναυτικών τουρκικών ασκήσεων στο χώρο του Αιγαίου,
δ) Με παρενόχληση των ελληνικών αεροσκαφών που πετούν στο χώρο του Αιγαίου (διεθνή και εθνικό).
6. Καθορισμός του ορίων του FIR Αθηνών.
Η Σύμβαση του Σικάγου υπογράφτηκε το 1944 από 37 κράτη και το 1947 ιδρύθηκε ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO-International Civil Aviation Organization).
O ICAO καθόρισε επακριβώς τις αρμοδιότητες και ευθύνες των συμβαλλομένων χωρών σχετικά με τον έλεγχο των πτήσεων και επίσης καθόρισε τα όρια του κάθε FIR (Flight Information Region). To FIR συμπεριλαμβάνει όλη την επικράτεια κάθε χώρας (εθνικός εναέριος χώρος) και τον παρακείμενο διεθνή (εφόσον υπάρχει). Σκοπός όλων των ρυθμίσεων του ICAO είναι η ασφάλεια των πτήσεων και η αποτελεσματική διεξαγωγή των πτήσεων. Η ευθύνη ελέγχου κάθε FIR διέπεται από διεθνείς διατάξεις και έχει ανατεθεί στην αρμόδια εθνική αρχή κάθε κράτους. Η Τουρκία, από το 1974 αμφισβητεί τα όρια του FIR Αθηνών.
7. Έρευνα και Διάσωση (SAR).
Η υποχρέωση παροχής βοήθειας σε πλοία και αεροσκάφη που βρίσκονται σε κίνδυνο είχε αντιμετωπισθεί από το Διεθνές Δίκαιο με την επιβολή κατ’ ευθείαν υποχρέωσης στους πλοιοκτήτες και κυβερνήτες των πλοίων, στις αεροπορικές εταιρίες και τους κυβερνήτες των αεροσκαφών. Η υποχρέωση όμως για παροχή Έρευνας–Διάσωσης σε άτομα που κινδυνεύουν μετά από αεροπορικό ή ναυτικό ατύχημα, ως κρατική ευθύνη, τέθηκε σε εντελώς νέα νομική βάση με τη Σύμβαση του Οργανισμού Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO–International Civil Aviation Organization) τη γνωστή και ως Σύμβαση του Σικάγου του 1944 και με τη Σύμβαση για τη ναυτική Ε – Δ του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ–International Maritime Organization) τη γνωστή ως Σύμβαση του Αμβούργου του 1979. Ο τουρκικός κανονισμός 13559 του 1988 για έρευνα-διάσωση εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο στις 11 Δεκεμβρίου 1988 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβέρνησης στις 7 Ιανουαρίου 1989. Στον κανονισμό αυτό διευκρινίζονται οι δραστηριότητες έρευνας-διάσωσης των αρμοδίων τουρκικών «διευθύνσεων» και οριοθετούνται οι αρμοδιότητές τους για παροχή υπηρεσιών έρευνας-διάσωσης σε κινδυνεύοντα «αεροπορικά και θαλάσσια μέσα» στην ξηρά, τον αέρα, την επιφάνεια της θάλασσας ή κάτω από αυτή, εντός του τουρκικού εναερίου χώρου, των χερσαίων συνόρων, των εσωτερικών και χωρικών υδάτων και των επιφανειών των ανοιχτών θαλασσών ή κάτω από αυτές. Οι αρμοδιότητες αυτές, εμφανίζουν στους τουρκικούς χάρτες το Αιγαίο διχοτομημένο, εντός του ανατολικού τμήματος του FIR Αθηνών, σε δύο περιοχές έρευνας-διάσωσης ελληνικής και τουρκικής αρμοδιότητας.
8. Γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο. Με την κρίση στα Ίμια το 1996, η Τουρκία ανακάλυψε την ύπαρξη νησιών αμφισβητούμενης ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο. Από τότε, προσπαθεί να επανερμηνεύσει τις συνθήκες της Λωζάνης του 1923, των Παρισίων του 1947 και την ιταλοτουρκική συμφωνία του 1932, για να σπείρει αμφιβολίες για ένα εδαφικό καθεστώς εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974, αρνούνται πλήρως ότι υπάρχει θέμα συζήτησης για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, καθώς και για τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο.
Σε ό,τι αφορά το θέμα των ορίων του FIR Αθηνών, καθώς και του SAR στο Αιγαίο, αυτά προϋποθέτουν αλλαγές διεθνών συνθηκών και δεν αποτελούν θέμα διμερών σχέσεων.
Το θέμα του ελληνικού εναέριου χώρου, λύνεται με μονομερή άσκηση δικαιώματος που θα εξισώσει τον θαλάσσιο και τον εναέριο εθνικό χώρο. Εκτός, από το αν υπάρχει ελληνική κυβέρνηση που θεωρεί ότι αυτό μπορεί να αποτελέσει θέμα διαλόγου με την Τουρκία.
Επομένως, τα μόνα θέματα που παραμένουν είναι αυτά της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Μέχρι σήμερα, οι ελληνικές κυβερνήσεις θεωρούσαν ότι το μόνο θέμα για το οποίο θα έπρεπε η Ελλάδα και η Τουρκία να προσφύγουν στο ΔΔΧ, είναι αυτό του καθορισμού της υφαλοκρηπίδας.
Το τελευταίο διάστημα έχουν πληθύνει οι απόψεις που θεωρούν ότι, στο θέμα της υφαλοκρηπίδας θα πρέπει να προστεθεί και το θέμα της ΑΟΖ για προσφυγή στο ΔΔΧ. Παρά τους κινδύνους που μπορεί να υπάρξουν, αυτό είναι ένα ενδεχόμενο που μπορεί να εξετασθεί από τις ελληνικές κυβερνήσεις.
Σε πολιτικό επίπεδο, το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την αρμοδιότητα του ΔΔΧ και θεωρεί ότι τα εκκρεμή προβλήματα με την Ελλάδα πρέπει να επιλυθούν με διμερή πολιτικό διάλογο. Η Τουρκία από θέση ισχύος, θα δεχόταν την οιαδήποτε προσφυγή, μόνο εάν ήταν για όλες τις διεκδικήσεις της στα κρίσιμα ζητήματα ή αλλιώς θα τα διαπραγματευόταν, για να τα κερδίσει εκ των προτέρων, ώστε μετά να αποδεχθεί να πάμε στο ΔΔΧ για τα υπόλοιπα.

Η μονομερής προσφυγή από την πλευρά της Ελλάδας είναι δυνατή, αλλά για ζητήματα στα οποία υπάρχουν μείζονες εξελίξεις στο Διεθνές Δίκαιο που μεταβάλλουν καθοριστικά το περιβάλλον και τις προηγούμενες διευθετήσεις. Και τα διμερή θέματα με την Τουρκία, δεν αποτελούν τέτοιου είδους περιπτώσεις.
Η προσφυγή δε της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ κατά της Τουρκίας από τη κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή το 1976, (επίκληση απειλής διατάραξης της ειρήνης), καθώς και η παράλληλη μονομερής προσφυγή στο ΔΔΧ για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, (κατατέθηκε και αίτημα λήψης προσωρινών μέτρων κατά της Τουρκίας), χωρίς τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, ήταν ανεπιτυχής.
Εκτός του ότι το ΔΔΧ δεν ασχολήθηκε επί της ουσίας της προσφυγής, προέτρεψε την Ελλάδα σε διάλογο και διαπραγμάτευση με την Τουρκία και μάλιστα αξιολόγησε ότι οι έρευνες του «Χόρα» δεν απειλούσαν την ελληνική εθνική κυριαρχία. Με λίγα λόγια το αντιμετώπισε περίπου ως «παρατυπία» που μπορούσε να διευθετηθεί ειρηνικά με διαπραγματεύσεις.
Η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί με προσφυγή από την Ελλάδα, ο ΓΓ του ΟΗΕ ώστε να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ζητήματα που κατά τη γνώμη του μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, θα μπορούσε να διερευνηθεί.
Ωστόσο, είδαμε πως απάντησε στο ζήτημα της συμφωνίας Τουρκίας-Λιβύης και την αδυναμία του να αιτηθεί της προσοχής του Συμβουλίου Ασφαλείας για αυτό. Επομένως, πρόκειται για μία μη ασφαλή επιλογή.
Η περίπτωση κατά την οποία, ένα από τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας θα ζητούσε από το Συμβούλιο Ασφαλείας να αποφασίσει ώστε να αιτηθεί γνωμοδότηση από το ΔΔΧ, αποτελεί ένα ενδεχόμενο. Η χώρα που θα μπορούσε να το κάνει για την Ελλάδα, θα ήταν η Γαλλία, αλλά υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να υπάρξει βέτο από κάποιο άλλο μόνιμο μέλος. Για να λειτουργήσει μία τέτοια προοπτική, θα πρέπει να αναβαθμιστούν οι ελληνογαλλικές σχέσεις και αυτό δεν γίνεται μόνο με την αγορά εξοπλιστικού υλικού.
Η επίκληση της ανάγκης για διευθέτηση των θαλασσίων ζωνών μεταξύ της Ελλάδος της Κύπρου και της Αιγύπτου, θα μπορούσε να αποτελέσει άλλο ένα ενδεχόμενο προσφυγής στο ΔΔΧ, στο βαθμό βέβαια που η Αίγυπτος θα δεχόταν να συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία. Τότε το ΔΔΧ είτε θα καλούσε την Τουρκία για να συμμετάσχει και να υποβάλλει τις θέσεις της, είτε η ίδια η Τουρκία θα το αιτείτο. Όμως, η Τουρκία θα έπρεπε πέραν της αναγνώρισης του ΔΔΧ, να αποδεχθεί και τη νομική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας για να συμμετάσχει με οιονδήποτε τρόπο.
Εάν δεν μετείχε τελικά η Τουρκία, η οιαδήποτε απόφαση του ΔΔΧ χωρίς αυτήν θα εξαντλείτο στα ζητήματα που αφορούν τις άλλες προσφεύγουσες χώρες και οπωσδήποτε θα εξέταζε και την επήρεια του Καστελόριζου, αφού αυτό αφορά και τις άλλες δύο χώρες. Το ενδεχόμενο της αναγνώρισης από το ΔΔΧ πλήρους επήρειας για το Καστελόριζο, ή το αν θα την περιόριζε στα εθνικά χωρικά ύδατα, αποτελεί ένα ανοικτό θέμα και σε κάθε περίπτωση, μία παράμετρο που θα πρέπει να αξιολογήσουν οι ελληνικές κυβερνήσεις.
Προς το παρόν, η ανέξοδη επαναφορά της Χάγης στον δημόσιο διάλογο από τη πλευρά μέρους της πολιτικής ελίτ και ακαδημαϊκών του εκσυγχρονιστικού ρεύματος, δείχνει περισσότερο τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιπέσει η στρατηγική του κατευνασμού, παρά μία στρατηγική διέξοδο για την εξωτερική πολιτική που θα μπορούσε να ακολουθηθεί.
Πηγή>geoeurope.org